24/11/15

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Με τον Βασίλη Χρηστίδη στα Κορέστια…




Βρεθήκαμε αρκετοί δάσκαλοι εκεί στις 18 Ιουνίου 2015, για να κάνουμε ή να παρακολουθήσουμε παρουσιάσεις δράσεων που έγιναν σε κάποια δημοτικά σχολεία του νομού. Αξίζουν συγχαρητήρια στη Σχολική Σύμβουλο Α. Καζταρίδου, που σκέφτεται αποκεντρωτικά. Γιατί, το εξαιρετικό κομμάτι ήταν μετά τις παρουσιάσεις, όταν μας έγινε βιωματικά μάθημα τοπικής γεωγραφίας και ιστορίας από τον στύλο της περιοχής, τον συνταξιούχο, αλλά τόσο μάχιμο Δάσκαλο Βασίλη Χρηστίδη, από τον οποίο ξεκινάνε και όπου καταλήγουν οι κάθε τύπου ερευνητές της περιοχής που ακούει στ’ όνομα Κορέστια…

Με τον Βασίλη γνωριζόμαστε χρόνια, καθώς οι ηλικίες μας πλησιάζουν. Και, μολονότι πριν από μια δεκαετία του απευθύνθηκα για μια έγκυρη πληροφορία, ομολογώ ότι δεν γνώριζα πόσο σημαντικός είναι για ολόκληρη την περιοχή Κορεστίων, καθώς «ξέρει την ιστορία κάθε πέτρας της», όπως εύστοχα είπε νεότερη συνάδελφος μας, που τον γνωρίζει και τον έχει ζήσει στο πλευρό του Σχολείου τους εκεί επί χρόνια.

Γέννημα θρέμμα της περιοχής, είχε το χάρισμα από πολύ μικρός να ακούει∙ να ακούει, εκτός από τους ήχους της φύσης, και τις ατέλειωτες ιστορίες των μεγαλύτερων. Έτσι ανδρώθηκε και διάλεξε με σιγουριά και βεβαιότητα να μείνει στη γενέτειρα γη του για όλη του τη ζωή. Υπηρετώντας την με όλες του τις δυνάμεις, ως εν ενεργεία δάσκαλος επί 35 ολόκληρα χρόνια και όντας μάχιμος από κει κι ύστερα. Αλλά δε θα πραγματοποιούνταν η απόφασή του αυτή να ριζώσει στη γη του, αν δεν είχε διαλέξει για σύντροφο της ζωής του στο πλάι του την Πόντια γυναίκα του με το υπέροχο όνομα Μυροφόρα, που έκανε την πατρίδα του και πατρίδα της και του παραστέκει σε όλα.

Έτσι, λοιπόν, την π. Πέμπτη μας ξενάγησε στην περιοχή με κάποιες από τις πολλές και πολύτιμες φωτογραφίες της συλλογής του πρώτα μες στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημ. Σχολείου Κορεστίων και μετά έξω, επιτόπου. Μόνο που η περιήγησή μας δεν κράτησε πολύ, καθώς η ώρα είχε περάσει πολύ. Προλάβαμε όμως να πάμε στον παλιό Γάβρο και να μπούμε και να θαυμάσουμε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου (του 19ου αιώνα) με τις έξοχες αγιογραφίες και το αιθέριο ξυλόγλυπτό της, αλλά και την πλίθινη εκκλησία του Αγίου Μόδεστου, προστάτη των ζώων, του 17ου αιώνα. Θαυμάσαμε όμως και τον Βασίλη, που όπου στεκόμασταν είχε ατέλειωτες ιστορίες να διηγηθεί για το καθετί. Σ’ αυτήν τη ζωή κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, κι ο Βασίλης μπορεί να έχασε μιαν άλλη ζωή, τη ζωή της πόλης, αλλά κέρδισε πολλά περισσότερα, αυτό είναι σιγουρότατο…

Και είναι σίγουρο πως λειτούργησε έτσι η πλούσια ξενάγηση του Βασίλη, γιατί προσωπικά, μολονότι ήμουν αρκετά καλά προετοιμασμένη με τα διαβάσματά μου στο θέμα του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή Καστοριάς, άκουσα άγνωστα πράγματα, αφού τα κορυφαία γεγονότα του Αγώνα στα Κορέστια διαδραματίστηκαν. Το είχε η περιοχή, βλέπετε, να γίνεται το θέατρο πολέμων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε αίμα, σε αναστάτωση, σε φόβο, σε περιπέτειες με καλό ή όχι τέλος, σε ατέλειωτους ξενιτεμούς των κατοίκων της και την ερήμωση που αυτοί οι ξεριζωμοί έχουν προκαλέσει… Γι’ αυτό και άνετα θα λέγαμε πως η ιστορία των Κορεστίων μια περιπέτεια χωρίς τέλος είναι, αφού τα πλινθόκτιστά της κρατιούνται με νύχια και με δόντια, όσα έχουν μείνει, ώστε να μη μεταβληθούν σε ερείπια.

