1.1.11

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Η απέναντι όχθη*

"Μάλιστα, οι εφημερίδες είχαν δίκιο: χιόνι έπεφτε σ’ όλη την Ιρλανδία. Επεφτε σε κάθε μέρος της σκοτεινής κεντρικής πεδιάδας, στους γυμνούς λόφους, γκρεμίζονταν μαλακά πάνω στο βάλτο του Άλλεν, και, μακρύτερα προς δυσμάς, πέφτοντας ανάλαφρα στα σκοτεινά ανταριασμένα κύματα του Σάννον. ΄Επεφτε ακόμα σε κάθε σημείο της έρημης αυλής, στης εκκλησίας το λόφο όπου ο Μάϊκλ κείτονταν θαμμένος. Πυκνό σωρεύονταν και σκέπαζε τους σταυρούς και τις ταφόπετρες, τα κάγκελα της μικρής πόλης, τα γυμνά αγκάθια. Η ψυχή του λιγοθυμούσε καθώς άκουγε να πέφτει το χιόνι σιγά σιγά, να σκεπάζει το σύμπαν ανάλαφρα, να σκεπάζει την Ιρλανδία... σαν να ’ταν αυτή η τελευταία ώρα, το χιόνι έπεφτε μαλακά, απάνω σε ζωντανούς και πεθαμένους"...

    Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη, και η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Και ο μπαρμπα Γιαννιός άσπρισεν όλος , κι εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

ΔΙΑΛΕΞΑ σαν εισαγωγή αυτά τα δυό αποσπάσματα από τον επίλογο του κεφαλαίου «Οι Νεκροί» από τους «Δουβλινέζους» του Τζέημς Τζόϋς και από το «Ο Έρωτας στα χιόνια» του Αλεξ. Παπαδιαμάντη. Και στα δυό γλαφυρότατα, καίρια και δραματικά, διαγράφεται η θαυμάσια λευκή δικαιοσύνη του χιονιού, η απάλυνση και εξάλειψη των αιχμών, των συμβόλων, των ουσιωδών διαφορών. Η γελοιοποίηση των όγκων, η παραμόρφωση όλων των γνωστών δεδομένων σε βάθος, σε μήκος και σε πλάτος. Η λήθη ντυμένη το χνουδάτο λευκό χιτώνα της που πέφτει από τον ουρανό. To χιόνι ως συμβολισμός του αραβικού «Γεζούλ» που σημαίνει «όλα χάνονται»…

Αυτό το βιβλίο-καρπός της συνεργασίας μου με τον Μόδη, προέκυψε σαν η ωρίμανση μιας ειλικρινούς φιλίας και αγαπητικής σχέσης τριάντα χρόνων. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής» ανήμερα τα περσινά Χριστούγεννα. Ήταν όμως ένα κείμενο που γυρόφερνε μέσα στο μυαλό μου πολλά χρόνια.
 Αφορμή στάθηκε η μεγαλειώδης κινηματογραφική αφήγηση του ολοκαυτώματος στη Λίστα του Σίντλερ από τον Σπήλμπεργκ. Ο Σίντλερ βαδίζει μέσα σ’ ένα δρόμο που φωτίζεται από φανοστάτες. Χιονίζει… Τινάζοντας από τα πέτα του το πυκνό χιόνι αντιλαμβάνεται ότι η υφή των νιφάδων δεν είναι αυτή που θα ’πρεπε… Με φρίκη συνειδητοποιεί ότι η παρακείμενη υψικάμινος βγάζει αυτό το σταχτί λιπαρό εκνέφωμα. Εκεί λοιπόν το πρωτοαντίκρυσα εγώ. Ιδού το Μαύρο χιόνι.  Ύστερα ήταν ο καταιγισμός αναφορών στα δελτία ειδήσεων για τα σπαρμένα στο πέλαγος ανθρώπινα άψυχα κορμιά και τις σπασμένες ψαρόβαρκες

Και αν ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς
(κι είδαμε στο Αιγαίο νάναι σαν άνθια σπαρμένα οι νεκροί)

Ακούσαμε για τα τουμπανιασμένα πτώματα που ξεβράζει η ταραγμένη θάλασσα και τα φουσκωμένα ποτάμια, μπλαβιασμένους από το κρύο ανθρώπους να ξεπαγιάζουν τη νύχτα μουσκεμένοι στις ακτές ώσπου να τους μαζέψουν τα αποσπάσματα των συνοριοφυλάκων και των λιμενικών. Σαν μια απαρίθμηση απωλειών πολέμου. Που προκάλεσε η μητέρα όλων των μαχών. Η ανίκητη ανάγκη.
Από κοντά μ’ ακολουθούσε γαυγίζοντας κι η αδίσταχτη βεβαιότητα. Το «Μια λάμψη ο κόσμος κι ότι είδες. είδες» που λέει και ο Ελύτης. Τα έργα του ανθρώπου που χάνονται. Οι ζωές που φεύγουν. «Η σκόνη του κόσμου» για να θυμηθώ και τον Ζακ Λακαριέρ... Και «Το κοινόν του θανάτου ποτήριον» που υψώνει θριαμβικά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στις τοιχογραφίες της Παναγιάς της Μαυριώτισας…

