24/7/10

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Τυφλοί οπαδοί της Θεάς Υπερκατανάλωσης

Oπαδοί, γιατί της έχουμε αφοσιωθεί άκριτα κι ολοκληρωτικά, τυφλοί γιατί συνηθίσαμε πια να βλέπουμε τον κόσμο με όπλο όχι τη λογική μας, αλλά την πιο τρελή μας παρόρμηση. Κι όμως…

Οι επιπτώσεις της υπερκατανάλωσης δεν είναι μονάχα δυσάρεστες και βαριές. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πληγή της ανθρωπότητας, η οποία ευθύνεται για πολλά δεινά της: για την ανισότητα ανάμεσα στους κατοίκους του πλανήτη μας, αφού η γη μας προσφέρει αρκετά για τις ανάγκες κάθε ανθρώπου, όχι όμως για την απληστία του (σοφά το διατύπωσε ο Μ. Γκάντι), όμως η απληστία κάποιων συγκέντρωσε πολύ πλούτο σε λίγα χέρια∙ γι’ αυτό και είναι αληθινά συγκλονιστική η διαπίστωση πως θα έφταναν τα χρήματα των 75 πλουσιότερων ανθρώπων στη γη για να καλύψουν τις ανάγκες όλων των πεινασμένων της, μόνο που αυτοί οι πλουσιότεροι άνθρωποι της γης (όχι μόνο οι 75) κατά κανόνα δε νοιάζονται παρά μόνο για να συσσωρεύουν πλούτο.

Όμως, η υπερκατανάλωση ευθύνεται κατά πολύ και για τα άλλα προβλήματα που έχουν θέσει τον πλανήτη μας σε τεράστιο κίνδυνο. Κι είναι τρομακτικά τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα σχετικά με το ποιος προκαλεί και πώς τα μεγαλύτερα προβλήματα στο περιβάλλον: για το απίστευτο ποσοστό του 30% φταίνε τα ίδια μας τα σπίτια (αλόγιστη χρήση ενέργειας, τεράστια παραγωγή σκουπιδιών…), για άλλο ένα 30% φταίνε οι μεταφορές μας (κατανάλωση καυσίμων, καυσαέρια,…), ενώ στο υπόλοιπο 40% μπαίνουν όλα τα άλλα (ανάμεσά τους και τα εργοστάσια, τα οποία οι περισσότεροι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε πως έχουν την κύρια ευθύνη για την περιβαλλοντική καταστροφή, αλλά καιρός να ξεβολευτούμε από αυτήν τη λαθεμένη εντύπωση και να αναλάβουμε ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν).



Η υπερκατανάλωση ευθύνεται, βέβαια, και για την πτώχευση χωρών που οι κάτοικοί τους (σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι άρχοντές τους κι έχουν μάλιστα και μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, γιατί ψηφίζονται για να μας συμμαζέψουν όλους αυτοί που οφείλουν να είναι οι πιο συμμαζεμένοι, δίνοντας σε όλους μας το καλύτερο παράδειγμα, αλλά πού...) κινούνται σαν τους μεγιστάνες του πλούτου που θαυμάζουν κι έχουν ως πρότυπα και θέλουν να τους μοιάσουν, χωρίς να το μπορούν όμως…
Αλλά ξέρω πολύ καλά πως δεν είμαι καθόλου κατάλληλη να εμβαθύνω σ’ αυτήν την πλευρά του θέματος, γιατί ούτε ειδικός είμαι ούτε γνώσεις σχετικές έχω. Σήμερα, λοιπόν, θα προσπαθήσω να πλησιάσω το θέμα από τη δική μου θέση, μεταφέροντας και στοιχεία που προέκυψαν από τους μικρούς μας μαθητές, τους «μικρούς σοφούς μου γέροντες», όπως πολύ σοφά και πολύ πετυχημένα τους αποκάλεσε ο σοφός κι ευαίσθητος και τρυφερότατος συνάδελφός μου Γιάννης, παιδαγωγός σε σχολείο της Δευτεροβάθμιας στην Αθήνα.

