1/11/14

ΝΙΚΟΥ ΤΣΕΜΑΝΗ: Κούβα [β]


ΟΔΟΣ 10.7.2014 | 748

ταξιδιωτικές εξομολογήσεις από μακρινά ταξίδια


Ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο μου στο ξενοδοχείο Deauville στην Αβάνα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, τα κύματα έσκαγαν ξεψυχισμένα στην προκυμαία της Μαλεκόν. Άνοιξα το παράθυρο και μύριζε θαλασσινή Ελλάδα με νοτιά. Ένα κίτρινο λεωφορείο από αυτά τα σχολικά τα αμερικάνικα με την μακρυά μουτσούνα διέσχιζε την άδεια παραλιακή λεωφόρο. Η πόλη δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Κατέβηκα σιγά-σιγά στο ισόγειο για πρωινό με τον τουριστικό οδηγό της Αβάνας στα χέρια μου. Η αίθουσα πρωϊνού ήταν μεγάλη με γύρω γύρω τζαμαρίες. Κάθησα σε ένα τραπέζι δίπλα σε μία τζαμαρία στην πίσω άκρη του χώρου και παρακολουθούσα από πολύ κοντά την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στη λεωφόρο Σαν Λαζάρο, την πρώτη παράλληλη της Μαλεκόν. Απέναντι μου στο κόκκινο φανάρι είχαν σταματήσει δίπλα δίπλα μια μπλε Buick με στρογγυλεμένη παχουλή ομορφιά και μία κίτρινη μακρόστενη Chevrolet με αεροδυναμική αυταρέσκεια. Τα περισσότερα αυτοκίνητα που σταματούσαν στο φανάρι αυτό ήταν αμερικάνικες αντίκες της δεκαετίας του 1950-60.

Τα παρακολουθούσα προσεκτικά με κομμένη την ανάσα. Ένοιωθα σαν να είμαι κριτής σε καλλιστεία αυτοκινήτων και όλα τα μοντέλα που σταματούσαν μπροστά μου έπρεπε να τα βαθμολογήσω. Πρόσεχα τις καμπύλες των φτερών τους, μετρούσα πόσες σχισμές αναπνοής είχε η σιδερένια μάσκα μπροστά από το πρόσωπό τους, έβλεπα το σχήμα από τα φώτα τους, παρακολουθούσα πόσο φιλόξενο ήταν το σχήμα της πόρτας τους, πως αγκάλιαζε ο προφυλακτήρας το κορμί τους, τι σχήμα έχουν τα τζάμια τους, αν είχαν εξωτερική ρεζέρβα ενσωματωμένη αρμονικά στο σώμα τους, τι ντεκόρ είχαν τα στρογγυλά παπούτσια που φορούσαν. Έβλεπα ακόμα τι χρώμα είχε ο οδηγός τους , αν ήταν μαύρος ή άσπρος, και αν το χρώμα του ταίριαζε με το χρώμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Όταν το φανάρι γινόταν πράσινο και ξεκινούσαν ανάμεσα σε ένα μαύρο σύννεφο καπνού που άφηναν οι εξατμήσεις τους παρακολουθούσα το πλάι και το πίσω του κορμιού τους. Το δέρμα τους δεν είχε ίχνος σκουριάς, ήταν λείο και καθαρό σαν κάποιος να το πρόσεχε καθημερινά. Αν κανένα σύγχρονο αυτοκίνητο ή φορτηγάκι στεκόταν στο φανάρι δίπλα σε καμιά από τις αντίκες αυτές, νευρίαζα, ανασηκωνόμουνα ασυναίσθητα και ήθελα να το διώξω, έκανα σα ζηλιάρης αρσενικός που του είχαν πλευρίσει την γκόμενα. Είχα απορροφηθεί και το φλιτζάνι του καφέ που κρατούσα ώρα τώρα δεν έλεγε να φτάσει στα χείλια μου.