αερίων επέων άρχομαι
(αρχινώ το τραγούδι μου μ’ αιθέρια λόγια)

Στίχοι ποιητών, μετέωρα φωτεινά που κομματιάζονται ή σπαράσσονται και κείτονται ως θραύσματα στην κληρονομημένη γραμματεία μας. Διαμαντόπετρες που λάμπουν στο φώς, κομμάτια από ένα άλλο μεγαλύτερο θαυμάσιο, ανεκτίμητο ορυκτό. Η Σαπφώ και το ρημαγμένο από τον καιρό έργο της. Εδώ μια τσακισμένη βάρκα στα βράχια της Μυτιλήνης, εκεί ένα ερωτικό σκίρτημα της ποιήτριας. Εδώ ένας μουσκεμένος νεκρός που ξέβρασε η θάλασσα κι εκεί ένας υπόκωφος αναστεναγμός εκείνης. Και μια υποψία από ένα της δάκρυ για τη μνήμη που δεν θα χαριστεί ποτέ και σε κανέναν!
Τη νύχτα της 27 Νοέμβρη 2010 ο αστυνομικός διευθυντής Χίου έλαβε την εντολή «να επαναπροωθήσει» 18 λαθρομετανάστες προς την Τουρκία. Όλα κινήθηκαν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις διατάξεις και στέκουν σαν απολύτως λογικά. Ήταν  λαθρομετανάστες, μπήκαν παράνομα στη χώρα -χωρίς χαρτιά. Απελαύνονται λοιπόν. Επαναπροωθούνται. Προφανώς δεν μιλάμε για ανθρώπους. Μιλάμε για πράγματα, για μπαλάκια του τένις. Στην γειτονική Τουρκία θα λάβουν την ίδια απόφαση. Οι άνθρωποι αυτοί θα επαναπροωθηθούν στις χώρες απ’ όπου προέρχονται. Ήσαν ιρακινοί, ιρανοί, κούρδοι. Στις χώρες τους θα υποστούν τις νόμιμες (και μη) συνέπειες των πράξεών τους. Μια επιτροπή αλληλεγγύης που απαρτίζεται από ενεργούς έλληνες πολίτες θα βρεθεί στο Λιμεναρχείο της Χίου, όλο κι όλο, για ν’ ανάψει δεκαοκτώ κεριά στην αποβάθρα και να συντροφέψει το φευγιό τους. Η θάλασσα τους έφερε κι αυτή θα τους πάρει πίσω αυτούς τους ξένους. Είναι βράδυ κι ο παραμικρός άνεμος θα σβήνει τα κεριά σ’ ένα συμβολισμό που ματώνει. Οι φωνές των ευαισθητοποιημένων ελλήνων πολιτών ίσως κατάφεραν μέχρι τώρα να εμποδίσουν όχι όμως και ν’ αναβάλλουν επ’ αόριστον το έργο.
 Κάποτε μέσα στο σκοτάδι θα χαθεί το πλοιάριο της λιμενοφυλακής παίρνοντας μαζί του τους δεκαοκτώ για να τους περάσει απέναντι. Αυτό το πλοιάριο - ψυχοπομπός θα οδηγήσει δεκαοκτώ ξεγραμμένες ψυχές στο τέλος του δρόμου. Ετούτο το ταξίδι, που κράτησε και παίδεψε πολύ, θα βγάλει όλους αυτούς τους άμοιρους πίσω εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν.
«Δεν έχει πια ζωή εδώ στα ερημονήσια. Τις νύχτες βρέχει σκοτωμούς…»
Στη θύμηση αυτών των δεκαοκτώ ξαποσταλμένων ανθρώπων αφιερώνω από τη μεριά μου την αποψινή βραδιά γιατί πολύ βαθειά είναι η πίστη μου πως «καμιά -μα καμιά- ζωή δεν είναι λαθραία!»…
 Συνήθως όταν ακούει κανείς για λαθρομετανάστευση μοιραία φέρνει στο νου του αυτήν την στερεότυπη -προβαλλόμενη εδώ και καιρό, από τα τηλεοπτικά και άλλα μέσα ενημέρωσης, αθλιότητα της Ομόνοιας των Αθηνών και των σκοτεινών παρόδων και διόδων γύρω απ’ αυτήν, των άκρως επικίνδυνων πια για κανονική ανθρώπινη περασιά. Έχει υπόψη του την οσμή και τον κίνδυνο των αφόρητων γκέτο στις μεγαλουπόλεις, με πολύχρωμους και πένητες ανθρώπους, ίσως «τους μαύρους» με τα σιντί , τις τσάντες και τις ομπρέλες και «τους κίτρινους» με τα μπιχλιμπίδια. Η ξενοφοβία -αυτός ο προθάλαμος του ρατσισμού- ανθεί στη χώρα όπου κάποτε λατρεύτηκε ο Ξένιος Ζευς. Κι όλο κι ακούγεται κάποιος Ορθόδοξος ιεράρχης που διαρρηγνύει τα ιμάτιά του σαν νιώθει να «μαυρίζει το μάτι του» καθώς αντιλαμβάνεται όλους αυτούς τους χρωματιστούς τριγύρω του. Λες και δεν τον άγγιξε ποτέ το μεγαλειώδες εδάφιο με τα λόγια του Θεού της πίστης του:
επείνασα γαρ και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με.