Ό,τι προλαβαίναμε ακούσαμε από τον ανεξάντλητο Βασίλη. Αφήσαμε έξω από τις κουβέντες μας τον άφοβο καπετάνιο του Μακ. Αγώνα από τον Γάβρο Δημήτριο Νταλίπη, που οι κομιτατζήδες σκότωσαν νεότατο κι άφησε πίσω τη γυναίκα του τη Βασιλική να αγωνίζεται με περηφάνια ν’ αναστήσει τα ορφανά της με αμέτρητη δυσκολία. Κι ενώ αναφερθήκαμε στα πολλούς γραικομάνους –τους σλαβόφωνους που αγαπούσαν με μανία την Ελλάδα και γι’ αυτό ήταν στο στόχαστρο των εχθρών της Πατρίδας- που έχασαν τη ζωή τους εκεί τότε κι ούτε φυσικά αναφερθήκαμε στη Μαρία Κούλη και Μαρία Σαρίκα από τη Χαλάρα (τα Χάλαρα είναι κανονικά, μας διευκρίνισε ο Βασίλης, αφού τα παλιά γραπτά «εν Χαλάροις» έγραφαν στη δοτική, μια πτώση εξαφανισμένη που μας φέρνει μια νοσταλγία για τα δικά μας σχολικά χρόνια) που μια μαγιάτικη νύχτα του 1902 τις σκότωσαν κι αυτές οι κομιτατζήδες, μαζί με 5 άντρες συγχωριανούς τους-ο Βασίλης, όταν χρειάστηκα τα ονόματά τους πριν από χρόνια, έτρεξε στο μνημείο τους και μου τα έδωσε αμέσως!

Προλάβαμε όμως να πούμε άλλα σημαντικά. Ανάμεσά τους φυσικά και την εξιστόρηση του θανάτου του Παλληκαριού όπως τη διηγούνται οι ντόπιοι κι όπως έχει περάσει στην ιερή τους παράδοση. Γιατί κορυφαίος ήρωας καθώς ήταν ο Μελάς κι ευγενικός –με τη βαθιά σημασία της λέξης, όχι την επιφανειακή που είναι τελείως δευτερεύουσας σημασίας- συνάμα, το Παλληκάρι, παραμένει ένας υπέροχος θρύλος στα χείλη των κατοίκων, ένας θρύλος που εξουδετερώνει αυτομάτως το δηλητήριο των πάσης φύσεως ιών, που αυτόν τον σκοπό είχαν κι ίσως έχουν ακόμα, να θολώνουν με το δηλητήριό τους τις πιο ιερές μορφές, για να υπηρετήσουν σκοπούς άλλους, πονηρούς.

Κι εκεί, μες στην πλίθινη εκκλησιά του Αγίου Μόδεστου μίλησα κι εγώ για την αθέλητη διαστρέβλωση που αρκετά συχνά διαπιστώνεται: πως σε αρκετά βιβλία που στη μορφή του Μελά αναφέρονται συμβαίνει κάποιες φορές οι συγγραφείς να συγχέουν το όνομα του χωριού όπου σκοτώθηκε, τη Στάτιστα, με την αρχοντική κωμόπολη του διπλανού μας νομού Σιάτιστα. Μάλιστα, πρόσφατα, αρθρογράφος της εφημερίδας των Γιαννιτσών «Νέοι Ορίζοντες», που πολύ συχνά φιλοξενεί κείμενα για τον Μακ. Αγώνα, επεσήμανε πως σε βιβλίο σχετικό που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ενώ στο κύριο μέρος αναφέρεται σωστά το όνομα του χωριού, στον πρόλογο διακεκριμένου συγγραφέα «Σιάτιστα» γράφεται κι είναι το λάθος μεγάλο και τραγικό.