Ο φίλος μου ο Μαρκ, ο Mr. Hemingway κατέβηκε για πρωινό και με βρήκε να βιντεοσκοπώ την πασαρέλα των αυτοκινήτων στο φανάρι. Κάθησε δίπλα μου και άρχισε τα επιφωνήματα: να μια Buick του 57, να μία C hrysler Saratoga του 50, ένα Desoto του 51, μία Chevy Impala του 58, μία Cadillac του 52, και συνέχισε χωρίς τελειωμό, να μία Dodge του 57, μία Ford του 49, να ενα Oldsmobile του 52, μία Lincoln Continental του 55, να μια Corvett του 54, αυτή στην Aμερική έχει 100.000 δολλάρια μονολογούσε. Ηξερε όλα τα παλιά μοντέλα απ’ εξω γιατί κάποτε στην πατρίδα του είχε ενδιαφερθεί να αγοράσει ένα τέτοιο αυτοκίνητο της εποχής εκείνης.

Σε περίπου 60.000 υπολογίζονται τα αμερικάνικα αυτοκίνητα αντίκες, μοντέλα του 1949 μέχρι το 1959, που βρέθηκαν στην Κούβα όταν ξέσπασε η επανάσταση. Ο εμπορικός αποκλεισμός και η αδυναμία αγοράς νέων αυτοκινήτων τα κράτησε όλα αυτά τα χρόνια στη ζωή . Η άσπλαχνη μάνα που τα γέννησε η Αμερική δεν τους έστελνε ανταλλακτικά να ζήσουν, αλλά η κουβανέζικη ψυχή τα κράτησε με πείσμα στη ζωή φυτεύοντας ρώσικες ντίζελ μηχανές στο αμερικάνικο κορμί τους. Αρχίσαμε με τον Μαρκ μια συζήτηση ότι τα αυτοκίνητα αντίκες είναι τουριστικό κεφάλαιο για την Κούβα, ότι πρέπει να απαγορευτεί η εξαγωγή τους από τη χώρα, ότι πρέπει να χαρακτηριστούν διατηρητέα και να τύχουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης, όταν μπήκε ο Ελληνοαυστραλός φίλος μας, ο Μιχάλης με τα ράστα του, την αλογοουρά του και τα χίπικα ρούχα του.

Πίναμε τον καφέ μας και οι τρεις μαζί όταν έπεσε στο τραπέζι το επίκαιρο θέμα πως θα αλλάξουμε καλύτερα τα λεφτά μας στο τοπικό νόμισμα. Στην Κούβα δεν υπάρχουν πολλές επιλογές να αλλάξεις χρήματα, στο αεροδρόμιο, όπως παντού στα αεροδρόμια, τα ανταλλακτήρια προσφέρουν ληστρικές σε βάρος του ταξιδιώτη ισοτιμίες. Οι πιστωτικές κάρτες αμερικανικών συμφερόντων visa, american express κλπ. δεν γίνονται δεκτές στην Κούβα. Οι ευρωπαϊκές κάρτες ανάληψης χρεώνονται με μεγάλες προμήθειες. Αποφασίσαμε λοιπόν να πάμε να αλλάξουμε χρήματα στην κρατική τράπεζα Metropolitano στο κέντρο της πόλης. Στο πεζοδρόμιο έξω από την τράπεζα είχε μία τεράστια ουρά. Τον Μιχάλη δεν το άφησαν να μπει στην τράπεζα λόγω της εμφάνισης του και είχε αρχίσει δικαιολογημένα να εκνευρίζεται . Ο Μαρκ είχε εικοσαδόλλαρα αλλά οι Κουβανοί αντιδρώντας στο αμερικανικό εμπάργκο τιμωρούνε το δολλάριο επιβάλλοντας μόνο σε αυτό το νόμισμα ένα έξτρα 20% φόρο στη συναλλαγή. Έτσι μπήκα μόνος εγώ στην τράπεζα και ανέλαβα με τα ευρώ μου να βγάλω τα κάστανα από την φωτιά για όλους μας. Όταν ήρθε η σειρά μου πλησίασα την ταμία με ένα χαμόγελο και έδωσα τα Ευρώ και το διαβατήριο μου. Η όμορφη ταμίας μου δίνει τα CUC- τα μετατρέψιμα πέσος - και με ρωτάει με μια φωνή γεμάτη δυνητική νοσταλγία: Είναι ωραία η Ελλάδα; Πολύ ωραία είναι της λέω και για να την κολακεύσω, συνεχίζω χαμογελώντας, αλλά η Κούβα είναι ακόμα πιο ωραία.