Η χώρα αυτή έζησε μια μέθη, μια απαράμιλλη γιορτή πλούτου για δυο τρεις δεκαετίες. Τώρα εισέρχεται σε μια περιπέτεια πρωτόγνωρη που θα περιθωριοποιήσει και θα εξαθλιώσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Σας καλώ να αναλογισθείτε πόσες πόλεις και χωριά οικοδομήθηκαν από χέρια λαθρομεταναστών, πόσοι δικοί μας γέροντες ξεψύχησαν στα χέρια γυναικών χωρίς πασαπόρτι και χωρίς κάρτα παραμονής. Σκεφθείτε τις συγκομιδές των αγρών, των καρποφόρων δέντρων σε κάθε κάμπο, κι ότι άλλο δύσκολο απέφυγε ν’ ακουμπήσει η χρυσοφόρα και καλομαθημένη γενιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας…
Κι ας αρχίσουμε από τη λέξη «ανάγκη».
Ίσως είναι η πρώτη που μας χρειάζεται για να λύσουμε αυτόν το γρίφο. Του ενοχλητικού ξένου, που μας επισκέπτεται χωρίς την άδειά μας και μοιραία και σύμφωνα με τους νόμους αντιμετωπίζεται ως εισβολέας κι ίσως και λίγο χειρότερα. Εν τέλει αυτού του μεγάλου αγνώστου: «του άλλου». Που τόσες σελίδες, τόσα εκατομμύρια λέξεις και τόσα μελάνια χυμένα δεν μας άφησαν ακόμα, δεν μας επέτρεψαν ακόμα να τον διακρίνουμε.
 Και τι είναι η Πατρίδα;
«Πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία». Για άλλους «Πατρίδα είναι η χώρα όπου σου δίνουν δουλειά». Mε τον ένα ή τον άλλο τρόπο λοιπόν ο καθένας μας ανακαλύπτει αργά ή γρήγορα πούθε κρατάει ή σκούφια του.
Στο βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι «Ο χρόνος γερνάει γρήγορα» που είναι μια συλλογή από νουβέλες συμπεριλαμβάνεται κι ένα κείμενο με τον τίτλο “O κύκλος”. Θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από αυτό.
 Εδώ μιλάει- σκέφτεται, μέσα στην καθησυχαστική θαλπωρή της όμορφης οικογενειακής γιορτής σ’ ένα σπίτι χτισμένο στις όχθες της λίμνης Λε Μαν της Γενεύης, το υιοθετημένο παιδί μιας πολύ εύπορης οικογένειας γυναίκα ώριμη τώρα πια. Με τα φτερά της μνήμης πετάει πίσω στις παιδικές αναμνήσεις - στην παιδική της ηλικία, την πατρίδα όλων. Η έρημος είναι η ανάμνησή της! Αυτή είναι η πατρίδα που κουβαλά μέσα της…
Δεν ήταν κουβέντες αυτές για να ειπωθούν στο γεύμα μιας οικογενειακής γιορτής, σ’ εκείνο το καλοχτισμένο σπίτι με τα μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στη λίμνη, μπροστά σ’ εκείνο το στρωμένο με όλα τα αγαθά του Θεού τραπέζι, θα μπορούσε να μιλήσει για την έρημο, θα τη ρωτούσαν τι σχέση έχει ή έρημος, εκείνη θα μπορούσε να απαντήσει ότι είχε σχέση λόγω αντίθεσης, είναι που εσείς, εδώ μπροστά σας, έχετε μια θαυμάσια λίμνη που ξεχειλίζει από νερό και με έναν πίδακα στη μέση που