14/11/14

ΜΠΕΣΣΗ ΜΙΧΑΗΛ: Jack-Pot


ΟΔΟΣ 24.7.2014 | 750

…a pound of flesh.
Σαιξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας

Μέτρησε 27 αναπάντητες κλήσεις στις 3 ημέρες που έλλειψε μετά το ατύχημα. Υπολόγισε επομένως ότι 9 τουλάχιστον φορές την ημέρα κάποιος ταλαίπωρος νέος άνθρωπος με ελάχιστο μισθό, έπαιρνε τον ίδιο αριθμό συνέχεια για να πιέσει τον αργοπορήσαντα πελάτη να πληρώσει. Και δεν ήταν καν υπάλληλος της Τράπεζας, αλλά μέλος προσωρινό και κακοπληρωμένο της συνομοταξίας των δυσώνυμων εταιρειών μισητού out sourcing για την είσπραξη χρεών. Αποφάσισε να επικοινωνήσει, περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα προσαρμογής στο κοινότοπο παρά από πεποίθηση.
Η ευγενική φωνή που απάντησε τον εμπόδισε ακόμη και να θυμώσει και με αφόρητα κουρασμένη παραίτηση υποσχέθηκε χωρίς να δώσει εξηγήσεις ότι θα τακτοποιήσει το χρέος της δόσης το ταχύτερο δυνατό, ξέροντας με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν έλεγε ψέμματα, αλλά ούτε και την αλήθεια. Δεν είχε πια κανένα περιθώριο από καμμιά πιθανή πηγή. Η χρεωκοπία ήταν πλήρης, και η δυνατότητα εναλλακτικής αξιοπρεπούς λύσης μηδαμινή ως ανύπαρκτη. Κανένας έντιμος γύρω του δεν είχε αρκετά ώστε να δανείσει. Και είχε ήδη πληρώσει κανονικά διαχρονικά, πολύ ακριβά τα τοκογλυφικά επιτόκια της Τράπεζας. Τα τελευταία χρήματα που πήρε από το ενεχυροδανειστήριο, κάτι υπόλοιπα χρυσά κοσμήματα, τις βέρες των γονιών του και δυο χρυσές λίρες, τα είχε δώσει για τον γιατρό. Η καταφυγή στην ουτοπία των λαχείων, που για πρώτη φορά στη ζωή του δοκίμαζε, αποδείχθηκε όπως ήταν φυσικό μάταιη. Η αίσθηση της ματαίωσης από την οικονομική καταρράκωση, δημιουργούσε ένα είδος παθητικής στωϊκότητας, αποδοχής του αδιέξοδου ως έκφραση πλήρους αποτυχίας. Κι αυτό με τη σειρά του έδινε θέση στην απέραντη κούραση που οδηγούσε σε κατάργηση διάθεσης επιβίωσης. Δεν είχε κανένα νόημα στα 79, η άδικη καταδικασμένη πάλη με το οικονομικό τέρας των χρεών, κι εξ άλλου, δεν άντεχε άλλο πια. Δεν είχε βαρεθεί τη ζωή. Αυτή τη ζωή, την πνιγμένη στο χρέος χωρίς ελπίδα ανάκαμψης, και με το ασήκωτο βάρος της ενοχής, είχε βαρεθεί από το βάθος της ύπαρξής του... Άρχισε να ετοιμάζεται. Έβαλε σε κοινή θέα ό,τι λογαριασμούς είχε σε εκκρεμότητα και όποια χαρτιά θα χρειαζόταν οι επόμενοι για την αναπόφευκτη τελική γραφειοκρατική τακτοποίηση. Περισσότερο για να διευκολύνει όσους θα νοιαζόταν να τακτοποιήσουν τις διαδικασίες με αποποίηση κάθε ευθύνης, παρά για την υποτιθέμενη τάξη. Τον εντυπωσίαζε η πλήρης αδιαφορία για το τί θα επακολουθούσε. Είχε πάρει την απόφαση του και η πίεση της Τράπεζας απλά διευκόλυνε την ελάττωση των ενοχών για την γενναιόδωρα αμέριμνη, αναγκαστική δανειοδότηση των χρεών του από τη μια κάρτα στην άλλη. Σχεδόν χαμογέλασε χαιρέκακα με την ειρωνεία της δίκαιας κατάληξης. «Όταν το χρέος είναι μικρό είναι πρόβλημά σου. Όταν είναι μεγάλο, είναι πρόβλημα της Τράπεζας...» Κι έμεινε να φαντάζεται σαν ξαφνικές αστραπές μερικά γεγονότα, επιλογές, τα λάθη ιδίως, τις δαιμονικές συγκυρίες και τις σκληρές ατυχέστατες συμπτώσεις που τον έσπρωξαν προς το αμετάκλητο κλείσιμο του κύκλου. Από τις πρώτες αναλαμπές στην ευτυχισμένη πατρίδα του νου, την παιδική ηλικία, ξεπήδησε η πρώτη ανάμνηση για το «κόστος δανεικού χρήματος»,το πατρικό ξύλο που έφαγε γιατί ξόδεψε όλο το πεντάδραχμο που δόθηκε για εφημερίδα σε καραμέλες, αντί να φέρει πίσω τα ρέστα… Μετά στην εφηβεία, η αυστηρή τιμωρία στέρησης χαρτζιλικιού κι εξόδου λόγω του δανεισμού από την άκαιρη «διάρρηξη» του πήλινου