11/4/16

Λόγος & Αντίλογος




«Περί καρναβαλιού συνέχεια»



Αγαπητή ΟΔΟΣ,

Παρά την προτροπή σου (*)  για μη σχολιασμό μου στην απρόκλητα επιθετική γραφή του κ. Τσακιρίδη, δεν θα ανταποκριθώ. Πρέπει να τοποθετηθώ. Κατ’ αρχάς διευκρινίζοντας ότι όταν έγραψα την πρώτη επιστολή μου, αναφέρθηκα στο καρναβάλι της Καστοριάς και δεν φαντάσθηκα ότι θα προκαλούσα δημόσια προσωπική επίθεση σε εμένα, τον... ημιμαθή και… αμαθή.

Παρά το γεγονός ότι γνωρίζω ότι προσπάθησες να προστατεύσεις το επίπεδο του αντιλόγου, με ενόχλησε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι με περισσή ευκολία διαψεύδει ή αγνοεί εντελώς σύγχρονους μας συμπολίτες (βλ. κκ Μπατρίνο, Πηχιών, Μπούτη,  Γιοβανοπούλου, Σωτηροπούλου, Μπαϊρακτάρη, Αναγνώστου κά). Που όλοι τους διαψεύδουν τον όρο «ραγκουτσάρια». Και επομένως διερωτώμαι αν κάποιος που το 1935 ήταν παιδί και έφηβος, δεν είχε ακούσει από τους δικούς του καστοριανούς γονείς (που είχαν γεννηθεί ακόμη πιο παλιά) την λέξη «ραγκουτσάρια», αλλά καρναβάλια τότε για ποιο έθιμο μιλάμε;

Τέλος πάντων, ούτε μια εβδομάδα δεν πέρασε από την φιλοξενία της τοποθέτησής μου στην ΟΔΟ αρ.φύλ.816 /17.12.2015. Και ως εκ θαύματος εμφανίστηκε ο κ. Τσακιρίδης να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό μου στο αρχικό κείμενο. Πως δηλαδή, οι πιο μαχητικοί υποστηρικτές της ονομασίας «ραγκουτσάρια», ακόμη και όταν είναι πράγματι ή έστω αυτοπροσδιορίζονται και ως λαογράφοι, «δεν είχαν γλεντήσει ποτέ -μα ποτέ όμως- στο Καρναβάλι της Καστοριάς.

Πέρα όμως από όλα αυτά, ο κ. Τσακιρίδης εκτός από την αναδημοσίευση σε τίτλους των γραφόμενων «Περί καρναβαλιού», δεν επιχειρηματολογεί και δεν αντικρούει επ’ ουδενί. Καθόλου δεν πρωτοτυπεί αφού όλα όσα επικαλείται είναι από παλιά γνωστά. Επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια -πολύ γνωστά και αποδεκτά απ’ όλους με τις ίδιες απόψεις- χωρίς όμως να σχολιάζει και την άποψη του αντιδημάρχου Πολιτισμού. Περί καταγωγής της λέξης «ραγκουτσάρια» από τον Τσάρο Ραγκού (!). Βλέπεις αγαπητή ΟΔΟΣ, εντελώς τυχαία επικέντρωσε την μαχητικότητά του σε εμένα και δεν αναφέρθηκε καθόλου στις ανοησίες που ειπώθηκαν στην πλατεία Αριστοτέλους.

Καταγγέλλει ο μουσικολόγος και πρόεδρος της «ακαδημίας» του, πως η Νόβα Ζόρα χρησιμοποιεί «πλαστό προπαγανδιστικό υλικό». Που δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να εξηγεί -από την δική της σκοπιά βέβαια- ετυμολογικώς την προέλευση της ονοματολογίας του εθίμου «ραγκουτσάρια». Γεγονός που φαίνεται να μην απασχολεί τον εν λόγω κύριο. Ούτε το ποιος και γιατί χορηγεί στα Σκόπια αυτό το υλικό.