πετάει κάθετα νερό σε μια απόσταση εκατό μέτρων, ενώ η γιαγιά μου ήταν περικυκλωμένη από άμμο κι όταν ήταν μικρή, για να πάρει ένα κανάτι νερό, έπρεπε να πάει το πρωΐ στο πηγάδι του Αλ Καρίμπ, θυμήθηκα ακόμα και το όνομα, κι ήταν αναγκασμένη να κάνει και τρία χιλιόμετρα στο σκοτάδι για να πάει και τρία χιλιόμετρα κάτω από τον καυτό ήλιο για να γυρίσει με το κανάτι στο κεφάλι, κι εσείς δεν μπορείτε να ξέρετε τι πράγμα είναι ακριβώς το νερό, επειδή έχετε πολύ από αυτό.
Αλήθεια πώς γίνεται άραγε να γνωρίζεις πλημμυρισμένος όλα τα αγαθά του πολιτισμού τι πράγμα είναι η ένδεια; Πώς να αντιληφθεί κανείς τι είναι ο πόνος της αρρώστιας, η οδύνη των αποχωρισμών και των αποκλεισμών, η γεύση του δρόμου της ξενιτιάς όταν σφύζεις από υγεία που την φρουρεί καλά η πλούσια εισφορά σου στον φορέα ασφάλισης της υγείας, όταν όλοι γύρω σου φιλικοί αναζητούν την συντροφιά σου, χάρη στις καλά δομημένες δημόσιες σχέσεις σου, και όταν η μόνη περίπτωση που αποχωρίζεσαι -κι αυτό προσωρινά- τον τόπο σου είναι για ολιγοήμερες διακοπές ή για τις απαιτήσεις της δουλειάς σου στα πέρατα της οικουμένης.
Παρά τις όποιες κοινωνικές δυσαρμονίες που έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται -και ίσως μια γενικευμένη καταθλιπτική διάθεση εν όψει της κρίσης που ξέσπασε- νιώθω πως ακόμα απευθύνομαι σε χορτάτους, σε υγιείς, ευδαίμονες ανθρώπους. Είμαστε όλοι τα υιοθετημένα παιδιά ενός συστήματος μιας ελέω δοσμένης συνθήκης και τάξης των πραγμάτων.
Κι απέναντί μας στέκεται «ο άλλος», εκείνος ο περιφρονημένος και βδελυρός, αυτός που προκαλεί το δέος και την λύπη, ο πένης, ο παρίας, ο έκπτωτος, ο πεσμένος, ο απέναντι, ο ξένος, ο κάθε άθλιος του κόσμου που είναι και ο εν δυνάμει άλλος εαυτός μας. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου είναι γραμμένο:
Εκεί όπου ο ήλιος λάμπει, η καθαρότητα της φυλής μεγαλουργεί, η τάξη των πραγμάτων δεν επιδέχεται παρεισφρήσεις και αλλαγές. Στην ελεύθερη πλευρά του συρματοπλέγματος ο ασφαλής άνθρωπος, ζωσμένος την αρματωσιά της βεβαιότητας και της δύναμης, δεν υποπτεύεται καμιά κατάρρευση, δεν διαισθάνεται καμιά ντροπή για τη βία που συνιστούν η άγνοια κι η αδιαφορία. Και δεν αντιλαμβάνεται πως και στις δυο πλευρές αυτού του συρματοπλέγματος το ίδιο πάντοτε πρόσωπο συναντάμε σε ρόλους θύματος ή θύτη που τα χρόνια κι οι αιώνες φροντίζουν να μοιράσουν αδιάφορα.
Κοίταξε λοιπόν προσεκτικά τον «άλλον». Δεν αναγνωρίζεις πάνω του σημάδια του δικού σου προσώπου; Η «ξενιτιά» του δεν αποτελεί μια δική σου ήττα;