Τα παιδιά, λοιπόν, τα μικρότερα από 12 χρονών μας ξάφνιασαν ευχάριστα, όταν ένα συνηθισμένο πρωινό μιας καθημερινής μέρας διέκοψαν το μάθημά τους και κλήθηκαν να συμπληρώσουν τη μισοτελειωμένη φράση: « Ευτυχισμένος είναι όποιος…». Οι απαντήσεις τους καθόλου αναμενόμενες, αφού, σε αντίθεση με μας τους μεγάλους, σε αντίθεση και με τους ίδιους τους γονείς τους ακόμα, δεν ήταν πάνω από 2 σε σύνολο περίπου 60 παιδιών που συσχέτισαν την ευτυχία με τα χρήματα (καμία σχέση, δηλαδή, μ’ εκείνη την απαράδεκτη διαφήμιση όπου ο μικρός πρωταγωνιστής της δηλώνει ορθά-κοφτά το όνειρό του: «Κι εγώ, όταν μεγαλώσω, πλούσιος θέλω να γίνω») . Όλα τα άλλα, δηλαδή σχεδόν όλα τα παιδιά του Σχολείου, μίλησαν για αιώνιες αξίες, όπως η οικογένεια και η αγάπη, στους ορισμούς τους. Κάποια μάλιστα από αυτά έδωσαν τόσο προχωρημένους ορισμούς που θα τους ζήλευαν πολλοί μεγάλοι, όπως τους ζηλέψαμε κι εμείς οι δάσκαλοί τους:

«Ευτυχισμένος είναι όποιος δέχεται αυτά που έχει και δε ζητάει άλλα∙ αυτός που μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ και δεν έχει τύψεις για κάτι που έκανε» έγραψε η 10χρονη Πηνελόπη, ενώ ο 11χρονος Κώστας «Ευτυχισμένος είναι ο συνεπής στις οικογενειακές και επαγγελματικές του υποχρεώσεις»!
Συνταγές ευτυχίας που έχουν ξεφύγει από πολλούς μεγάλους και «ώριμους». Συνταγές για προχωρημένους. Για αληθινά συνειδητοποιημένους και ας ειπώθηκαν από παιδιά. Που μη φανταστείτε πως δεν άκουσαν πως μπορεί στους ορισμούς τους να μην αναφέρθηκαν τα χρήματα, αλλά πως είναι απαραίτητα για να αντιμετωπίζονται οι βιοτικές ανάγκες όλων μας, οι απαιτητικές, οι καθημερινές.

Τα παιδιά, λοιπόν, μας έδωσαν με τη χαρακτηριστική τους σοφία το χρυσό μέτρο. Το μέτρο που εμείς έχουμε ξεπεράσει τόσο ώστε να κινδυνεύουμε σήμερα, το μέτρο που ξεπερνούσαμε για πολλά χρόνια και κατά πολύ, το μέτρο που δεν είναι εύκολο να ξεμάθουμε να ξεπερνάμε, αφού αλλιώς μάθαμε και αλλιώς κάναμε ως τώρα. Συχνότατα παρασυρόμενοι, γιατί πάψαμε πια να διαθέτουμε αντιστάσεις στις λογής λογής lifestyle επιτακτικές επιταγές της παράλογης εποχής μας∙ μιας εποχής που, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, εμείς έχουμε μετατρέψει σε παράλογη με τις παράλογες απαιτήσεις μας και τον παραλογισμό μας να μη μένει καμία από αυτές ανικανοποίητη. Με οποιοδήποτε κόστος…