 “Η Κούβα είναι ωραία για σας με τα ευρώ σας που έρχεστε και φεύγετε, όχι για μας που μένουμε εδώ και δουλεύουμε για 10 ευρώ τον μήνα” μου απαντά η εργαζόμενη ταμίας, με μία έκφραση στο πρόσωπο της που δύσκολα θα ξεχάσω. Η απάντηση αυτή με τάραξε. Συνειδητοποίησα ότι στην σοσιαλιστική Κούβα δεν είμαι ένας απλός τουρίστας αλλά μια περιφερόμενη καπιταλιστική πρόκληση για το σκληρά εργαζόμενο και ελάχιστα αμειβόμενο λαό της Κούβας. Βγήκα έξω από την τράπεζα προβληματισμένος και μοίρασα σιωπηλά τα CUC στους δύο φίλους που με περιμένανε όρθιοι στην γωνία, σαν τιμωρημένοι.

Ήμασταν δίπλα στο Καπιτώλιο, απέναντι μας ήταν το τέρμα του Habanabustours, αυτού του κόκκινου ανοικτού τουριστικού λεωφορείου που κάνει το γύρο της πόλης. O Mαρκ και εγώ, δώσαμε πέντε Ευρώ εισιτήριο και ανεβήκαμε μαζί με κάτι κινέζους στο hip hop αυτό λεωφορείο, ο Μιχάλης μας εγκατέλειψε. Περάσαμε από τα περισσότερα αξιοθέατα της Αβάνας, το Πανεπιστήμιο, την πλατεία της Επανάστασης , το μνημείο Χοσέ Μαρτί, το Κάσας δε λας Αμέρικας, το Μιραμάρ, το Ακουάριουμ, το κάστρο Φουέρτσα, το ξενοδοχείο Νασιονάλ και πολλά άλλα. Ενα όμως αξιοθέατο χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μου, η νεκρόπολις της Κολόν, το μεγαλύτερο στον κόσμο νεκροταφείο που σχεδιάστηκε απλόχερα το 1860, και φιλοξενεί σήμερα μέσα στο πράσινο και ανάμεσα σε υπέροχες πλατείες, γραφικά δρομάκια και εξαιρετικά δείγματα ταφικής αρχιτεκτονικής, 800.000 καθολικές ψυχές.

Με το Μαρκ είχαμε γίνει αχώριστοι φίλοι. Μείναμε παρέα στην Αβάνα τέσσερις μέρες, περπατάγαμε στην παλιά πόλη, στην πλατεία των όπλων, βλέπαμε καθεδρικούς ναούς, τα απέναντι κάστρα, πίναμε κανένα μοχίτο στον εκπληκτικό κήπο του Ηotel National, γυρνάγαμε στα μπαρ εποχής που μπεκρόπινε ο Hemingway, στη Bodeguita del Medio,στο Ambos Mundos, στην El Floridita, ανεβοκατεβαίναμε την Paseo Prado, κρυφοκοιτάζαμε μέσα στα αίθρια των αποικιακών σπιτιών, φωτογραφίζαμε τα μπαλκόνια που είχαν απλωμένα ρούχα στα ερειπωμένα σπίτια του κέντρου, τρώγαμε εκεί όπου βλέπαμε πολλούς ντόπιους να περιμένουν στην ουρά, σε μικρά take way μαγαζάκια, αγοράζαμε μπανάνες και τροπικά φρούτα σε μικρές στεγασμένες λαϊκές αγορές, και είχαμε επιτέλους αποκτήσει από ρέστα που μας δίνανε pesos national που τα βάζαμε στην αριστερή τσέπη για να μην τα μπερδεύουμε με τα CUC - τα pesos convertibles - που ήταν στην δεξιά τσέπη.