Κι αλήθεια που βρίσκεται η Παγανή; Είναι άραγε ένας τόπος φυλακή; Δεν θα την ξέραμε ούτε και που πέφτει στο χάρτη της Λέσβου αν δεν φιλοξενούσε όπως φιλοξένησε τους λαθρομετανάστες που έπεσαν πάνω στα βράχια του νησιού. Με τούτα και με τ’ άλλα μάθαμε και για την Παγανή και για τα υπόλοιπα στρατόπεδα-σταθμούς λαθρομεταναστών της επικράτειας. Στη Χίο, τη Σάμο, την Πάτρα και αλλού. Κοντένεϊρ για εκατό ανθρώπους, περιφραγμένα με συρματοπλέγματα παλιά εργοστάσια και πρόχειρες φυλακές όπου αποθηκεύονται άνθρωποι. Σαν κιβώτια, σαν πράγματα, σαν σκουπίδια. «Ναυαγίων ναυάγια». «Ναυαγίων πλάσματα»…
 Και ποιοί κατοίκησαν εδώ κάποτε; Μα…
 Ο Αφγανός Καντίρ που σήμερα εργάζεται για τους «Γιατρούς του κόσμου», η εκπληκτική δική του Οδύσσεια έγινε φίλμ. Ο ξυλοδαρμός του από αγνώστους που εισέβαλαν στο χώρο εργασίας του έγινε πρόσφατα μικρό σχολιάκι στις εφημερίδες. Ο αδικοχαμένος δεκαπεντάχρονος- επίσης Αφγανός- Χαμί Νατζάφι που έκανε χιλιάδες μίλια δρόμο για να συναντήσει την βόμβα μέσα στα σκουπίδια. Κι εκείνος ο άλλος -ο άγνωστων λοιπών στοιχείων- που αποκοιμήθηκε στον κάδο των σκουπιδιών και ρίχτηκε «κατά λάθος» στο στόμα του απορριμματοφόρου . Αυτός μετανάστης στην ίδια του τη χώρα. Ακληρος, άστεγος, πένης…
Λάθη και αδιαφορία που καταφέρνουν να ρίξουν ανθρώπους μέσα σε κάδους σκουπιδιών, να στείλουν παιδιά καταπάνω σε «ορφανές βόμβες» που σκάνε ξαφνικά. Τα ολοκαυτώματα των ημερών…
Aρκετοί θα είναι που βρουν αδόκιμη ίσως και υπερβολική κάθε σύγκριση της αντιμετώπισης του τρομερού κύματος της λαθρομετανάστευσης από τον πολιτισμένο κόσμο μ’ αυτήν την μοναδικά φρικτή και ανεπανάληπτη σύλληψη του ναζιστικού Ολοκαυτώματος. Θα επιχειρήσουν να αντιτείνουν πως στο κάτω κάτω της γραφής ο λαθρομετανάστης επιλέγει μόνος του την χώρα προορισμού του. Μόνος του διαλέγει και τη φυγή από τη χώρα του. Μοιάζει απολύτως λογικό. («Να μην συγκρίνονται λοιπόν τα ανόμοια…»).
Τα τραίνα όπου πάστωσαν σαν ζώα οι Ναζί τους ανθρώπους για τα κρεματόρια της Πολωνίας -και όπου αλλού στην Ευρώπη αυτά λειτούργησαν- είναι αλήθεια πως γέμισαν μετά από μια θηριώδη βούληση και απόφαση. Οι οδηγημένοι στον εξανδραποδισμό, εβραίοι και άλλοι, ήσαν τα θύματα αυτής της άνωθεν βίας και ιδεολογίας. Τίποτα δεν επέλεξαν από το μαρτύριό τους. Το κάθε τι τους επιβλήθηκε.
 Όμως κι ο απελπισμένος έχει τάχα κάποια δυνατότητα επιλογής; Η γάτα μέσα στο σακί θα περάσει μέσα ακόμη κι από ανθρώπινη σάρκα για να βγει έξω. Το γνώριζαν καλά αυτό το αντανακλαστικό της στο γνωστό μαρτύριο του μεσαίωνα. Η ανάγκη λοιπόν. Η τυφλή θέληση για ζωή. Χημειοτακτισμός προς το φως της εξόδου. Το ένστικτο της ζωής , η ανάγκη είναι που στέλνει το ζώο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά σε στέπες κι ερήμους να μεταναστεύσει για το χορτάρι, για το νερό, για την ασφάλειά του, για τη ζωή. Ούτε η χώρα προορισμού εδώ είναι επιλογή ενσυνείδητη. Η φυγή τις πιο πολλές φορές στέκεται μονόδρομος.
 Η ιστορία της ανθρωπότητας: Μια καθ’ όλα πορεία αιμάτινη. Εξανδραποδισμών, καταστροφών, μίσους, επιβολής, τυραννίας, φτώχειας, σκοταδισμού, πείνας, δυστυχίας, εθνοκαθάρσεων και γενοκτονιών. Είναι αυτή μια πορεία του κόσμου προς το φως προς την αλήθεια, προς την πρόοδο; Ποιός μπορεί να το απαντήσει;
Σύντομα θέλω να αναφερθώ τώρα και σε μιαν άλλη αθέλητη και αναπόδραστη ξενιτειά: Την αρρώστια. Και πιο ειδικά σ’ αυτήν που έχει σχεδόν την παγκόσμια επιδημιολογική πρωτοκαθεδρία: στον καρκίνο. Αυτόν που αποτελεί τη μεγάλη αγκαλιά του φόβου μας. Που φέρνει τον άνθρωπο από την μια στιγμή στην άλλη αντιμέτωπο με περιθώρια, πιθανότητες, πρωτόκολλα, πρωτόγνωρα και επιτακτικά προγράμματα. Κάθε διαφυγή από αυτήν την άξενη χώρα μοιάζει σχεδόν ανέφικτη. Δύσκολη και καίρια δοκιμασία και για τον ασθενή, για τους οικείους του και τον γιατρό. Όλοι ξάφνου βρίσκονται με σπασμένες βάρκες στα βράχια, με θραύσματα ζωής στα χέρια και στα δόντια, αντιμετωπίζοντας απαισιόδοξες τις πιο πολλές φορές ειδήσεις, αποτελέσματα, προοπτικές. Εδώ πια ο καθένας αντιμετωπίζει την κοινή μοίρα των ανθρώπων σε μια ιδιωτική-ατομική πορεία επώδυνη, βασανιστική, αμετάκλητη τις πιο πολλές φορές. Και η ελπίδα που να βρίσκεται άραγε; Μα ακριβώς στο ζεστό χνώτο της συντροφικότητας, της φιλίας, της αγόγγυστης συμπόρευσης. Και στην μάχη μέχρι το τέλος!

