27.2.22

ΣΟΦΙΑΣ ΚΛΕΙΟΥΣΗ: Μνήμες εδεσματολογίου


ΟΔΟΣ εφημερίδα της Καστοριάς
ΟΔΟΣ 1.7.2021 | 1086


Δύο αποσπάσματα από το ομώνυμο αφήγημα της συγγραφέας 


Απόσπασμα Ι

[...] Στην παιδική μου ηλικία βέβαια ουδέποτε με είχε απασχολήσει η σχέση του έρωτα με τη μαγειρική. Είχα όμως ανακαλύψει, τα αλησμόνητα εκείνα καλοκαίρια στο χωριό, μια άλλη διάσταση της μαγειρικής δραστηριότητας, την κοινωνική...
Δεν ήταν λίγες οι φορές που, εκτός απ’ τις γυναίκες του σπιτιού, στην κουζίνα μας μπαινοβγαίνανε και άλλες, οι περισσότερες συνομήλικες της γιαγιάς μου και φουστανούσες. Αυτό γινόταν συνήθως όταν βράζαμε τη σάλτσα ή τη μαρμελάδα στο μεγάλο καζάνι της αυλής και όταν η γιαγιά ετοίμαζε τις λειτουργιές για κάποια μεγάλη γιορτή ή τα κόλλυβα των μνημόσυνων.
Ήταν οι πιο απολαυστικές συναθροίσεις και καθόμουν ανάμεσά τους μ’ ευχαρίστηση και ας ήξερα ότι θα ήμουν το παιδί για τα θελήματα...
«Σύρε, μαρή Σόνια, να μι φέρεις τ’ αλάτ’!»
«Ανακάτιβι, ανακάτεβι μι την κουτάλα, μέχρι να σι πω να σταματήσεις!»
Η μαμά με έλεγε «μικρομέγαλο».
«Δεν πας να παίξεις με τη Ρίστα και τη Μάρθα στην πλατεία και να μην μπερδεύεσαι στα πόδια μας;»
Κι εγώ κώφευα επιδεικτικά! Δε θα έχανα με καμία δύναμη τέτοιο νταβαντούρι, τέτοια γυναικοσύναξη και τέτοιες ιστορίες ευτράπελες και πικάντικες! Μα πάνω απ’ όλα τρελαινόμουν να τις ακούω να μιλάνε...
«Μαμά, η γιαγιά Θυμούλη ξέρει Αγγλικά!»
Προτού ακόμη έρθει ο Μπίλης μας σ’ επαφή με την αγγλική γλώσσα, ήταν βέβαιος ότι την πρωτάκουσε στο χωριό της μαμάς.
«Όχι, δεν είναι Αγγλικά», τον προσγείωσε εκείνη. «Είναι η γλώσσα που μιλάς και συ. Απλώς η προφορά τους είναι διαφορετική. Αν προσέξεις λίγο, θα καταλάβεις τι σου λένε».
Αδύνατον! Ιδιαίτερα με τις γερόντισσες του χωριού, οι διάλογοι παρέπεμπαν ευθέως στο θέατρο του παραλόγου...
«Ισύ διν είσ’τς Τσάντως τς Τουλέοι; η ιγγόνα τς Γιάνναινας;»
«Μπαρδόν;»
Αυτό χρησιμοποιούσε η θεία Μάνια, η μικρότερη και σπουδαγμένη αδερφή του πατέρα μου, αυτό είπα κι εγώ!
«Τίνους Μπαρδούμη, μαρή; Έτς λεν τουν πατέρα σ’;»
Παρόμοιες ατάκες επαναλαμβάνονταν συχνά-πυκνά. Με αρκετή επιμονή και υπομονή κατάφερα να μάθω ότι Τσάντω τς Τουλέοι δεν ήταν κάποια εξωτική τοποθεσία στα παράκτια της Σκωτίας αλλά η αγαπημένη μου μαμά-Σάντρα.
«Καλά, κι εσύ μαμά, άφηνες να σε φωνάζουν Τσάντω;» απόρησα κάποτε εγώ με ύφος απαξιωτικό.
«Μη μου το παίζεις εμένα πρωτευουσιάνα» με αγριόκοψε η μαμά. «Εδώ είναι οι ρίζες σου. Και τη γλώσσα των δικών σου ανθρώπων αν τη μελετάς και να τη μαθαίνεις. Και να ‘ σαι περήφανη γι’ αυτή...»
