1.9.21

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Θ. ΟΡΦΑΝΙΔΗ: Ατραποί προς την Ελευθερία [Ι]

 
ΟΔΟΣ: εφημερίδα της Καστοριάς | 200 χρόνια από την Επανάσταση
25.2.2021 | 1069


Ὁ Ὕμνος καὶ ὁ Ποιητής του


Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ΟΗΕ συγκροτεῖ μία Διεθνὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ ἐγνωσμένης ἀξίας πνευματικοὺς ἀνθρώπους μὲ σκοπὸ τὴν ἀνακήρυξη τῶν δέκα μεγαλύτερων ποιητῶν ὅλων τῶν αἰώνων. Κατὰ τὴν πρώτη κιόλας συνεδρία της θὰ περιέπιπτε σὲ ἀμηχανία, καθὼς τουλάχιστον ἑπτὰ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἦταν Ἕλληνες: Ὅμηρος, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Εὐριπίδης, Ἀριστοφάνης, Καβάφης, Σολωμός. Ὁ ἀριθμὸς θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθεῖ τουλάχιστον σὲ εἴκοσι, οὔτως ὥστε νὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συμπεριληφθοῦν οἱ μεγάλοι ποιητὲς καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν ― ἂν καὶ πάλι οἱ μισοὶ ἀπὸ αὐτοὺς Ἕλληνες θὰ ἦταν.

Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι πολιτιστικὴ ὑπερδύναμη. Μόνο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 20οῦ αἰώνα ἀνέδειξε ἑπτὰ μείζονες ποιητὲς κατ’ ἐνδεικτικὴ ἀπαρίθμηση: Παλαμᾶ, Σεφέρη, Σικελιανό, Ρίτσο, Ἐλύτη, Βάρναλη, Καβάφη. Ἡ ἐπιβίωση τοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους καὶ ἡ ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀποτελοῦν μέγιστο ἐπίτευγμα ἐὰν κανεὶς ἀνατρέξει στὴν Ἱστορία· καὶ αὐτὸ τὸ ἐπίτευγμα ὀφείλεται θεμελιωδῶς στὸν Ἐλληνικὸ Πολιτισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει μέχρι σήμερα ἀποδειχθεῖ ἀκατάβλητος μέσα ἀπὸ συνεχεῖς δοκιμασίες ἰδιαίτερης πίεσης καὶ διάρκειας. Μία ἀκόμη περίτρανη ἀπόδειξη τούτου ἀποτελεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821.

Ὅπως κάθε ἱστορικὸ γεγονὸς ἔχει δύο πεδία ἀνάπτυξης: Τὸ προσκήνιο καὶ τὸ παρασκήνιο, τὰ ὁποῖα συντίθεται ἀπὸ συγκεκριμένους παράγοντες, ὅπως εἶναι καὶ ἡ τέχνη, ἡ πεζογραφία καὶ ἡ ποίηση. Ἄλλος σημαντικὸς παράγοντας εἶναι ἡ θρησκεία καὶ βέβαια ἡ πολιτική, μὲ τὶς ποικίλες ἐκφάνσεις της, ὅπως τὸ γεωστρατηγικὸ συμφέρον καὶ ὁ σχεδιασμός του.