Ο κόσμος μας, η πολυπολιτισμική Ευρώπη, πρωτίστως κοινότητα οικονομική εδώ και καιρό, φαίνεται πως παραπαίει. Είναι καιρός που ανησυχούσα για την υπερβολική συναισθηματική σιγή, την αυστηρή και πολυθρύλητη ανοχή των γερμανών. Δεν μου φαίνονταν και πολύ φυσιολογική. Έλεγα τόση συγκεντρωμένη τύψη εξήντα σχεδόν χρόνων, τέτοια -προτεσταντική θαρρείς-προσήλωση και παραδοχή της ενοχής και της αμαρτίας ενός έθνους που επέτρεψε τη μετατροπή της Ευρώπης σε σφαγείο αρκούσε από μόνη της για να συντελεστεί αυτή η μεγάλη μεταστροφή; Η κληρονομική της μεταφορά σε δυό γενιές μετά τον πόλεμο αρκούσε για να επιβάλλει να ονομασθεί ένας κεντρικός δρόμος στο Βερολίνο δίπλα στην άλλοτε θριαμβική των παρελάσεων Ούντερ ντεν λίντεν (υπό τας Φιλύρας) ως οδός Μπεν Γκουριόν; Αρκεί η μετάνοια ενός έθνους μονάχα και η συνειδητή απόφαση να στήνονται μνημεία και μουσεία και σημεία που χαρτογραφούσαν την τοπιογραφία της φρίκης αφιερωμένα στο Ολοκαύτωμα; Αρκεί η πικρή μνήμη-τύψη ώστε να καταφέρνεις στη συνέχεια ν’ ανοίγεσαι χωρίς φόβο στον κόσμο; Να γίνεσαι μια νέα πολύχρωμη Βαβέλ των πολιτισμών και να υπερηφανεύεσαι, να χαίρεσαι μ’ αυτό. Να θάβεις τέλος σε σκοτεινά υπόγεια τη μνήμη του Αδόλφου και των συνεργών του δια παντός...
Ώσπου, αίφνης, ή Καγκελάριος ΄Αγκελα Μέρκελ αναλαμβάνει να μετουσιώσει αυτήν την κεκαλυμμένη τύψη… Αφαιρεί τη μάσκα κι από κάτω απαράλλακτα τα πρόσωπα! Πολύ πρόσφατα, στο συνέδριο της νεολαίας των Χριστιανοδημο-κρατών, η σκληροτράχηλη αυτή πολιτικός είπε:
Η multikulti (πολυπολιτισμικότητα) απέτυχε. Ζούμε δίπλα, δίπλα αλλά αυτή η προσέγγιση απέτυχε. Αισθανόμαστε συνδεδεμένοι με τις χριστιανικές αξίες. Όποιος δεν το δέχεται αυτό δεν έχει θέση εδώ!».
Δεν μιλάμε για τους όρους κοινωνικής συμβίωσης εδώ. Για την αποδοχή των νόμων του κράτους στο οποίο ζει και εργάζεται κανείς, τον σεβασμό των ορίων και των συνόρων μέσα στα πλαίσια της κοινωνικότητας αυτής. Μιλάμε για την νέα προσπάθεια αφομοίωσης, σύνθλιψης και εξάλειψης της διαφορετικότητας. Είναι αυτή η απαρχή μιας βουβής έκρηξης του ζωώδους και αληθούς εθνικού υποσυνείδητου; Είναι αυτή η απαρχή του καινούργιου μίσους;
 Τώρα λοιπόν η Ευρώπη μοιάζει ν’ αποκτά κι αυτή τη δική της (χριστιανική) θρησκευτική ταυτότητα. Και θα την κραδαίνει συμμορφούμενη στην προφητεία «του πολέμου των πολιτισμών και των θρησκειών» απέναντι στους άλλους.
 Όμως καθώς ο χυδαία επιδεικνυόμενος πλούτος, η άφρων και ανήθικη πρόκληση των καταναλωτικών μηχανών της Δύσης θα θριαμβεύει, οι ανθρώπινοι σκουπιδοτενεκέδες και οι σκουπιδότοποι υπάρξεων, οι τρομερές φαβέλες, οι τενεκεδουπόλεις στις παρυφές του πολιτισμένου κόσμου θα συνεχίσουν να σωρεύονται. Ένα περιδέραιο μίσους και τύψεων θα συνθέσουν το φωτοστέφανο του φόβου που θα περιβάλει τις πόλεις. Σύντομα ο πλέον ειλικρινής πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα σ’ αυτές. Οι φτωχοί, οι απελπισμένοι και οι άθλιοι θα κατεβούν από την Καζαντζακική Σαρακήνα και θα ορμήσουν να μας φάνε. Και θα το ‘χουν πράξει δικαίως. Τότε θα πραγματωθεί ίσως κι ο αληθινός εφιάλτης αυτού του βιβλίου:

ο σπόρος της μετανάστευσης
και της ανάγκης θα βλαστήσει
την οργή των χρόνων που θάρθουν


Υπάρχει ελπίδα γιατον κόσμο μας; Δεν ξέρω. Ορίζω μονάχα τη θέση μου πως ίσως η αυτοοργάνωση, ο αλτρουϊσμός και η ανιδιοτέλεια, αυτή η μείζων ενεργός αντίσταση: ο εθελοντισμός, ο κοινωνικός ακτιβισμός με άρνηση κάθε μορφής βίας, η απόρριψη του μίσους, η αλληλοβοήθεια, η ανοχή, η κατανόηση, η μεγάλη αγκαλιά της ουτοπίας. Μονάχα αυτά ίσως αρκούν για να μας σώσουν. Τα συρματοπλέγματα, οι αποκλεισμοί, οι εθνοκαθάρσεις, οι εκατόμβες, οι εξανδραποδισμοί, οι «ορφανές» βόμβες, τα κρεματόρια, οι υψικάμινοι, οι απελάσεις, η βία ανήκουν σ’ ένα παρελθόν που γεμίζει εφιάλτες τον ύπνο και τον ξύπνο μας. Και δεν υπόσχονται κανένα μέλλον. Θα επικαλεσθώ εδώ τα λόγια του μεγάλου επιληπτικού, του ανθρώπου που τα είπε όλα, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι από το δοκίμιό του για τον πρίγκηπα - άγγελο και πατριάρχη της ρώσικης λογοτεχνίας τον Αλέξανδρο Πούσκιν:

Ας είναι η χώρα μας φτωχή. αυτήν όμως την απογυμνωμένη χώρα «την έχει περπατήσει από την μιαν άκρη ως την άλλη, ντυμένος με το ρούχο του δουλοπάροικου ο Χριστός και έχει ευλογήσει». Γιατί να μην εγκολπωθούμε τον υπέρτατο λόγο του; Σε φάτνη δεν γεννήθηκε κι αυτός;

 Ίσως λοιπόν έφτασε η εποχή της μεγάλης παγκόσμιας αλληλεγγύης, της αναβίωσης του ανθρωπισμού έναντι της πολυαναμενόμενης μεγάλης σφαγής, εις πείσμα των στατιστικών, των οικονομολόγων μάγων Μέρλιν, των βλοσυρών αριθμών της παγκόσμιας χρεοκοπίας και του διεθνούς οικονομικού τζόγου. Αυτό όμως προϋποθέτει πως μέσα στον άνθρωπο δεν θα ξυπνήσει το προαιώνιο ζώο μα εκείνο ακριβώς που τον καθιστά διαφορετικό από τον πίθηκο, τα έντομα ή τα αρνιά του Πάσχα.
Στην πόλη αυτήν που κάποτε κατοίκησαν εβραίοι κι έζησαν ειρηνικά με τους υπόλοιπους καστοριανούς επί αιώνες, σήμερα δεν υπάρχει παρά μονάχα η αχνή θύμησή τους. Απόμειναν «Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη» όπως πολύ καίρια τιτλοφόρησε το βιβλίο του, στο οποίο καταγράφει τη μοίρα τους, ο εξαιρετικός Χαλκιδεύς Θρασύβουλος Παπαστρατής.
Απόψε εδώ θέλω ν’ ακουστούν στη μνήμη τους οι παρακάτω στίχοι του αξέχαστου Γιώργου Ιωάννου. Μια αντίσταση στη λησμονιά των ανθρώπων που στάθηκαν κάποτε πάνω σε τούτα τα χώματα:

Όλη τη νύχτα λέγανε ψαλμούς
-τους παίρνουν όπου να ’ναι τους Εβραίους.
Τα ξημερώματα ήρθαν και μας φίλησαν,
Ξύπνησαν το μικρό τους, έβρασαν αυγό
Φεύγουνε, λέει, ταξίδι με το τραίνο...

Τώρα στο πάτωμά τους μπαινοβγαίνουν άλλοι.
Οι ίδιες πόρτες κλείνουν και γι’ αυτούς,
Σε αυτά τα ίδια δωμάτια πλαγιάζουν.

Κι εγώ ακόμη αμφιβάλλω αν τους πήρανε
Και τα βραδάκια σιγοτραγουδώ στις σκάλες


Το δεύτερο ποίημα ονομάζεται «Τα Ηλιοτρόπια των Εβραίων»:

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ’ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ,
στην αίθουσα αναμονής το τρένο
απ’ την Κρακοβία θα περιμένω

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.


Και θα τελειώσω με το απόσπασμα από το βιβλίο του Θανάση Τριαρίδη, εκδόσεις τυπωθήτω Ich bebe Όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα που φέρει τον τίτλο Ένα μουγγό αγόρι και δεν είναι αυτό παρά μια σπαρακτική κραυγή ενάντια στην κοινωνική βουβαμάρα απέναντι σε κάθε διωγμό και αφανισμό ανθρώπου από άνθρωπο.

Ένα μουγγό αγόρι
(αυτό είναι παραμύθι και τελειώνει με θάνατο)

Ο πατέρας ήταν έφηβος στη Σαλονίκη του σαράντα τρία
 και το είχε δει με τα μάτια του
 να παίρνουνε τους Εβραίους για του Χιρς.
 Μια μέρα, μάλιστα, εκείνου του φριχτού καλοκαιριού
 μαζί με έναν ξάδελφό του, μεγαλύτερο,
 είχαν περάσει με τα ποδήλατα πλάι απ' το στρατόπεδο
 (πήγαιναν να ψαρέψουν στo Καλοχώρι).
 Λοξά τους είδε, με την άκρη του ματιού του,
 ρημαγμένους, στοιχημένους στη σειρά,
 έτοιμους να πάνε στον σταθμό, να ανεβούν στο τρένο.

