20/2/10

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΟΡ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη… (V)

Η ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ (I)

Ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, πεντέμισι και πλέον αιώνες κι ας πάμε στην Κωνσταντινούπολη στα 1453, την περίοδο αμέσως μετά την Άλωση της από τους Οθωμανούς. Την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου ακολούθησε βεβαίως τριήμερο λεηλασιών από τους κατακτητές. Όμως κάποτε τέλειωσε κι αυτό κι ο Πορθητής θέλησε να βάλει σε τάξη και νέα σειρά την πρωτεύουσά του 92. Δε την ήθελε φυσικά μια πόλη παρηκμασμένη και πληθυσμιακά αποψιλωμένη, όπως είχε πλέον καταντήσει, αλλά μια πόλη ακμαία σε όλους τους τομείς, αντάξια του παρελθόντος και της ιστορίας της. Είχε άλλωστε αγωνιστεί πολύ για να την κατακτήσει.

Στην αλωθείσα Πόλη όμως, ο Μεχμέτ εκτός από τα επώνυμα βυζαντινά μνημεία, τα πλείστα των οποίων είχαν χάσει το φορητό τους πλούτο, συνάντησε ερείπια, ακατοίκητες έως χέρσες γειτονιές και ανθρώπινα ράκη.
Ολόκληρες περιοχές εντός της περίτειχης Επταλόφου είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους – όχι μόνο την περίοδο πριν την Άλωση και αμέσως μετά από αυτήν, αλλά ήδη από αρκετά παλαιότερα. Η Κωνσταντινούπολη του 1453 ήταν μια πόλη σαράντα ως πενήντα χιλιάδων ψυχών, σκιά του παλιού εαυτού της και γεμάτη ερείπια και φαντάσματα, ύστατη ικμάδα της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είχε καταντήσει μια ολιγάνθρωπη πόλη – κράτος, χωρίς πόρους και χωρίς επικράτεια. Ένα σύμβολο που είχε χάσει την ύλη και το περιεχόμενό του, καθώς η ουσιαστική Άλωση είχε συντελεστεί πολύ παλαιότερα.
Όμως ο Μεχμέτ έπρεπε να ξανακάνει την νέα του πρωτεύουσα περίλαμπρη, να την ξανακάνει Βασιλεύουσα. Έπρεπε τώρα να αγωνιστεί για την Αναγέννηση μιας Πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, της Ντερσααντέτ του.


* * * *

Για αρκετά χρόνια, καθώς σεργιάνιζα τις γειτονιές της Πόλης κοντά στα τείχη, κατηφόριζα το Hoca Çakir Sokak 93, το δρομάκι που περνάει μπροστά από το Τεκφούρ-σαράϊ - ερείπιο βυζαντινού ανακτόρου, που θρυλείται πως ανήκε στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο - και πάει προς το Εγρήκαπου, την Χαρσία Πύλη ή της Καλλιγαρίας, και συναντούσα στο δεξί μου χέρι μια μνημειώδη αψίδα που δεν μπορούσα τότε να αναγνωρίσω και να ταυτίσω, καθώς η επιγραφή στην κορυφή είχε κρυφτεί μέσα στα χορτάρια. Και επειδή οι μεν γηγενείς της περιοχής είχαν μεταναστεύσει προ πολλού για άλλες πολιτείες, οι δε ντόπιοι ήταν κατά το πλείστον νιόφερτοι και αγράμματοι, δεν υπήρχε κάποιος γνώστης για να με πληροφορήσει.

Αργότερα, όταν άρχισα να γνωρίζω σε μεγάλο βάθος την Κωνσταντινούπολη, έμαθα πως η αψίδα, κλειστή σήμερα, ήταν άλλοτε η κύρια είσοδος μιας εκ των πλέον ιστορικών Συναγωγών της Πόλης, που μετράει πάνω της αιώνες ιστορίας και η ρίζα της ξεκινά τη χρονιά της Άλωσης. Απέναντί της, αξιόλογα και επίσης αταύτιστα παλαιϊκά κτίσματα, μαζί με τον εν γένει βυζαντινό περίγυρο, δημιουργούν πάντοτε εικόνα υποβλητική: Βρίσκεσαι σε μιαν άλλη εποχή…
Άλλοτε βρισκόταν εκεί η Συναγωγή της Καστοριάς. Καστοριανοί Εβραίοι έποικοι εγκαταστάθηκαν με προτροπή του Μεχμέτ του Β’ του Πορθητή στην περιοχή αυτή, που είχε εγκαταλειφθεί από τους Βυζαντινούς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη μια μικρή Ρωμανιωτική εβραϊκή κοινότητα, που ζούσε σχετικώς καταπιεσμένη και γι’ αυτό υποδέχτηκε τον Πορθητή με ενθουσιασμό 94.