Ο ίδιος δείχνει να μην λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη «ραγκουτσαραίων» σχεδόν σε όλη βορειοελλαδίτικη επαρχία, και όχι μόνο. Οι οποίοι συναντώνται και σε πολλά χωριά της Θεσσαλίας. Όλοι τους με την ίδια ενδυμασία: κουδούνες, κέρατα, προβιές για να ξορκίσουν το κακό και τους καλικαντζάρους! Φορεσιές και σκοποί που ποτέ δεν έχουν κάνει την εμφάνισή τους στην πόλη της Καστοριάς. Και πάντως όχι συστηματικά ή γενικευμένα σε βαθμό που να ταυτίζονται με το καστοριανό καρναβάλι. Πώς γίνεται αυτό, ούτε ο ίδιος το ξέρει. Παρ’ όλα αυτά επιμένει να μην το αντιλαμβάνεται. Να μην το κατανοεί. Όλοι οι ανά την Β. Ελλάδα «ραγκουτσάρηδες» έχουν άδικο και είναι τελικά κάτι άλλο, ενώ ο κ. Τσακιρίδης έχει δίκιο. Μάλιστα.

Και προβάλει ως επιχειρήματα -για την δημιουργία ενυπώσεων και τίποτα παραπάνω- την αναφορά του σε βιβλιογραφίες. Φαίνεται ότι στην περίπτωση του καρναβαλιού δεν θέλει ή δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την διαφορά μεταξύ της λαογραφίας, μυθολογίας και της ζώσας κατάστασης. Τον δικαιολογώ, σε ένα βαθμό. Δεν τον θυμάμαι να διασκεδάζει στα καρναβάλια, άλλωστε δεν δηλώνει καρναβαλλιστής, ούτε καν «ραγκουτσαραίος». Δεν έχει δηλαδή τα ίδια βιώματα με όποιον ζυμώθηκε με τα καρναβάλια. Αντίθετα υπογράφει ως «μουσικολόγος», επιχειρεί δηλαδή να γίνει ο θεωρητικός των «Ραγκουτσαριών». Εγώ όμως δεν αναφέρθηκα στην θεωρία. Αλλά σε όσα γνωρίζω και σε όσα γνωρίζουν οι παλιότεροι συμπολίτες μας, οι περισσότεροι μεγάλης ηλικίας και καρναβαλλιστές.

Κάνει αναφορά στο άρθρο του Θωμά Παπαθωμά του 1931 κάνοντας για λόγο για πρωτοχρονιάτικους «ρουγκουτσιάρηδες» στην πόλη της Καστοριάς. Αγαπητή ΟΔΟΣ, ξέρεις κάτι και μας το κρύβεις; Έχει κυνηγήσει κάποιος Καστοριανός όντας τσερανισμένος, πρωτοχρονιάτικους καλικαντζάρους και ξωτικά; Με προβιές και κουδούνες; Γιατί αυτό κάνουν οι υπόλοιποι «ραγκουτσαραίοι» ανά την Ελλάδα. Και ο κ. Τσακιρίδης δείχνει το αγνοεί.

Επικαλέστηκε το άρθρο του Γ. Μαυροβίτη (λαμπρού φυσικά συμπατριώτη με καταγωγή ωστόσο από το Μαυροχώρι και όχι από την Καστοριά), ο οποίος χρησιμοποιεί υπόμνημα με «λεξιλόγιον» συμπεριλαμβανομένου και του όρου «ραγκουτσάρια». Για τον οποίο, δεν αναφέρει πουθενά ότι ζούσε στην Κοζάνη, αλλά επικεντρώθηκε στην απουσία του κ. Μπατρίνου από την πόλη με σαφή υπονοούμενα για τα γραφόμενά του. Ούτε καν αναφέρει ότι για πολλές δεκαετίες έζησε εκτός Καστοριάς (στην Αμερική και Γαλλία) ο Αργύριος Παπαδίσκος.