Όσο για το πατρωνυμικό τς Τουλέοι, με πληροφόρησε η κυρία Σάντρα, Τουλέους ονόμαζαν την οικογένεια του πατέρα της, γιατί τέσσερις γενιές πίσω «ιδρυτής του οίκου» υπήρξε κάποιος Χρήστος με το υποκοριστικό Χρηστούλης, εξ ου και το «Τούλης· κι έκτοτε όλοι οι απόγονοι του εν λόγω «γενάρχη, ονομάστηκαν Τουλέοι, δηλαδή οι απόγονοι του Τούλη.
«Και γιατί, μαμά, τη γιαγιά άλλοι τη φωνάζουν Δημητρούλα και άλλοι Γιάνναινα; Τι σχέση έχει με τα Γιάννενα;»
«Αν το προσέξεις, Δημητρούλα τη φωνάζουν όσοι είναι απ’ το δικό της το σόι. Οι συγγενείς του παππού τη λένε Γιάνναινα, που πάει να πει «η γυναίκα του Γιάννη».
Μετά απ’ αυτό το πρόχειρο μάθημα γλωσσολογίας, άρχισα να παρατηρώ πιο προσεκτικά τα ονόματα, βαφτιστικά, πατρωνυμικά, ανδρωνυμικά, παρατσούκλια, λέξεις δυσκολοπρόφερτες από την τόση κατάχρηση των συμφώνων, και χαιρόμουν που λίγο-λίγο μπορούσα να καταλαβαίνω ακόμη και την τέτα Λούκαινα, που είχε τα χρόνια του Μαθουσάλα και που, για να μιλήσεις μαζί της, χρειαζόσουν διερμηνέα.
Διασκέδαζα με την ψυχή μου όταν άκουγα τη Φώτω και τη Διαμάντω —ή αλλιώς τη Σταύραινα και την Πέτραινα— σκυμμένες πάνω από την κατσαρόλα με το στάρι να προσεγγίζουν με άκρα σοβαρότητα όλα τα θέματα της επικαιρότητας τοπικού, κατά κύριο λόγο, ενδιαφέροντος... 
«Δεν τα ‘ μαθες, μα; Η Βάσω του Γιώργου τς Ζηκέοι κλέφτκε με τον Λάζο τς Μανέοι».
«Ιιι! Το χαμένου του τσουλί!»
... ή και ευρύτερου κοινωνικου-πολιτικού:
«Να ειπείς του Πέτρου να πα να κάμει τα χαρτιά του να βγάλει σύνταξη για την Αντίσταση».
«Ε, μα ο Πέτρος τότες ήταν δυο χρονών...».
«Ε, τι σε λέω μα! Ούλοι παίρνουν!»,
Βέβαια η συνεπής θητεία μου στη γυναικεία μαγειρική συντροφιά είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα... 
Ήμουν η πρώτη που δοκίμαζα τη μαρμελάδα δαμάσκηνο, προτού κλειστεί στα γυάλινα βαζάκια και η πρώτη απ’ όλα τα παιδιά του χωριού που γευόμουν τα πεντανόστιμα κόλλυβα, προτού απλωθούν στα μεγάλα σινιά· όλο το λοιπό παιδομάνι θα έπρεπε να περιμένει την Κυριακή να σχολάσει το μνημόσυνο, για να πάρουν σειρά για το ... πιο δημοφιλές κέρασμα της εποχής. 
Επειδή όμως ουδέν καλόν αμιγές κακού, υπήρχε κι ένα θεματάκι που ανέκυπτε κάθε Σεπτέμβρη, όταν επέστρεφα περιχαρής στο σχολείο κατά μια τάξη μεγαλύτερη· και ανέκυπτε, μόλις άνοιγα το στόμα μου:
«Άσε κάτω την κασετίνα μου, μαρή!»
«Έλα δω, μα! Τι κοτσάνες μου τσαμπουνάς!»
«Έφυγε ο Μπότης. Πάει σα παν!»
Και ήμουν σίγουρη ότι η Καίτη και η Σταυρούλα γελούσαν πίσω απ’ την πλάτη μου. Μέρι ωστόσο την παρέλαση του Οκτώβρη είχα ξαναβρεί τη στρωτή προφορά του ... άστεως και αποστήθιζα τους νέους κανόνες του μονοτονικού συστήματος. Και κάθε που άνοιγε η μαμά ένα βαζάκι μαρμελάδας από το χωριό, βουτούσα μέσα τα δάχτυλα κι έπαιρνα τη γεύση και το άρωμα του ζαχαρωμένου φρούτου και του φευγάτου καλοκαιριού... [...]