Ο Μεχμέτ λοιπόν, όπως είπαμε, θέλησε να ξαναδώσει αίγλη στην Κωνσταντινούπολη, που ήδη την ύστερη βυζαντινή περίοδο είχε παρακμάσει και αποψιλωθεί πληθυσμιακά και βεβαίως μετά την Άλωση κατάντησε μια σχεδόν έρημη πόλη, με εκτεταμένες περιοχές να μένουν εντελώς ακατοίκητες και να χρησιμοποιούνται ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Μερίμνησε λοιπόν ώστε να μεταφερθούν από άλλες περιφέρειες της Αυτοκρατορίας διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, τόσο χριστιανών, όσο και μουσουλμάνων και Εβραίων 95.
Εφαρμόστηκε τότε από το Μεχμέτ το Οθωμανικό σύστημα του Σουργκιούν 96, όρος που κατά κυριολεξία σημαίνει εξορία. Επρόκειτο για μια συστηματική πρακτική μετακίνησης πληθυσμών από την Οθωμανική Διοίκηση, που άλλοτε είχε το χαρακτήρα τιμωρίας και ποινής, και άλλοτε την οργανωμένη μετεγκατάσταση πληθυσμών με στόχο την εξυπηρέτηση πολιτειακών στόχων.

Η μετοίκηση αυτή των Καστοριανών Εβραίων είχε χαρακτήρα μάλλον αναγκαστικό, πλην όμως στους μετοικήσαντες δόθηκαν ποικίλα κίνητρα, ώστε να γίνει η νέα τους εγκατάσταση πιο άνετη και να ριζώσουν στην Πόλη. Το δε εβραϊκό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε τόσο για την τόνωση του εμπορίου, όσο και λόγω της ελληνοφωνίας του, ως μεσολαβητής μεταξύ της Οθωμανικής διοίκησης και του ελληνικού χριστιανικού πληθυσμού. Την περίοδο αυτή, εκτός από τους Καστοριανούς, μετοίκησαν στην Πόλη Εβραίοι και από άλλες πόλεις της Μακεδονίας: Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Βέροια, Ιστίπ, Σκόπια, Αχρίδα 97, δημιουργώντας και τις αντίστοιχες Συναγωγές, άλλες από τις οποίες αποτελούν σήμερα ανάμνηση, άλλων σώζονται τα ερείπια, της δε Αχρίδας η Συναγωγή έχει συντηρηθεί και λειτουργεί, θεωρούμενη ως η ιστορικότερη των Κωνσταντινουπολίτικων Συναγωγών…

Σουργκούνηδες ήρθαν και από άλλες πόλεις της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, με συνέπεια ο μεν εβραϊκός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης να αυξηθεί θεαματικά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, αλλά παράλληλα δεκάδες ιστορικές εβραϊκές κοινότητες στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας ερήμωσαν και εξαφανίστηκαν 98. Και βέβαια η μετεγκατάσταση αυτή ήταν συχνά επαχθής για τους μεταφερόμενους πληθυσμούς, όπως αποδεικνύεται από μαρτυρίες, όπως αυτή ενός γιατρού από τη γειτονική Βέροια, που αυτοαποκαλείται στα γραπτά του «Εφραϊμ μπεν Γκερσόν ο εξόριστος» 99.