Τα βράδια ακούγαμε κουβανέζικη μουσική, σον, μάμπο, σάλσα, τσα-τσα σε μικρά στέκια εκεί που μας πήγαινε ο μουσικός της παρέας ο Μιχάλης. Δεν πήγαμε στο θρυλικό καμπαρέ Tropicana ούτε στο Cabaret Parisienne να δούμε καμιά κουβανέζικη χορευτική παράσταση γιατί σαν κρυφοεγωϊστές πού είμασταν και οι δύο σνομπάραμε τις τουριστικές μάζες και διεκδικούσαμε αποκλειστικότητα στο διαφορετικό. Στο Gran Teatro de la Habana στο Centro Gallego, το αρχαιότερο εν ενεργεία θέατρο στο Δυτικό ημισφαίριο δεν προλάβαμε να πάμε, αφού το μυαλό μας είχε ήδη πετάξει έξω από την Αβάνα.

Το είχαμε πάρει απόφαση ο Μαρκ και εγώ να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο, να μοιραστούμε τα έξοδα και γυρίσουμε ολόκληρη την Κούβα. Το εγχείρημα δεν ήταν τόσο απλό όσο πιστεύαμε στην αρχή. Στην Κούβα υπάρχουν ελάχιστες κρατικές εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων και όπου ρωτήσαμε μας είπαν ότι δεν υπήρχε ελεύθερο αυτοκίνητο προς ενοικίαση σε ολόκληρη την Αβάνα για τις επόμενες δύο βδομάδες. Σαν φανατικοί ταξιδιώτες που ήμασταν, οπλισμένοι με υπομονή και επιμονή δεν το βάλαμε κάτω. Πήραμε βόλτα όλα τα ξενοδοχεία πολυτελείας στο ιστορικό κέντρο, που φιλοξενούν γραφεία ενοικίασης, μήπως βρεθεί κανένα αυτοκίνητο.

Μια ολόκληρη μέρα γυρνάγαμε, περάσαμε από όλα τα ξενοδοχεία εποχής, το εκπληκτικό Hotel Sevilla,το National, το Inglaterra, το Ambos Mundos, το Santa Isabel, το Parque Central. Πίναμε μοχίτος και cuba libre και περιμέναμε στα παραδοσιακά μπαρ των ξενοδοχείων μήπως γίνει καμιά ακύρωση. Είχε έρθει απόγευμα και δεν είχαμε καταφέρει τίποτα. Τελικά πήρα την πρωτοβουλία πάνω μου, κράτησα ένα χαρτονόμισμα των 50 Ευρώ και μπήκα στο κεντρικό γραφείο μιας μεγάλης εταιρείας ενοικιάσεων αυτοκινήτων κοντά στο Καπιτώλιο. Ένας μαύρος με σακάκι, γραβάτα, και ένα μεγάλο κοντοκουρεμένο κεφάλι καθόταν πίσω από ένα μεγάλο γραφείο, τον πλησίασα ακούμπησα το χαρτονόμισμα στο γραφείο και του είπα με νόημα, αν βρεθεί κανένα αυτοκίνητο για ενοικίαση μέχρι το βράδυ αυτό είναι δικό σου. Με κοίταξε έκπληκτος και είπε, “θα κάνω ότι μπορώ”. Έφυγα αφήνοντας ένα χαρτί με το κουβανέζικο τηλέφωνο μου. (σημ: είναι χρήσιμο και εξαιρετικά οικονομικό σε κάθε νέα χώρα που ταξιδεύει κανείς να αποκτά με λίγα ευρώ ένα τοπικό αριθμό κινητού τηλεφώνου. )

Ήμασταν σε ένα υπαίθριο εστιατόριο μαζί με τον Μιχάλη και ακούγαμε ζωντανή κουβανέζικη μουσική όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Είχε βρεθεί ένα αυτοκίνητο από επιστροφή αλλά ήταν ακριβό, πολυτελείας, αποφασίσαμε να το πάρουμε παρά το μεγάλο κόστος και βρεθήκαμε με μία μαύρη Peugeot παρκαρισμένη στο δρόμο μπροστά στο ξενοδοχείο μας. Ο θυρωρός πρόσεχε όλη την νύχτα αυτή την προκλητική μαύρη λιμουζίνα.