Κι εδώ ακριβώς αναρωτιέται κανείς σε τι αυτιά πέφτουν οι έρευνες που συνήθως αποδεικνύουν το αυτονόητο και τ’ ολοφάνερο: η έρευνα που βγάζει εμάς τους Έλληνες πρωταθλητές στους καφέδες που καταναλώνουμε στις περισσότερες από κάθε άλλη χώρα καφετέριές μας (ξοδεύουμε 1 δις ευρώ το χρόνο σε καφέδες έξω), πρωταθλητές στην διείσδυση κινητής τηλεφωνίας, μολονότι οι υπηρεσίες της στην Ελλάδα είναι πιο ακριβές από αλλού (οι συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας στη χώρα μας πλησιάζουν τα 20 εκατομμύρια, τη στιγμή που ο πληθυσμός μας ανέρχεται στα 11 εκατομμύρια!), πως είμαστε πρώτοι στις δαπάνες ειδών ένδυσης, υπόδησης, καλλυντικών, πως Έλληνες και Ιταλοί είναι αυτοί που ενδιαφέρονται σε μεγαλύτερο ποσοστό για το επώνυμο ρούχο (το 46% των Ελλήνων αγοράζει κυρίως προϊόντα επώνυμων οίκων, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 17%),… Αυτά και πολλά περισσότερα στοιχεία καθόλου τιμητικά για μας γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια που κυριαρχούσε (και μάλλον κυριαρχεί ακόμα)η υπερκατανάλωση στη χώρα μας∙ μια χώρα με το σχετικά χαμηλότερο εισόδημα σε σύγκριση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά με τις συνήθειες των πιο σπάταλων καταναλωτών. Και δεν είναι μόνο αυτά, αφού…

Αφού τα πολλά στοιχεία συνοδεύουν και πάμπολλες αναλύσεις που μιλούν για τη μανία επίδειξης που μας έχει καταλάβει ως λαό, μιλούν για το γεγονός ότι αποδεδειγμένα πια προτάσσουμε το φαίνεσθαι έναντι του είναι, οι ψυχολόγοι λένε καθαρά πως η ολική εξάρτηση από το χρήμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η θρησκεία του αιώνα μας και πως κι η τηλεόραση (που προωθεί έντονα το lifestyle)έχει βοηθήσει πολύ στην κυριαρχία της υπερκατανάλωσης, την οποία και πάλι οι ψυχολόγοι δε διστάζουν να χαρακτηρίσουν αρρώστια μας,…

Κι είναι πάλι τρομακτικές και οι δικές μας διαπιστώσεις: η περίπτωση της μικρής του παιδικού σταθμού σε κοντινό μας χωριό που πήγαινε και τραβούσε έξω από τα μπλουζάκια των φίλων της τις ετικέτες, λέγοντάς τους πως τα ρούχα τους δεν είναι μάρκα ποιον αφήνει απροβλημάτιστο και ποιον δε βεβαιώνει για το περιεχόμενο των συζητήσεων που το άτυχο κοριτσάκι άκουγε (και μάλλον ακούει) στο σπίτι του… Η περίπτωση του Ζήση, μαθητή σε δημοτικό της πόλης, που έχανε τα μαλλάκια του από την ψυχολογική πίεση που του ασκούσαν οι φίλοι του, οι οποίοι τον ζόριζαν γιατί αυτοί φορούσαν αθλητικά παπούτσια μάρκας, ενώ ο ίδιος όχι,…

Μα, όσο κι αν είχε γίνει πια ολοφάνερη η κυριαρχία της μάρκας στη ζωή των ανθρώπων σήμερα, δεν είναι δυνατόν να μην εκπλήσσεται κανείς αρνητικά, διαπιστώνοντας πως κυκλοφορούν κοσμήματα στην αλυσίδα των οποίων, αντί για κάποιο θέμα, για κάποιο σχέδιο που θα στόλιζε ένα λαιμό, κρέμεται το όνομα του κατασκευαστή- το όνομα αυτό είναι τόσο ξεχωριστό και τόσο όμορφο που… φοριέται στο λαιμό σαν κόσμημα-και πως αυτό είναι ολόκληρο το στολίδι. Αν είναι δυνατόν!…