Ὡστόσο, ἡ διαδικασία ποὺ ὁδήγησε στὴν Ἐπανάσταση δὲν θὰ εἶχε δρομολογηθεῖ ἂν δὲν εἶχε προηγηθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Διαφωτισμός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχε γεννηθεῖ ἂν δὲν ὑφίστατο ἡ διαχρονία τῆς πολιτιστικῆς ὑπερδύναμης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Χρήσιμο εἶναι νὰ ἀντιληφθοῦμε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμπληρώσεως τῶν διακοσίων ἐτῶν της ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ μπορεῖ νὰ μὴν διαφέρει μὲν ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν λοιπῶν βαλκανικῶν ―καὶ πολλῶν ἄλλων παγκοσμίως― λαῶν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ κίνητρα ἀντιθέτων δυνάμεων, διαφέρει ὅμως ριζικὰ ὡς πρὸς τὴν βαθύτερη γενεσιουργὸ αἰτία καὶ νομιμοποιητική της βάση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν μοναδικὸ πολιτισμὸ ποὺ ἀνακάλυψε καὶ ἀνέπτυξε κάθε πεδίο σκέψης καὶ γνώσης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ, ἐν συνόλῳ, καὶ ὄχι μόνον τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ὁ ὁποῖος προσέφερε τὰ ὕψιστα ἰδανικὰ στοὺς μαχητές του γιὰ νὰ σώσουν τὶς ἑστίες τους καὶ τὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία ― ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀλλὰ ― τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν ― καὶ κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ἔτσι, ἂν δὲν εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Μαραθῶνας, ἡ Σαλαμίνα, οἱ Θερμοπύλες, τὰ Γαυγάμηλα, δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει τὸ Βαλτέτσι, μὲ τὸν Νικηταρὰ τὸν Τουρκοφάγο νὰ τοὺς φωνάζει «σταθεῖτε Περσιάνοι νὰ πολεμήσωμεν»· ἂν δὲν εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἂν δὲν θὰ εἶχαν προηγηθεῖ ὁ Ὅμηρος, ὁ Αἰσχύλος, δὲν θὰ εἶχε ἀκολουθήσει ὁ Σολωμός· κι ἂν δὲν εἶχε προηγηθεῖ ὁ Σολωμὸς δὲν θὰ εἴχαμε συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ποίησης, στὴν νέα ἱστορικὴ περίοδο, μὲ ὅλη τὴν ποικιλία τοῦ πλούτου της, ἄρα οὔτε Παλαμά, οὔτε Σικελιανό, οὔτε Σεφέρη, οὔτε καὶ Καβάφη.

Ἕναν ἀπὸ τοὺς πέντε ἢ δέκα μεγαλύτερους ποιητὲς σ’ ὅλον τὸν κόσμο καὶ σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες χαρακτηρίζει Ὀδυσσέας Ἐλύτης τὸν Διονύσιο Σολωμό. Τὸν κατατάσσει, δηλαδή, πέραν τῶν μειζόνων, στοὺς μέγιστους. Ὁ Σολωμὸς δὲν εἶναι μείζων, οὔτε πολὺ περισσότερο μέγιστος ποιητὴς γιατὶ ἔγραψε γιὰ θέματα ποὺ κανεὶς ἄλλος πρὶν ἀπὸ αὐτὸν δὲν εἶχε γράψει. Κάθε ποιητή, εἴτε ἐλάσσονα, εἴτε μείζονα, εἴτε μέγιστο, ὁποιασδήποτε ἐθνικότητας, φυλῆς, θρησκείας, ἰδεολογίας, χρώματος, τὸν ἐνδιαφέρει ὁ ἔρωτας, ὁ πόλεμος, ἡ εἰρήνη, ἡ ὕπαρξη, ὁ θάνατος, ἡ κοινωνία, ἡ πολιτική, ἡ ἐξουσία, ἡ τέχνη, ἡ ἐλευθερία. Τὸ τί ἐνδιαφέρει κάθε ποιητὴ νὰ πεῖ εἶναι ἀντικειμενικό. Τὸ πῶς θὰ τὸ πεῖ εἶναι ὑποκειμενικό. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ταλέντο του, τὸν βαθμὸ τῆς καλλιέργειας τοῦ ταλέντου του, τὸν χαρακτήρα του, τὴν ἀντιληπτική του ἱκανότητα, τὴν ἐποχή του, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ θέση του στὶς κοινωνικὲς συνθῆκες ποὺ συνθέτουν τὴν ἐποχή του. Συνεπῶς ἐλάσσονες, μείζονες, μέγιστοι ποιητὲς γράφουν γιὰ ζητήματα, οὕτως ἢ ἄλλως, διαχρονικά. Ὅμως οἱ ἐλάσσονες κατὰ τρόπο ἐλάσσονα, ἤτοι μὴ διαχρονικό, οἱ μείζονες καὶ οἱ μέγιστοι κατὰ τρόπο μείζονα καὶ μέγιστο, ἤτοι διαχρονικό. Οἱ μείζονες θὰ γράψουν εἰς βάθος μέγα καὶ οἱ μέγιστοι σὲ μέγιστο βάθος.