Ξεκινήσαμε πολύ πρωΐ, ο Μιχάλης ήρθε μαζί μας, ήθελε να τον αφήσουμε στο Σαντιάγκο όπου σκόπευε να παίξει με την τρομπέτα του σε καμιά τοπική ορχήστρα. Το τιμόνι της λιμουζίνας το είχα πάρει πρώτος εγώ, οδηγούσα ευχάριστα στους άδειους δρόμους της Αβάνας, περάσαμε το τούνελ κάτω από τον στενόμακρο κανάλι του κόλπου που χωρίζει την πόλη στα δύο και βρεθήκαμε σε ένα αυτοκινητόδρομο πολυτελείας με παρτέρια αριστερά δεξιά γεμάτα λουλούδια. Στρίψαμε ανατολικά με κατεύθυνση το μακρινό Σαντιάγο.

Η περιήγηση της Κούβας είχε ξεκινήσει. Περάσαμε από το βιομηχανικό Matanzas, το σπουδαιότερο λιμάνι εξαγωγής ζάχαρης της Κούβας και φημισμένο πολιτιστικό κέντρο του 19 αιώνα, συνεχίσαμε στο Cienguegos την πατρίδα του βασιλιά του μάμπο Μπένι Μορέ και του τσατσα, ένα ήσυχο ναυτικό λιμάνι του νότου μέσα σε ένα πανέμορφο φυσικό κόλπο (εκεί ήταν παρκαρισμένο ένα ελληνικό κρουαζιερόπλοιο της εταιρείας Λούης που έκανε τον χειμώνα εβδομαδιαίες κρουαζιέρες στα λιμάνια της Κούβας, εκτός εμβέλειας του αμερικανικού εμπάργκο), περπατήσαμε την Trinidad (φωτό κάτω), μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς της U NESCO, με τα πλακόστρωτα δρομάκια και τα παστέλ σπίτια του 17ου αιώνα, κοιμηθήκαμε στο ιστορικό αποικιακό κέντρο Santi Spiritus, σε ένα καταπληκτικό αποικιακό σπίτι του 17ου αιώνα, σίγουρα το πιο όμορφο casa particular της Κούβας.

Την άλλη ημέρα περάσαμε από το Camaguay με τις άπειρες εκκλησίες και τα κωδωνοστάσια που δεσπόζουν στον απέραντο κάμπο και τα χαρακτηριστικά Τιμαχόνες, κάτι τεράστια κεραμικά κιούπια σαν τα δικά μας τα κρητικά, ακουμπισμένα παντού στις πλατείες και στους κήπους των σπιτιών της πόλης, το Holguin την γενέτειρα του Κάστρο, την πόλη με τις πιο πολλές πλατείες και ίσως τους πιο πολλούς λευκούς κατοίκους σε ολόκληρη την Κούβα, συνεχίσαμε στους πρόποδες του εθνικού πάρκου της Σιέρα Μαέστρε, της μεγαλύτερης οροσειράς της Κούβας, που φιλοξένησε την επανάσταση στα πρώτα βήματα της, και βρεθήκαμε στο Santiago de Cuba, την δεύτερη μεγαλύτερη, την πιο αφρικάνικη, την πιο επαναστατική πόλη της Κούβας, με τους διάσημους μουσικούς της, που ανάμεσα στα βουνά και την θάλασσα σηκώνει την σημαία της Καραϊβικής και αντιμιλά στην ισπανοευρωπαϊκή Αβάνα.