Και μου δόθηκε η χρυσή ευκαιρία να πω και στους συναδέλφους μας πως ο εξαιρετικός ξεναγός στο Μουσείο του χωριού (το σπίτι όπου σκοτώθηκε το Παλληκάρι) κ. Γιώργος Τσάκαλος ερμηνεύει υπέροχα και πολύ τρυφερά την ετυμολογία του παλιού ονόματος του χωριού, που το λέγαν έτσι από ένα εκκλησάκι που υπήρχε εκεί αφιερωμένο στην Αγία Αναστασία, που χαϊδευτικά Στάτιτσα ή Στάτιστα τη λέγαν οι παλιοί κάτοικοι (το γράφω εδώ, γιατί προσωπικά τουλάχιστον δεν το ‘χω διαβάσει πουθενά κι είναι κρίμα να μην το ξέρουμε όλοι μας)…

Εντυπωσιακές λοιπόν όλες οι ιστορίες του Βασίλη Χρηστίδη. Όλες, με την ιδιαίτερη σημασία και τη βαρύτητά τους, πλούτισαν το πρωινό μας στα Κορέτσια μ’ έναν ιδιαίτερο πλούτο. Κι επειδή είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο το τι λέγεται κάθε φορά, μα και το πώς λέγεται, συχνά την υπογράμμιση των λόγων του ξεναγού μας την έκαναν τα δακρυσμένα του μάτια. Γιατί ο άνθρωπος όλα όσα έλεγε τα έχει φυλαγμένα βαθιά μες στην καρδιά του. Και, χωρίς ίσως να το ξέρει ο ίδιος, ενσάρκωνε εκεί μπροστά μας το ρητό του Πλάτωνα που τόσο αταίριαστο με την εποχή μας μοιάζει κι ίσως είναι: «Το ένα τρίτο της ζωής μας το οφείλουμε στην Πατρίδα μας, το ένα τρίτο στην οικογένειά μας και το τελευταίο τρίτο στους φίλους μας», αρκεί να το αξίζουν οι τελευταίοι, θέλω να συμπληρώσω, γιατί δεν είναι όλοι όσοι κάνουμε παρέα αληθινοί μας φίλοι…

Και, μην μπορώντας να ξεφύγω από όσα απασχολούν τη σκέψη μου πρόσφατα για τον Δάσκαλο που είναι το φως του κόσμου και το άλας της γης, όπως έξοχα διατυπώθηκε από τον ποιητή Κ. Καλαπανίδα, ήρθαν στον νου μου οι πάμπολλοι- περασμένων κυρίως εποχών- δάσκαλοι που κατέγραφαν την ιστορία –κι όχι μόνο αυτήν- των τόπων όπου υπηρετούσαν. Αυτές οι καταγραφές, με τις όποιες ατέλειές τους κάποιες φορές, είναι συχνά μοναδικές πηγές για τους σημερινούς μελετητές, που δεν έχουν πού αλλού να βασιστούν για να προχωρήσουν.

Αυτές και οι ζωντανές πηγές-φορείς της τοπικής Ιστορίας και Παράδοσης σαν τον Βασίλη Χρηστίδη στα Κορέστια έχουν πάντοτε πολύτιμα στοιχεία να καταθέσουν για τον τόπο τους, στοιχεία που είναι το καταστάλαγμα της έρευνας μιας ολόκληρης ζωής, που καίει τα σωθικά τους καθώς γυρεύει να βρει τον πραγματικά ενδιαφερόμενο αποδέκτη, τον πάντα πρόθυμο να ακούσει και να διαβάσει. Μονάχα που για το τελευταίο ενδεχόμενο, αυτό του διαβάσματος, θα πρέπει πρώτα να εξασφαλιστούν τα χρήματα για την έκδοση τέτοιων πολύτιμων βιβλίων και οι αιρετοί μας άρχοντες δεν φαίνονται διατεθειμένοι να βοηθήσουν.

Γιατί, καταπώς φαίνεται, δεν ενδιαφέρονται για τα πραγματικά ουσιώδη, τα βιβλία περιοχών εξαιρετικής σημασίας, όπως τα Κορέστια, βιβλία που έχουν τη δύναμη να διαλύσουν τα σκοτάδια της άγνοιας και να εξουδετερώσουν δηλητήρια που αυτήν την άγνοια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα μάλιστα χρηματοδοτούν με ευκολία και άνεση τοπικά πανηγύρια που, καθώς τα δρώμενά τους καθόλου δε συνάδουν με την Ιστορία και την Παράδοση του τόπου μας, τελείως άλλη εικόνα δίνουν και σε τελείως παραπλανητικά «συμπεράσματα» οδηγούν τους κακοπροαίρετους που άλλα έχουν στο μυαλό τους και άλλα σχεδιάζουν σε βάρος της όμορφης, μα πέρα βρέχει Πατρίδας μας…

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Ιουνίου 2015, αρ. φύλλου 794
Φωτογραφία: Γεώργιος Τσούμπας


1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος24/11/15

    Δάσκαλοι σαν τον κ.Χρηστίδη αποτελούν τιμή για τον κλάδο τους και είναι απαραίτητοι για τον τόπο τους-να τους χαιρόμαστε όλοι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.