κουμπαρά (με μαχαίρι από το άνοιγμα)για την αγορά του «Μικρού Ήρωα»… Στο Πανεπιστήμιο, την αγωνία για να επιστρέψει τα δανεικά από φίλους μια που η αντίστοιχη πατρική επιχορήγηση για την υποχρεωτική αγορά συγγράμματος είχε χαθεί σε μια παρτίδα πόκερ… Στην επόμενη ενήλικη οικογενειακή κι επαγγελματική του ζωή δεν θυμόταν αντίστοιχη οικονομική δυσκολία. Ο καλός διπλός μισθός του ζεύγους, έφθανε και περίσσευε για την καθημερινότητα, το πρώτο δάνειο για αγορά σπιτιού ξεπληρώθηκε στην ώρα του, τα αυτοκίνητα, τα ταξίδια, τα σχολειά του παιδιού, τις σπουδές του και τον γάμο του, όλα, έγιναν με άνεση. Ήταν οικονομικά αυτάρκης, ένας καλοστεκούμενος μισθωτός ΠΕ δημόσιος υπάλληλος και συνετός νοικοκύρης μεσοαστός, με την άνεση να καταναλώνει με ευχέρεια. Ήταν τα χρόνια της, όπως αποκλήθηκε μετά, δανεικής ευμάρειας. Η σύνταξη όταν ήλθε, ήταν αναμενόμενα πολύ καλή, καθώς ως διπλός εισφοροδότης στο δημόσιο και σε επαγγελματικό ταμείο, την πλήρωσε και την δικαιούνταν. Σε βαθμό τέτοιο ώστε να γίνει αντικείμενο τραπεζικής λατρείας τα χρόνια της καταναλωτικής κραιπάλης με αμέτρητες προσφορές καρτών-δανείων. Σίγουρος για τα εισοδήματά του δεν τις αποποιήθηκε όλες δυστυχώς όπως αποδεικνυόταν, ως την ώρα της κρίσης. Και μετά ακολούθησαν συνέχεια απώλειες. Η πρώτη τεράστια απώλεια ήταν ο θάνατος της γυναίκας του. Έφθασε να θεωρεί χαμένο, το πιο πολύτιμο, αναντικατάστατο κομμάτι της ζωής του που περιόριζε την ύπαρξη του σε πολύ στενό, επαναλαμβανόμενο μοναχικό πλαίσιο. Κι όταν μετά το γάμο του παιδιού έγινε η μεταβίβαση του σπιτιού, η μοναξιά μεγάλωσε. Το μικρότερο σπίτι που αγόρασε πριν ακριβώς τη κρίση με δάνειο έφθασε ήδη να έχει δυσανάλογα μεγάλη δόση. Η μείωση της σύνταξης και η τερατώδης αύξηση των φόρων δημιούργησε μιαν αδιέξοδη οικονομική πίεση. Η αρχική καταφυγή στις πιστωτικές κάρτες από κεκτημένη ταχύτητα τακτικής ως τότε πληρωμής, έφερε σταδιακά την πλήρη αδυναμία κάλυψης και των ελάχιστων δόσεων κι αυτό έφερε τελικά την αβάσταχτη τηλεφωνική παρενόχληση που έδρασε σαν καταλύτης στη λήψη της τελικής απόφασης. Επιπρόσθετα, είχε το ατύχημα που δημιούργησε πολλαπλάσια έξοδα. Έτσι, με αφορμή το αναξιοπρεπές κυνηγητό από τα αναπάντητα τηλεφωνήματα, η απόφαση πάρθηκε. Ψύχραιμα σχεδόν, χωρίς άγχος, χωρίς σκέψη άλλη εκτός από κάποια επιπλέον ενοχή για τη λύπη που ίσως θα προκαλούσε. Αλλά με πλήρη επίγνωση ότι αυτή την αναξιοπρέπεια, αυτή τη ματαίωση, αυτή την βαθειά ταπείνωση της αποτυχίας, δεν την άξιζε στα χρόνια της δύσης. Και δεν άντεχε πια, να εμφανίζει από περηφάνια μια δήθεν αντιμετώπιση, καλύτερη από την αδιέξοδη πραγματικότητα. Δεν έβλεπε να έχει κάποιο νόημα η συνέχιση της αβάσταχτης ζωικής κούρασης, της ενοχικής θλίψης που τον πλημμύριζε με την αδυναμία να ξεπληρώσει…
Με όση αγάπη του είχε απομείνει στην ραγισμένη γενναιόδωρη καρδιά, αποχαιρέτησε νοερά τα πάντα κι έφυγε, χαρίζοντας όλο το φθαρτό σώμα, τίμημα στο ασήκωτο, κυριολεκτικά θανατηφόρο, τραπεζικό χρέος. Χωρίς να καταλογίσει στις ασύδοτα ανελέητες τράπεζες την ποινή για το τόσο άδικο «ξόδεμα του αίματός του»...

ΥΓ. Ο γυιός του τακτοποιώντας μετά τη κηδεία τα χαρτιά του βρήκε ένα δελτίο μιας στήλης Joker* συμπληρωμένο, πληρωμένο και κατατεθέν. Ο έλεγχος των αριθμών έδειξε ότι ήταν η μοναδική νικήτρια στήλη Jack-pot,ενός εκατομμυρίου ευρώ!


(*) Joker σημαίνει γελωτοποιός. Μερικές φορές τα αστεία μπορεί να είναι μακάβρια.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Ιουλίου 2014, αρ. φύλλου 750


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.