Είχαμε ήδη κάνει πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα στους δρόμους της Κούβας. Το τοπίο ήταν συγκλονιστικό. Πάνω από την τροπική βλάστηση πρόβαλαν σε αραιούς τυχαίους σχηματισμούς πανύψηλα φοινικόδενδρα σαν να τα είχε φυτέψει κανένας να επιτηρούν τους κάμπους, ακούσαμε ότι την εποχή του πολέμου της ανεξαρτησίας φυτεύανε φοινικόδενδρα σαν συμβολικά μνημεία για να τιμούν στα κρυφά τους νεκρούς τους, διασχίσαμε ατέλειωτες φυτείες από ζαχαροκάλαμα, κόβαμε τα γλυκά τους φύλλα και τα μασάγαμε σαν τις καλύτερες τσίχλες. Στην πορεία μας διασταυρωθήκαμε με εκατοντάδες κάρα με άλογα και φορτηγά μεταφοράς εργαζόμενων αγροτών.

Στις πόλεις μέναμε σε ενοικιαζόμενα σπίτια casa particular στο κέντρο. Παρκάραμε έξω από το σπίτι και δίναμε δύο ευρώ σε κάποιον πιτσιρικά της γειτονιάς να κοιμάται μέσα στο αυτοκίνητο και να μας το προσέχει. Ένοιωθα μεγάλη ντροπή που κυκλοφορούσαμε με αυτή την μαύρη λιμουζίνα στούς άδειους από αυτοκίνητα δρόμους των φτωχών αυτών ιστορικών πόλεων. Κάθε βράδυ ο Μιχάλης έπαιρνε την τρομπέτα του και συνόδευε πλανόδιους Κουβανούς τροβαδούρους στις ιστορικές “πλατείες των όπλων”, όπως συνήθως ονόμαζαν οι Ισπανοί κατακτητές τις κεντρικές πλατείες των πόλεων. Μετά το υπαίθριο μουσικό γλέντι καταλήγαμε σε κανένα μπαράκι και τρώγαμε και πίναμε κάτι.

Στη Τρινιδάδ σε ένα μπαρ που καθόμασταν μπήκε ένα ζευγάρι μαύροι. Ο άνδρας με ελαστικό νέγρικο περπάτημα, λεπτός, φορούσε σκουλαρίκι και έμοιαζε με νταβατζή η έμπορο ναρκωτικών σε αμερικάνικη ταινία, η γυναίκα υπερβολικά χοντρή φορούσε για φόρεμα μια λεπτή εφαρμοστή λαστέξ φόρμα με μαυρόασπρες λεπτές λουρίδες , όπως οι κατάδικοι στα κόμικς των Dalton,που αναδείκνυαν τις καμπύλες της. Ήταν ότι πιο στρογγυλό έχω δει στη ζωή μου, δεν υπήρχε μέρος του σώματος από το γόνατο μέχρι το πρόσωπό που να μην είναι υπερβολικά καμπύλο. Είμαι σίγουρος ότι αν έστελνε την φωτογραφία της στην Michelen θα γινόταν πρωταγωνίστρια στην πιο διάσημη διαφήμιση ελαστικών του αιώνα μας και θα κέρδιζε πολλά χρήματα έστω και αν γινόταν το κόκκινο πανί για τις φεμινίστριες του κόσμου όλου.