Όσον αφορά στην Καστοριά, αναφέρεται η έλευση στην Κωνσταντινούπολη ενός σημαντικού αριθμού Καστοριανών, υπό την ηγεσία του ραβίνου Ματταθία Ταμάρ. Η ίδρυση της Συναγωγής της Καστοριάς στο Μπαλατά – από το γειτονικό Παλάτιον των Βλαχερνών - είναι πιθανόν να έγινε αμέσως μετά την Άλωση και εντός του 1453 100, ή πάντως οπωσδήποτε ανάμεσα στα 1454-1459. Όντας Ελληνόφωνοι Ρωμανιώτες, οι Εβραίοι της Καστοριάς έγιναν συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στους υπόδουλους Ρωμιούς και στην Οθωμανική Διοίκηση. Η άφιξή τους μάλιστα είχε τέτοια μαζικότητα και επιρροή στην περιοχή, ώστε για αρκετό διάστημα η ζώνη από το Εγρήκαπου ως και το Μπαλατά ήταν γνωστή με το όνομα της πόλης προέλευσης των εποίκων: Καστορία. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, καθώς η Συναγωγή ήταν χτισμένη πάνω στον έκτο λόφο, τα δρομάκια που οδηγούσαν στη Συναγωγή από το Αϊβάνσαράϊ – τις βυζαντινές Βλαχέρνες και από τον κυρίως Μπαλατά, ήταν γνωστά στους ντόπιους ως «Las eskaleras de la Kasturiya» 101, τα σκαλοπάτια της Καστοριάς…

Ασφαλώς η κοινότητα των Καστοριανών δεν ήταν τόσο πολυάριθμη – ή αν θέλετε οι Ισπανόφωνοι Σεφαραδίτες που αφίχθησαν στο τέλος του 15ου αιώνα, ως kendi gelen όμως, ως εθελουσίως δηλαδή προσερχόμενοι, ήταν πολύ περισσότεροι – που δεν θα μπορούσαν να την αφήσουν αμιγή και ανεπηρέαστη. Αντίθετα, οι τελευταίοι επικράτησαν γλωσσικά τουλάχιστο. Παρόλα αυτά, η Συναγωγή της Καστοριάς διατηρήθηκε σε λειτουργία μέχρι την τέταρτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Μάλιστα οι δύο κοινότητες, αυτή της Κωνσταντινούπολης και αυτή που παρέμεινε στη μακεδονική πόλη, διατήρησαν μεταξύ τους στενές σχέσεις μέχρι το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οπότε εξολοθρεύτηκαν οι Ελληνοεβραίοι από τους Ναζί. Σχέσεις οικονομικές, όσο και κοινωνικές, που δυνάμωναν μέσα από συνοικέσια και οικογενειακούς δεσμούς. Και μέχρι τις μέρες μας ακόμη, συναντάται στους Εβραίους της Κωνσταντινούπολης το δηλωτικό της καταγωγής επώνυμο Kastoryano 102, που κουβαλά ιστορία πέντε και πλέον αιώνων.

Στα προπολεμικά χρόνια οι γύρω από τη Συναγωγή δρόμοι ήταν πυκνά κατοικημένοι από εβραϊκές οικογένειες, και οι παλιότεροι θυμούνται το σαμάς, το νεωκόρο, να γυρίζει τα βράδια της Παρασκευής φωνάζοντας: “asendar ke es tadre” ειδοποιώντας δηλαδή πως πρέπει να σταματήσουν τις δουλειές γιατί είναι αργά κι έρχεται το Σάββατο, τα δε πρωϊνά του Σαββάτου καλώντας τους άνδρες για Προσευχή: “Alto Sinyores, ya van a dizir Baruh Sema” – «Εμπρός, κύριοι, πάμε να προσευχηθούμε για το Σάββατο» 103. Πιο παλιά ακόμη, το ίδιο το γειτονικό της Συναγωγής βυζαντινό ανάκτορο του Τεκφούρ Σαράϊ κατοικείτο από φτωχές εβραϊκές οικογένειες, λειτουργώντας κάποτε και ως Πτωχοκομείο. Στα 1850 ακόμη, γράφει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, «… εργάζονται υαλουργοί Ιουδαίοι. Εις δε το υπέργειον οικούσιν άθλιαι τινές οικογένειαι Ιουδαίων…» 104.