 Χρόνια αργότερα, όταν τον ρωτούσε ο γιος του, απαντούσε
 «ήμουν παιδί, δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα» –
 όμως μέσα του το ήξερε πως τα 'χε καταλάβει όλα
 κι ας πήγε για ψάρεμα μετά, δίχως να πει κουβέντα•
 ένα μουγγό αγόρι στη Σαλονίκη του σαράντα τρία,
 διόλου παράξενο.

 Μα ο γιος του, με την ασφάλεια και την απόσταση των τόσων
 χρόνων,
 δεν το μπορούσε να τη χωνέψει εύκολα τούτη την ιστορία
 με τα τρένα και τους περαστικούς
 που κοίταζαν με την άκρη του ματιού τους
 και απέμεναν μουγγοί.
 Κι έτσι, γύρεψε να διαβάσει στα βιβλία
 όσο μπορούσε περισσότερα για εκείνον τον χαμό
 και για το πώς γίνηκε παραδεκτός – αυτό κυρίως.

 Ανάμεσα στα πολλά
 διάβασε και για τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ
 (στα βιβλία της Άρεντ και του Τοντόροφ).
 Είπε, λοιπόν, κάποια στιγμή ο Άντολφ Άιχμαν:
 «Εγώ δεν σκότωσα ποτέ κανέναν,
 εγώ ρύθμιζα τα δρομολόγια των τρένων,
 να ξεκινούνε από το Ντρανσί στις δεκαπέντε,
 να φτάνουνε στο Άουσβιτς στις είκοσι δύο.
 Πού τον είδατε τον φόνο;»

 Και διαβάζοντας ετούτα τα λόγια
 ο ήρωάς μας σκέφτηκε πως όποτε βλέπεις να σέρνουνε με το
 στανιό
 ανθρώπους σε κάποιον σταθμό τρένων,
 πρέπει στον νου σου να 'χεις
 μια καμινάδα που καπνίζει.
 Κι ακόμη: πως έχεις να σταματήσεις και να φωνάξεις,
 κι αν είσαι παιδί, έχεις να βάλεις τα κλάματα –
 κ ά π ω ς να σπάσεις τη μούγγα σου.
 Κι έπειτα σκέφτηκε αυτό το τόσο τετριμμένο σύνθημα των
 τοίχων:
 πως η σιωπή –η κάθε λογής σιωπή–
 ήτανε κάτι σαν συνενοχή.
 Ας πούμε: δεν γινότανε να ξέρει ο πατέρας για τις καμινάδες –
 μα το 'ξερε καλά πως όταν στοιβιάζονται ανθρώποι
 στους σταθμούς των τρένων
 δεν είναι για καλό.

 Τέτοια, που λες, ο γιος της ιστορίας μας –
 τέτοιες σκέψεις και τέτοια συμπεράσματα...

 Πέρασαν τρία ή τέσσερα χρόνια•
 βρέθηκε να γυρίζει με το τρένο απ' το Αμύνταιο –
 είχανε πάει οικογενειακώς να δούνε κάποιους συγγενείς.
 Λίγο πριν ξεκινήσουν κάνανε μπλόκο οι αστυνομικοί
 και μάζεψαν κώλο-λαιμό καμιά σαρανταριά Αλβανούς
 (περνούσανε πεζοί τα σύνορα, κατόπιν ανέβαιναν στο τρένο για
 Θεσσαλονίκη).
 Και, με την άκρη του ματιού του, είδε να τους φορούνε
 χειροπέδες
 να τους καθίζουνε με το στανιό στο τσιμέντο του σταθμού.

 Και τότε άρχισε να σκέφτεται:
 Στ' αλήθεια κρίμα να τους μαζεύουνε έτσι τους Αλβανούς
 μα τι να γίνει, δεν μπορεί να τους χωρέσει κι ολουνούς τους η
 Ελλάδα,
 ας πάρει ένα ποσοστό, μα τους άλλους θα τους γυρίζει πίσω –
 πώς αλλιώς...

 Κι ακόμη:
 Ντάξει μωρέ, δεν είναι κι όλα Άουσβιτς, μην τρελαθούμε –
 καλά τα παχιά τα συμπεράσματα μα να ξέρουμε τι λέμε:
 τότε τους έστελναν διαμιάς στα αέρια και τους φούρνους,
 τούτους εδώ θα τους γυρίσουν στην πατρίδα τους και τέλος•
 πού στο διάολο την είδατε τη σύγκριση;

 Κι έτσι, με τούτα και με κείνα, απέμεινε μουγγός –
 πάνε κι οι αλλοτινές οι σκέψεις, πάνε και τα συμπεράσματα•
 απέμεινε να κοιτάζει κι αυτός λοξά, με την άκρη του ματιού
 του,
 ένα ακόμη μουγγό αγόρι στον σταθμό των τρένων.

   


* Εκφωνήθηκε από τον συγγραφέα, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Μαύρο χιόνι» στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στην Καστοριά που διοργανώθηκε από τον Σύλλογο «Μαζί σου», στις 4 Δεκεμβρίου 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.