Στὸ ἔργο τοῦ μείζονος καὶ μεγίστου ποιητοῦ ὁ ἀναγνώστης βρίσκει τὸν ἑαυτό του, τὴν πατρίδα του, τὴν ἀνθρωπότητα, σὲ μέγα καὶ μέγιστο βάθος· βάσει ἑνὸς τέτοιου ἔργου μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημά του περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητή· ὅσο διεισδυτικότερη εἶναι ἡ ὑποκειμενικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀντικειμενικοῦ θέματος τόσο θὰ συγκινεῖ καὶ θὰ πλατύνει τοὺς ὁρίζοντες τῶν ἀνθρώπων παγκοσμίως, γιὰ ὅσο χρόνο τὰ μεγάλα ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνθρωπότητα παραμένουν τὰ ἴδια.


Ποιητικὸ ἔργο, ὅμως, χωρὶς γλώσσα δὲν ὑπάρχει· ἐλάσσων, μείζων, μέγιστη ἀνάπτυξη τοῦ θέματος χωρὶς γλώσσα δὲν ὑφίσταται· βάθος μέγα ἢ μέγιστο, χωρὶς ἀντίστοιχη ἐμβάθυνση στὴ γλώσσα, εἶναι ἀνέφικτο. Ἡ ἑλληνικὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς δύο γλῶσσες παγκοσμίως ποὺ ὁμιλεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἡ ὁμηρικὴ ἐλληνικὴ θεωρεῖτο κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ἀρχαία, ἐνῶ ἡ ἀποκρυπτογράφηση τῆς Γραμμικῆς Β μετέθεσε τὴν χρήση τῆς μητρικῆς μας γλώσσας χιλιάδες ἔτη πίσω στὸν χρόνο. Τολμῶ δὲ νὰ πῶ ὅτι τὸ ἴδιο θὰ συμβεῖ, ὅταν ἀποδειχθεῖ ὅτι ἑλληνικὴ εἶναι καὶ ἡ γλώσσα τῆς Γραμμικῆς Α΄ καὶ τοῦ Δίσκου τῆς Φαιστοῦ. Ἡ ἑλληνικὴ εἶναι ἑνιαία καὶ ζώσα, διατρέχει φάσεις συνεπῶς καὶ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἱστορικῆς περιόδου ποὺ διανύει.

Ὁ Σολωμὸς εἶναι μέγιστος ποιητὴς γιατὶ πέτυχε νὰ ἀναπτύξει σὲ μέγιστο βάθος τὰ μεγάλα ζητήματα τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἔθνους, τῆς ἀνθρωπότητας, ἐμβαθύνοντας στὴν κατὰ κυριολεξία μητρική του γλώσσα, φτάνοντας μέχρι τοῦ σημείου τῆς λεγόμενης «ἀποσπασματικότητας» τοῦ ἔργου του. Παράδειγμα μεγίστου βάθους ἀποτελεῖ καὶ ὁ Ὕμνος στὴν Ἐλευθερία. Γράφτηκε ἔχοντας ὡς ἔμπνευση τὴν Ἐπανάσταση. Ἀφορᾶ σὲ μᾶς, στοὺς Ἑλληνες. Διαβάστε, ὅμως, ξανὰ τὶς δύο πρῶτες στροφές, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο, σκεφτεῖτε καὶ θὰ διαπιστώσετε ὅτι ἡ ἐπαναστατημένη Ἑλευθερία μπορεῖ νὰ γνωριστεῖ «ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή / ἀπὸ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βία μετράει τὴ γῆ» ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, κάθε λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπαναστατεῖ κατὰ τῆς τυραννίας. Προσέξτε εἰδικότερα τὴ δεύτερη στροφή:

Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά
Καὶ σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη
Χαῖρε, ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!