Κάποια συμπεράσματα για τα αριθμητικά δεδομένα του εβραϊκού πληθυσμού της συνοικίας της Καστοριάς την περίοδο αυτή, μπορούμε να αντλήσουμε από τις κοινοτικές εκλογές του 1865. Η συναγωγή της Καστοριάς είχε τότε 96 ψήφους σε σύνολο 886 ολόκληρου του Μπαλατά κι έβγαλε 2 εκλέκτορες σε σύνολο 10 105. Τα χρόνια εκείνα ο Μπαλατάς ήταν η μεγαλύτερη εβραϊκή συνοικία της Πόλης, όπου άλλωστε κατοικούσαν πάνω από δέκα χιλιάδες Εβραίοι ως τη δεκαετία του 1950.

(Συνεχίζεται)




92. Η λεηλασία δεν ήταν επιλογή του Μεχμέτ, αλλά επιβαλλόταν από τη σεριάτ, τον ιερό νόμο του Ισλάμ, καθώς η Πόλη είχε καταληφθεί με τη βία και συνεπώς τα κινητά αγαθά της ήταν νόμιμη λεία των πολεμιστών, ενώ οι κάτοικοι της μπορούσαν να σκλαβωθούν. Όταν ο Μεχμέτ εισήλθε στην Πόλη την πρώτη ημέρα της Άλωσης, διέκοψε τις λεηλασίες. Βλ. Χαλίλ Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή, 1300-1600, μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης, Αλεξάνδρεια 1994, σελ. 52-53.
93. Η ακριβής διεύθυνση της Συναγωγής της Καστοριάς είναι Hoca Çakir Sokak no 132.
94. Βλ. Naim Avigdor Güleryüz, The History of the Turkish Jews, Gözlem, Istanbul 2000, σελ. 6.
95. Stanford J. Shaw, The Jews of the Ottoman Empire and the Turkish Republic, Macmillan Press, London 1989, σελ. 28-29.
96. Για το Σουργκιούν βλ. Joseph Hacker, “The Sürgün System and Jewish Society in the Ottoman Empire During the Fifteenth to the Seventeenth Centuries”, σελ. 1-65, στο Aron Rodrigue (Ed.), Ottoman and Turkish Jewry. Community and Leadership, Indiana University, Bloomington 1992
97. Stanford J. Shaw, ο,π,, σελ. 66.
98. Jacob Barnai, “On the History of the Jews in the Ottoman Empire”, στο Esther Juhasz (ed.), Sephardi Jews in the Ottoman Empire. Aspects of Material Culture, The Israel Museum, Jerusalem 1990, σελ. 19.
99. Joseph Hacker, ο.π., σελ. 12-13.
100. M. Molho, ο.π. σελ 20.
101. Marie - Christine Varol, Balat, Fauburg Juif d’ Istanbul, The Isis Press, Istanbul 1989, σελ. 20 και Naim Güleryüz, Istanbul Sinagoglari, Istanbul 1992, σελ 22.
102. Επώνυμα εβραϊκών οικογενειών της συνοικίας της Καστοριάς τον 20ο αιώνα ήταν επίσης τα Toros, Taragano, Dinar, Soria, Palti, Benbasat, Çerasi, Sion, Alkulumbre τα οποία δεν απαντώνται στην εβραϊκή κοινότητα της Μακεδονικής πόλης την ίδια περίοδο, προφανώς λόγω της πληθυσμιακής κινητικότητας του εβραϊκού στοιχείου μέσα στους αιώνες που μεσολάβησαν από την εγκατάσταση του στην Κωνσταντινούπολη.
103. Naim Güleryüz, ο.π., σελ 22.
104. Σκαρλάτος Βυζάντιος, Η Κωνσταντινούπολις ή περιγραφή τοπογραφική, αρχαιολογική και ιστορική κ.τ.λ., τόμος Α΄, Αθήνησιν 1851 (Ανατύπωση Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα 1993), σελ. 365.
105. Abraham Galante, Documents officiels Turcs concernant les Juifs de Turquie, Istanbul 1931, σελ. 242-245. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε βεβαίως καθολική ψήφος και οι αριθμοί πρέπει να εξετάζονται κάτω από αυτό το πρίσμα.



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΜΕΡΟΣ I - ΜΕΡΟΣ II - ΜΕΡΟΣ III - ΜΕΡΟΣ IV - ΜΕΡΟΣ V - ΜΕΡΟΣ VI - ΜΕΡΟΣ VII - ΜΕΡΟΣ VIII


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.