Απόσπασμα ΙΙ

[...] «Ποίημα!» αναφώνησα κατάπληκτη. «Είσαι ποιητής;» τον ρώτησα με ανυπόκριτο θαυμασμό.
«Τίποτε τέτοιο· γεμίζω απλώς τις σελίδες του τετραδίου μου τις ώρες της μοναξιάς»
«Και πώς μαθαίνεις να γράφεις ποιήματα; Εγώ κάποτε πήγα να γράψω ένα ποίημα για τον Παύλο Μελά και βγήκε χάλια η ομοιοκαταληξία».
«Θα μάθεις με τον καιρό, Σόνια» χαμογέλασε τότε εκείνος με μειδίαμα γριφώδες «ότι η ποίηση είναι κάτι περισσότερο ή μάλλον κάτι διαφορετικό από στιχάκια που ομοιοκαταληκτούν. Και ίσως έρθει η ώρα που θα γράψεις το δικό σου ποίημα».
«Πότε;»
«Όταν θα φλέγεσαι... Όταν δεν θα μπορεί να γίνει αλλιώς».
Στεκόταν αντικρύ μου, το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής, η εγγύτητα αυτή αποδιοργάνωνε ανελέητα όλον τον κόσμο,, όλη την τάξη μέσα μου και εκτός μου, πάσχιζα να τιθασεύσω την προδοτική ανταρσία των ορμονών μου ανακαλώντας τις αλάθητες και κατασταλτικές νουθεσίες της μαμάς περί αποφυγής οιασδήποτε απόπειρας αποπλανήσεως και σπιλώσεως της «τιμής της θυγατρός», όταν εκείνος άπλωσε το χέρι του —είμαι πέρα για πέρα σίγουρη ότι έτρεμε τότε σαν να ‘τανε νιόβγαλτο ξεπεταρούδι— με άγγιξε τρυφερά στο μάγουλο και ήταν η θέρμη του για μένα σαν μια προαιώνια θύμηση που είχε θαφτεί βαθιά μέσα μου και δεν έβρισκα λόγια για να τη βγάλω από την ανυπαρξία, ενώ για στερνό αντίο άφησε στα μαλλιά μου ένα πεταχτό, σκανταλιάρικο φιλί.
«Στο επανιδείν, Σόνια...»
«Αντίο, Τόλη...»
Το ίδιο βράδυ ξεδίπλωσα γεμάτη έξαψη και αγωνία το φύλλο με το ποίημα του Τόλη και άρχισα να καταπίνω με απληστία τις μικρές αράδες:

Σημείο Ζωής

Εγώ δε γράφω τούτες τις αράδες στα γόνατα κανενός Θεού.
Είμαι θηρίο.

Εγώ δε γράφω τούτες τις αράδες για εκστατικούς ανεκπλήρωτους έρωτες
και ματωμένα φεγγάρια.
Ξοδεύτηκα αγαπώντας.

Εγώ δε γράφω τούτες τις αράδες για σκληρούς αδιέξοδους καιρούς
και κενά υπαρξιακά.
Έχω καλό ψυχολόγο.

Γράφω τούτες τις αράδες για να ξέρεις 
ότι υπάρχω ακόμη 
κάτω από ένα άλλο, μουντό ουρανό
και νταντεύω ανεπούλωτες κρυφές πληγές 
και παιδιάστικους κουτούς εγωισμούς.

Η γνώση και η εμπειρία μου γύρω από την ποίηση ήταν ισχνή έως μηδενική και περιοριζόταν στα διδασκόμενα κείμενα των σχολικών ανθολογίων. Από τα λιγοστά μου διαβάσματα είχα αποκομίσει την αίσθηση ότι η ποίηση είναι η αποθέωση του ...πλουμιστού λόγου, της στολισμένης και επιτηδευμένης έκφρασης. Άλλωστε τα καλολογικά στοιχεία αναζητούσαμε στο μάθημα υπό το επιτιμητικό ύφος των καθηγητών μας.
Δεν είχα φανταστεί λοιπόν ποτέ μου ότι μπορείς να γράψεις ένα ποίημα με την ίδια γλώσσα που κουβεντιάζεις με έναν φίλο, με λέξεις τόσο καθημερινές, με υλικά τόσο απλά. Να, επιτέλους ένα μήνυμα ξεκάθαρο! Ούτε σκοτεινό, ούτε ερμητικά κλειστό. Ήμουν σίγουρη ότι αφορούσε εμένα, ότι γράφτηκε για μένα, ότι ο υπογράφων «στη μικρή Σόνια, Τόλης...» σε μένα απευθυνόταν με κείνο το «θέλω να ξέρεις...» [...] 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 1 Ιουλίου 2021, αρ. φύλλου 1086.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