Βεβαίως καὶ ἀναφέρεται στοὺς Ἕλληνες· κι, ὅμως, θὰ ἦταν ἐπιφανειακὴ ἡ προσέγγιση, ὅτι λόγῳ τῆς ὀφθαλμοφανοῦς μνείας, τὸ νόημα περιορίζεται μόνο στὸν Ἕλληνα καὶ δὲν ἐπεκτείνεται σὲ κάθε ἐπαναστατημένο ἄνθρωπο, καθὼς ὁ τρόπος ἀνάπτυξης τοῦ θέματος ἐπιτρέπει στὸν ἀναγνώστη τὴν νοηματικὴ προέκταση τοῦ νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν δική του πατρίδα μέσα στὸν Ὕμνο τοῦ Ἕλληνα Ποιητή, μέσα στὸν Ἑθνικὸ Ὕμνο τῆς Ἑλλάδος:

Ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη
Τῶν ἀνθρώπων τὰ ἱερά
Καὶ σὰν πρῶτα ἀντρειωμένη
Χαῖρε, ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!

Αὐτὴ ἡ ποιητικὴ καὶ νοηματικὴ ἀναπροσαρμογὴ προκύπτει σὲ ἐπίπεδο γλώσσας καὶ νοήματος ἀβίαστα καὶ ὄχι ἀσέβεια δὲν ἀποτελεῖ, ἀλλὰ αἰτία μεγαλύτερης ὑπερηφάνειας γιὰ τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο καὶ τὸν Ποιητή του, καθὼς καὶ ἐφαλτήριο μεγαλύτερης συνειδητοποίησής μας, ἀφοῦ ἀναδεικνύει τὸ μέγα χαρακτηριστικὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ: Τὸ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει ἐθνικὸς μέσα στὴν οἰκουμένη καὶ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει οἰκουμενικὸς μέσα στὴν ἐθνικότητα.

Ἡ δεύτερη στροφὴ εἶναι ἡ κατεξοχὴν ἐμβληματικὴ τοῦ Ὕμνου: Ἀποκαλύπτει γιατί ἡ Ἑλλάδα ἁρπάζει τὸ σπαθί, ἀποκαλύπτει γιατί αὐτὸ ἔχει κόψη τρομερή, ἀποκαλύπτει γιατί ἔχει ἡ πατρίδα μας ἀγριεμένη ὄψη ποὺ μὲ βία, δηλαδὴ καὶ μὲ ὑλικὴ ἰσχὺ καὶ μὲ βιάση, μετράει τὴ γῆ: Εἶναι ὁ θάνατος ἀπείρου ἀριθμοῦ Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν τουρκικὴ τυραννία κατὰ τὴ διάρκεια αἰώνων, εἶναι ἡ μνήμη τῆς θυσίας τῶν προγόνων μας καὶ φυσικὰ τῶν προγόνων τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 γιὰ τὴν Ἐλευθερία κατὰ τὴν διάρκεια αἰώνων στὴν ἀρχαιότητα. Ἡ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἐμβληματικὴ δεύτερη στροφὴ καθίσταται ἐμβληματικότερη, διότι ἐπαναλαμβάνεται σὲ καίρια σημεῖα τοῦ Ὕμνου, ὡς ἱστορικὴ ὑπόμνηση καὶ ἠθικὴ τόνωση.
Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ἐπαναλαμβάνεται μετὰ τὴν δέκατη πέμπτη στροφή:

Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
Ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
Ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή

Ἡ δέκατη πέμπτη στροφὴ προκύπτει ὡς συνέπεια τῶν στροφῶν 3-14 ποὺ ἀναδεικνύουν τὴν ἐξαθλίωση καὶ τὴν πολιτικὴ περιφρόνησης ποὺ ἦταν ἀναγκασμένη νὰ ὑφίστατο ἡ Ἑλλάδα, ὅσο ἦταν ὑποταγμένη. Τώρα, ἄλλαξαν τὰ πράγματα, τώρα ὑπάρχει ἀντίσταση. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τοῦ Ὑμνου συνιστᾶ πολιτικὸ στοχασμὸ πρὸς τὴν ἀπόκτηση τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διατήρησή της: Ὅσο ἡ πατρίδα μας ὑποτάσσεται, τόσο ἐξαθλιώνεται καὶ δὲν ὑπολογίζεται. Ἡ δεύτερη στροφὴ ἐπαναλαμβάνεται ὡς ἑβδομηκοστὴ τέταρτη καὶ ὀγδοηκοστὴ ἕβδομη, πάντα δίδουσα ἔμφαση ἀναπτυσσομένων ἀπόψεων τοῦ ποιητῆ σὲ προηγούμενες στροφές.

Μὲ ἐλαττώματα, ὅπως ὅλοι μας, ἀλλὰ ὁ Σολωμὸς ἦταν ἕνας καλὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ποιητής. Συμμαθητὴς τῆς μικρῆς του ἡλικίας μαρτυρεῖ ὅτι τὸν εἶδε νὰ κλαίει θερμὰ γιὰ τὸν θάνατο συνομηλίκου ―αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀθρωπιά του ― καὶ νὰ φιλᾶ τὸ χέρι ἑνὸς ἄλλου ποὺ εἶχε κάνει ἕνα εὐεργέτημα ― αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ποιητικότητά του, προφανῶς ἀσύνειδη τότε. Κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἰταλία, μία ἡμέρα ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, τὸν ρώτησαν: «Παιδί μου, ποῦ ἤσουνα προτοῦ νὰ γεννηθεῖς;» Ἀποκρίθηκε: «Εἰς τὸν νοῦ τοῦ Θεοῦ». Ἡ ποιότητα τῆς εὐαισθησίας τῆς «γλυκαισθησίας» ὅπως λέει ὁ Πολυλᾶς καὶ ἡ εὐτυχὴς ἀπόδοση τῆς αἰσθητικῆς συγκίνησης, ποὺ προκαλοῦν αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ καὶ ἡ ἀπόκριση, πέρασαν καὶ στὸ ἔργο του, διότι ὁ Σολωμὸς δὲν γεννήθηκε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἔγινε ποιητής, ἐπεξεργαζόμενος τὸ ἔργο του ἐξαντλητικά. 

Κι ἐνῶ ὁ Σεφέρης ἔχει διατυπώσει πολλὲς εὔστοχες παρατηρήσεις στὰ δοκίμια καὶ στὰ ἡμερολόγιά του, προέβη σὲ μεγάλη ἀστοχία λέγοντας ὅτι ὁ Κάλβος, ὁ Καβάφης καὶ ὁ Σολωμὸς ἦταν «οἱ τρεῖς μεγάλοι ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά». Ποιὰ θὰ ἦταν ἄραγε ἡ καλὴ ἑλληνική, στὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γραφτεῖ ὁ Ὕμνος; Ποιὰ συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς ποίησης θὰ εἶχε ὑπάρξει ἂν ὁ Σολωμὸς δὲν γνώριζε ἑλληνικά; Τὸν Ποιητὴ τὸν ὀφείλουμε στὴν μητέρα του Ἀγγελικὴ Νίκλη, γυναίκα τοῦ λαοῦ, στὸν Σπυρίδωνα Τρικούπη, ποὺ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Ἰταλικὸς Παρνασσὸς διαθέτει ἤδη τὸν Δάντη του, ἐνῶ ὁ ἑλληνικὸς ὄχι, στὸν Ἰάκωβο Πολυλὰ ποὺ ἔβαλε σὲ τάξη καὶ ἐξέδωσε τὰ «Εὑρισκόμενά» του, στὸν Κωστὴ Παλαμὰ καὶ στὸν ἴδιο.