Έκανα νόημα στο ενδιαφέρον ζευγάρι, κουνώντας το ποτήρι μου, ότι θέλουμε να τους κεράσουμε και κάθισαν με χαρά στο τραπέζι μας όλο χαμόγελα. Ο άνδρας ενθουσιάστηκε με την αμερικάνικη καταγωγή του Μαρκ, άρχισε να εκθειάζει την Αμερική και μιλούσε με αποστροφή για τον Ραούλ Κάστρο και το καθεστώς. Μας έλεγε ότι δεν τους φτάνει ο μισθός τους για να ζήσουν, ότι είναι σύγχρονοι σκλάβοι που δουλεύουνε χωρίς να μπορούν να αλλάξουν εργοδότη, χωρίς να μπορούν να διαμαρτυρηθούν για το χαμηλό μεροκάματο που παίρνουνε, χωρίς να μπορούν να ταξιδέψουν, έλεγε ότι δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο με δύο εθνικά νομίσματα και πολλά άλλα. Η γυναίκα φαινόταν ότι συνειδητά δεν ήθελε να ανακατευτεί στην πολιτική συζήτηση. Είχε ένα απόλυτα αρμονικό πρόσωπο και κάτι πολύ όμορφα μικρά μάτια που σε αφόπλιζαν με την διαχρονική αφέλεια και καλοσύνη που είχαν μέσα τους. Οι κινήσεις της ήταν αργές, ήρεμες, κυλιόμενες, αντιαγχωτικές. Το βλέμμα της αφόπλιζε κάθε μορφή αρσενικής επιθετικότητας. Ήμουν σίγουρος ότι μπροστά της, όλοι οι στρατηλάτες, όλοι οι επιχειρηματίες, όλοι οι επαναστάτες θα αισθάνονταν αμήχανοι σαν κάποιος να μπορούσε με μόνο ένα βλέμμα σαν αυτό να τους είχε στερήσει τον λόγο ύπαρξης. Συζητήσαμε για αρκετή ώρα και ήπιαμε αρκετά ποτά όταν το ζευγάρι σηκώθηκε μας ευχαρίστησε και έφυγε. Γύρισε μετά από πέντε λεπτά και άφησε δώρο στο τραπέζι μας ένα μπουκάλι Havana Club ρούμι. Εγώ έκλαιγα που δεν είχα την φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Στο Σαντιάγκο βρήκαμε ένα ενοικιαζόμενο σπίτι στην κορυφή του λόφου δίπλα στην πλατεία των Όπλων. Αφήσαμε τα πράγματα, πήραμε το μαγιό μας και ξεκινήσαμε για το πρώτο μας μπάνιο στα νερά της Κούβας. Οι παραλίες γύρω από το Σαντιάγκο είναι μικρές, σαν τις ελληνικές, έχουν προσωπικότητα χαραγμένη ανάμεσα στα βουνά της Σιέρας και τη θάλασσα. Οδηγήσαμε προς το ανατολικότερο άκρο της Κούβας εκεί όπου βρίσκεται και η γνωστή αμερικανική βάση του Guantanamo. Σταθήκαμε σε μια μικρή παραλία που είχε δημιουργήσει ένα ποταμάκι που κατέβαινε από το βουνό. Τα νερά ήταν υπέροχα και ήμασταν σίγουροι ότι κανένας καρχαρίας δεν θα άφηνε τον ωκεανό για να πλησιάσει ανάμεσα στα βράχια αυτή την πανέμορφη παραλία .

Επιστρέψαμε στο Σαντιάγκο, αποχαιρετήσαμε με δάκρυα στα μάτια τον Ελληνο-αυστραλό φίλο, την μουσική ψυχή της παρέας μας, και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Περάσαμε την Σάντα Κλάρα την “πόλη των ηρωϊκών ανταρτών”, εκεί όπου ο Τσε νίκησε τις δυνάμεις του Μπατίστα και κατέλαβε τα τρένα που οδηγούσαν στην Αβάνα. Σταματήσαμε να ξεκουραστούμε και κολυμπήσουμε στις πανέμορφες συνεχόμενες παραλίες του βορρά, στο Βαραδέρο, με την άσπρη άμμο και τους χιλιάδες Καναδούς τουρίστες που έρχονται κάθε χειμώνα από τον παγωμένο βορρά να κολυμπήσουν στα γαλαζοπράσινα ζεστά νερά της Καραϊβικής. Από τις παραλίες του Βαραδέρο πήγα τον Μαρκ κατευθείαν στο αεροδρόμιο της Αβάνας. Έφευγε για το Μεξικό και την Αμερική. Τον χαιρέτησα σίγουρος ότι θα ξανασυναντηθούμε σύντομα. Επέστρεψα την μαύρη λιμουζίνα και ελεύθερος και ανώνυμος πια γύρισα στο ξενοδοχείο περπατώντας. Το πρωΐ που σηκώθηκα ένοιωσα συναισθηματικά φορτισμένος.

(συνεχίζεται)


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 10 Ιουλίου 2014, αρ. φύλλου 748


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.