Ο Καστοριανός Γιάννης Μπακάλης -την λαογραφία του οποίου επικαλείται ο κ. Τσακιρίδης- αμφισβητεί τον εορτασμό των Καρναβαλιών την Απόκρια σε...παγκόσμιο επίπεδο, υποστηρίζοντας πως πρέπει να εορτάζουν ΟΛΟΙ τα Καρναβάλια κατά το δωδεκαήμερο «διότι ορθότερον είναι να εορτάζωνται κατά το δωδεκαήμερο» (!). Αμφισβητεί δηλαδή σε παγκόσμια πρωτοτυπία, το Καρναβάλι της Πάτρας, της Ξάνθης, της Βενετίας, του Ρίο ντε Τζανέιρο και της Ν. Ορλεάνης. Χωρίς προφανώς να γνωρίζει πως η Κυριακή της Αποκριάς είναι το αποκορύφωμα της συνέχειας των ίδιων διονυσιακών εορτασμών. Αμφισβητώντας -στο ίδιο πάντα κείμενο του- τον όρο καρναβάλια καθώς «Η ονομασία αυτή δε συμβιβάζεται με τους μεταμφιεσμένους και κακώς δε, λέγονται καρναβάλια αυτοί» (!).

Παρακάτω παρουσιάζονται μερικές από τις πολλές αναφορές του ίδιου και υπολοίπων αρθρογράφων στην εφημερίδα «Ορεστιάς» (ιδιοκτησίας Ι. Μπακάλη):

-Σε δημοσίευμα την 12.1.1949 αρ. φύλλου 115, ο Ι. Μπακάλης φαίνεται να μην έχει καταλήξει στην ονομασία καθώς τα αναφέρει «Αραγκουτσιάρια» παραπέμποντας στο τοπικό έθιμο της Κλεισούρας (Αργκουτσάρια). Στο ομώνυμο σημείωμα του, κάνει αναφορά για «παιδόπλα καί παιδόπουλα μαύρα τσερανιασμένα απού είχανε απάνου τους κουδούνια κρεμασμένα. Σιακάδες άλλα ήλεγαν δεμένα μέ ζουνάρια και χώσικα παρίσταιναν. Στούρνα αραγκουτσιάρια!». Αγαπητή ΟΔΟΣ, έχεις στο αρχείο σου φωτογραφίες με τσερανισμένους και κουδουνοκουβαλητές; Και μας το κρύβεις;

-Στις 10.1.1952, αρ. φύλλου 264, στο πρωτοσέλιδο συναντώνται δύο ποιήματα με τίτλο «Εις μασκαράν» και «Το φίλημα» . Το πρώτο έχει ως εξής: «Τα καρναβάλια πέρασαν καθώς κι’ οι μασκαράδες με τα τρελλά τα γλέντια τους, χορούς και χωρατάδες. Και όμως έμεινες εσύ κι’ αν μάσκα δεν φοράς γιατ’ είσαι αδιόρθωτος κι αιώνιος μασκαράς» το οποίο υπογράφει κάποιος/α ως «Ζιζάνιον», και το δεύτερο «Στην τρέλλα του καρναβαλιού σε μια γωνιά βρεθήκαμε τις μάσκες μας σηκώσαμε και τρελοφιληθήκαμε. Ποια ήσουν; Δεν μου μίλησες κι’ αν φλογερά σου μίλησα. Δεν σ’ έμαθα! Μα αξέχαστα τα χείλη σου που φίλησα». υπογεγραμμένο από κάποιον με το ψευδώνυμο «Ροδανθός».