Δὲν δικαιώνεται ὁ Σεφέρης ἐπειδὴ ὁ Σολωμὸς ἀπάντησε στὸν Τρικούπη «ἐγὼ δὲν ξέρω ἑλληνικά»· ἂν δὲν ἤξερε δὲν θὰ ἔγραφε ἕναν Ὕμνο 158 στροφῶν λίγους μῆνες μετὰ τὴ συνάντησή τους καὶ μάλιστα μέσα σὲ ἕναν μῆνα· στὴν Ἰταλία πῆγε δέκα ἐτῶν, ἄρα μπολιασμένος μὲ τὸ γάλα τῆς μητρικῆς γλώσσας· ὡς τὸν ἐρχομὸ τοῦ Τρικούπη στὴ Ζάκυνθο τέλη τοῦ 1822, εἶχε γράψει τὴν «Τρελὴ Μάνα», τὸν «Θάνατο τῆς ὀρφανῆς», τὸν «Θάνατο τοῦ βοσκοῦ», τὴν «Εὐρυκόμη», τὴν «Ξανθούλα», τὴν «Ψυχούλα», τὸ ποίημα «Λίγα Γιούλια» καὶ τὴ «Σκιὰ τοῦ Ὀμήρου»· ἡ δὲ «Τρελὴ Μάνα» ποτὲ δὲν ἀπαγγέλθηκε χωρὶς νὰ προκαλέσει τὰ δάκρυα τῶν ἀκροατῶν της, ἔτσι καθὼς ἄστραφταν σὰν νεόκοπο χρυσάφι οἱ δημοτικὲς λέξεις στὴ νέα δημοτική τους μεταχείριση· δὲν θὰ εἶχε γράψει τὸν «Διάλογο» γιὰ νὰ καταδείξει μὲ τὸ παράδειγμα τῆς πρότυπης γραφῆς του, πὼς ἡ γραπτὴ γλώσσα κάθε τόπου ὄχι μόνο πρέπει ἀλλὰ καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀπόδοση τῆς προφορικῆς ἢ μητρικῆς γλώσσας. 

Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1822 ἤξερε ἑλληνικὰ καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι νομίζουμε καὶ ὁ Σεφέρης δὲν δικαιολογεῖται, γιατὶ τὰ παραπάνω μποροῦσε νὰ τὰ εἶχε ―καὶ ὄφειλε― νὰ τὰ εἶχε διαπιστώσει· καἰ ὄφειλε γιατὶ χωρὶς τὸν Σολωμὸ δὲν θὰ εἶχε ὑπάρξει ὁ ἴδιος. Τὰ λόγια τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη συνιστοῦσαν, οὐσιαστικά, ἐνθάρρυνση, γιατί ὁ Σολωμὸς φλέγονταν νὰ πάρει τὸν δρόμο τῆς συστηματικῆς ἐνασχόλησης μὲ τὴν ἑλληνική. Εἶχε μέσα του τὴ μάνα του, ἡ συνείδησή του ἤτανε ἑλληνική, μὴ γελιόμαστε. Ἡ ἀντίδρασή του στὴν ἐνθάρρυνση ἦταν ἀπόδειξη τῆς ὑπευθυνότητάς του ἂν θὰ τὰ κατάφερνε, μετὰ τὴν δεκαετὴ παραμονή του στὴν Ἰταλία. Τὰ κατάφερε ― εὐτυχῶς γιὰ ὅλους μας. Πρῶτα ὑποτάχθηκε στὴ γλώσσα τοῦ λαοῦ καὶ μετά, χάρις στὸ ταλέντο καὶ στὴν ἄοκνη ἐργασία του, τὴν κυρίεψε. 