Και, όσο κι αν είναι δεδομένο, πώς να μη σχολιάσει κανείς πως οι πολλοί καφέδες πάνε παρέα με την πολλή χασομέρια, όπως θα ‘λεγε κανείς απλά το περίφημο «αργόσχολο ήθος» που χαρακτηρίζει την εποχή μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται; Και, ακόμα, όσο κι αν είναι αναμενόμενο, πώς να δεχτεί κανείς «αδιαμαρτύρητα» τη σημερινή πραγματικότητα στη χώρα μας που θέλει ανθρώπους που καταφεύγουν ολοένα και συχνότερα στους πλαστικούς χειρουργούς να προτάσσουν των πραγματικών τους αναγκών την επιθυμία τους να κάνουν μια πλαστική για να γίνουν ομορφότεροι; Και πώς να θεωρήσει απολύτως φυσιολογικό το να θεωρείται απόκοσμος αυτός που δεν έχει πάει ή δεν πηγαίνει συχνά στο «Κόσμος» και στα άλλα εμπορικά κέντρα με το τεράστιο πλήθος των αυτοκινήτων απέξω, ένα πλήθος που μαρτυρεί την ύπαρξη μιας ολόκληρης πολιτείας προσκυνητών εντός των διάφορων πολυτελών ναών της θεάς υπερκατανάλωσης (ανάμεσα σ’ αυτούς τους προσκυνητές και μέσα σε αμέτρητα καροτσάκια εκείνα τα μωρά που γκρινιάζουν καθώς τα τριγυρνάνε οι γονείς τους σε ώρες που ίσως και να ’πρεπε να τρώνε ή να κοιμούνται, αλλά που «πρέπει» να είναι εκεί, γιατί αλλιώς πώς θα αποκτήσουν τις βασικές γνώσεις και πώς θα μυηθούν έτσι ώστε, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν άξιοι πολίτες μιας κοινωνίας υπερκαταναλωτών;); Πώς;

Γιατί, όσο κι αν δε θέλουμε να το διατυπώσουμε ευθέως, αυτές είναι πια οι αξίες μας. Αυτή η ηθική μας. Και αυτός ο σημερινός Έλληνας, που έχασε πια την αρχοντιά που αναμφισβήτητα διέθετε. Εκείνη που δεν πήγαινε με τα λεφτά, αλλά ανάβλυζε από μέσα του κι είχε τις ρίζες της στον τρόπο που ήταν μεγαλωμένος, στις αξίες που ήταν φυτεμένες εντός του και οι οποίες τον έκαναν αληθινό άρχοντα.

Όλα αυτά, όμως, τότε που νοιαζόταν να μεγαλώνει τα παιδιά του με ιστορίες σαν την παρακάτω, προκειμένου να τους παραδώσει τις αληθινές αξίες που του είχαν παραδοθεί και του ίδιου, για να του δείχνουν το δρόμο:
Μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. Παρ’ όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:
-Δε σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
Αυτοί τη ρωτάνε:
-Ο άντρας σου είναι στο σπίτι;
-Όχι, δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη.
-Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό και βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμα εκεί.
-Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι μαζί, της λένε οι τρεις γέροντες.
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί!
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί, ξεκινώντας να της συστήνεται:
-Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
Της συστήνει, μετά, το δεύτερο, που είναι η Ευτυχία. Και, τέλος, τον τρίτο, που είναι η Αγάπη.
-Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άντρα σου και διάλεξε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί μας.
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει: «Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε!»
Η σύζυγός του όμως δε συμφωνούσε:
-Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας;
Η κόρη τους, που άκουγε από μια γωνιά, τότε τους λέει:
-Δε θα ήταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη; Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη!
-Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του. Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:
-Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι… και οι δύο άλλοι να την ακολουθούν!
Έκπληκτη η γυναίκα ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
-Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;!
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί:
-Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της! Δεν έχει σημασία πού! Όπου υπάρχει Αγάπη, θα υπάρχει επίσης Πλούτος κι Ευτυχία!


Στα παιδιά, «τους μικρούς σοφούς μου
γέροντες». Και στο Γιάννη Χριστοφή,
τον εντελώς ξεχωριστό μου συνάδελφο
στην Αθήνα, που είχε τη σοφία και την
έμπνευση να τα αποκαλέσει έτσι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.