Ὅπως ἔχουμε τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά μας, τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμά μας, ὡς Ἕλληνες, ἔτσι ἔχουμε καὶ τὴ γλώσσα, μὲ τὴν ὁποίαν «ἀκουόμεθα ἀνάμεσό μας», πάλι ὡς Ἕλληνες, γράφει στὸν «Διάλογο». Ἡ ἀνορθογραφία του δὲν ἀναιρεῖ τὰ παραπάνω. Στὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ Σολωμὸς ἀκολούθησε τὴ συνήθεια τῶν Ἑλλήνων ποὺ διέθεταν μικρότερη ἢ μεγαλύτερη ἰταλικὴ σχολικὴ μόρφωση στὰ Ἑπτάνησα καὶ σὲ ἄλλα ἰταλοκρατούμενα τότε μέρη τῆς Ἑλλάδος. Δικαίωσε πλήρως τὸν φίλο του καὶ κριτικὸ Giusepe Montani, ὁ ὁποῖος τὸν κατευοδώνει στὸ γράμμα του ὡς ἐξῆς: «Στὸ καλὸ λοιπόν, ἀγαπημένε μου Διονύσιε, στὸ καλό! Τὸ πνεῦμα τῶν θαλασσῶν, τῆς ἁγίας φιλίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἂς σὲ συντροφεύουν…Ἂν ἀφιερωθεῖς ἔστω κι ἀποκλειστικὰ στὴν τέχνη τῶν μουσῶν, θὰ ἔχεις νὰ ἐκφράσεις ἀληθινὰ καὶ γενναῖα αἰσθήματα, νὰ διεγείρεις ὑψηλὰ πάθη, νὰ εἰσαγάγεις μιὰ ἄδολη εὐγένεια. Ὁ πατριωτισμὸς θὰ σοῦ δίνει ὑπέροχες ἐμπνεύσεις κι ὅσο πιὸ καλὸς ποιητὴς τόσο καὶ πιὸ καλὸς πολίτης θὰ μπορεῖς νὰ πιστεύεις πὼς εἶσαι».

Ὁ πατριωτισμὸς καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας ἔδωσαν στὸν Σολωμὸ τὴν ὑπέροχη ἔμπνευση τοῦ Ὕμνου καὶ τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων. Ὁ ποιητὴς ἦταν ἤδη ὥριμος νὰ γράψει γιὰ τὴν Ἐπανάσταση καὶ χρειαζόταν μία μικρὴ ὤθηση γιὰ νὰ καταπιαστεῖ πρώτη φορὰ μὲ τὸ μεγαλόπνοο ἔργο, ποὺ αὐτὴ ἀπαιτοῦσε. Ἄλλωστε ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο ἔφυγε πλήρης ἀπὸ τὴν εὐθυμία τῆς νεότητας καὶ μετέβη στὴν Κέρκυρα μὲ σκοπὸ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν μοναξιὰ ―προϋπόθεση κάθε τέχνης μὲ ἀξιώσεις.

Ὁ Ὕμνος γράφτηκε τὸν Μάιο τοῦ 1823. Ἐτέθη τὸ ἐρώτημα γιατί δὲν πολέμησε ὁ Σολωμός…Πολέμησε· χρέος του ἦταν νὰ δώσει στὸ ξαναγεννημένο Γένος τὸν πρῶτο του ποιητή. «Ἕκαστος ἐφ’ ᾦ ἐτάχθη» γράφουν ὁ Ἡρόδοτος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ καθεὶς καὶ τὰ ὅπλα του» ὁ Ἐλύτης. Ὁ Ὕμνος εἶναι στὴν πράξη γενναία, ἐφάμιλλη τῆς γενναιότητας τῶν ἐνόπλων ἀγωνιστῶν. Οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ Μεσολογγίου δὲν παραπονοῦντο ποὺ ὁ Σολωμὸς δὲν βρίσκονταν ἀρματωμένος στὶς ντάπιες. Διάβαζαν τὸν Ὕμνο καὶ μέσα στὴν πείνα καὶ στὸν θάνατο χόρταιναν καὶ ἀνασταίνονταν ἀπ’ τὸ σῶμα του γιὰ νὰ χύσουν τὸ αἷμα τους μὲ ἐνδυναμωμένο τὸ φρόνημα. 

σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι


Φωτογραφία: Πέτερ φον Ες (1792-1871), Η άφιξη του ΌΘωνα στην Αθήνα (1839). Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου, Γερμανίας.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Φεβρουαρίου 2021, αρ. φύλλου 1069. Η συνεργασία του οφείλεται στην ευγενή μεσολάβηση της κ. Χρυσούλας Πατρώνου Παπατέρπου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