Στο ίδιο φύλλο, κάποιος με την αντιγραφή ως «Καστοριανός» γράφει: «Για τα καρναβάλια δεν θα γράψωμεν προσωπικές λεπτομέρειες. Για να μην γίνωνται παράπονα και παρεξηγήσεις», ενώ ακριβώς δίπλα ο δια την αντιγραφή «Κάστωρ» γράφει για το Ντουλτσό «Μα κι’ αν στον Ντουλτσό ήσαν και τούρκοι σεργιαντζήδες για τα καρναβάλια ούτε θύμωναν ούτε παραξενεύοντο καν που όλη η Ελλάδα ζούσεν εκεί...». Στο εσωτερικό του ίδιου φύλλου συναντάται διαφήμιση του αθλητικού σωματείου Ατρόμητος για τις μέρες των καρναβαλιών ως «Χορός Καρναβαλιού (7 & 8 Ιανουαρίου) στον χορό του Ατρομήτου».

-Στις 10.1.1954 τα αναφέρει ως «Ρογκουτσιάρια» δίνοντας παράλληλα την ερμηνεία της λέξης. Και ορθά έπραξε να την... ερμηνεύεσει γιατί έγραφε λέξη εντελώς άγνωστη στους Καστοριανούς: «Με εξαιρετικήν επιτυχίαν και απέραντο κέφι εωρτάσθηκαν εφέτος τα “ρογκουτσιάρια” δηλ. τα καρναβάλια, παρά την ακαταστασίαν του καιρού», ενώ στην συνέχεια του άρθρου του κάνει λόγο για καρναβάλια και καρναβαλιστές. «Καθ’ όλην την ημέραν του Προδρόμου έπιπτε πυκνή χιών. Παρά τούτο η κίνησις των καρναβαλιών ήτο ζωηρά, το δε βράδυ εις όλα τα κέντρα και ταβέρνας έλαβε χώρον εξαιρετικό γλέντι...» ενώ στην λεζάντα της φωτογραφίας του καρναβαλιστή γιου του -ως αρχαίος Σπαρτιάτης- Θύμιου Μπακάλη, χρησιμοποιεί την φράση «Από το προχθεσινά Καρναβάλια» και όχι «ραγκουτσάρια».

-Στις 23.1.1955 αρ. φύλλου 415, ο εν ονομάτι Τύπος Τυπάδης εκ Παρισιού γράφει τις εντυπώσεις του για το δρώμενο με τίτλο “Από τα καρναβάλια, εντυπώσεις ενός ξενητευμένου”: «Έφυγα μικρό παιδί από την Καστοριά και από τότε κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες νοσταλγούσα την πατρίδα μας με τα έθιμα της, φαντάζεται δε κάθε Καστοριανός την συγκίνησίν μου και την χαράν μου, όταν βρέθηκα εφέτος ανάμεσα στους συμπολίτας μου, που γιόρταζαν τα καρναβάλια»..... «και δυο μέρες συνεχώς, παρά την βροχήν, που δεν την λογάριαζαν τα καρναβάλια και εγώ με την λαχτάραν μου να τα ζήσω γύριζα παντού και έβλεπα μικρούς και μεγάλους να’ ναι ριγμένοι στο γλέντι του καρναβαλιού».... «εις την ξενιτειάν, θα διηγηθώ και θα παρουσιάσω ζωντανήν εικόνα των καρναβαλιών στους ξενητευμένους Καστοριανούς και θα τους ευχηθώ και δια στόματος, να τους αξιώση ο Θεός να ευρίσκωνται του χρόνου και κάθε χρόνο, στα καρναβάλια της πατρίδας μας...».

-Στις 6.1.1956 αρ. φύλλου 465 στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας του ο Ι. Μπακάλης αναφέρει ως είδηση “Θα βραβευθή το καλύτερο καρναβάλι” με το κείμενο να έχει ως εξής: «Δι’ αποφάσεως του Δημ. Συμβουλίου της πόλεως μας εψηφίσθη κονδύλιον 4.000 δρχ δια την βράβευσιν των καλύτερων Καρναβαλιών του Άη-Γιαννιού και της Παταρίτσας. Προς τούτο συνεκροτήθη Επιτοπή δια την καλύτεραν οργάνωσιν, η οποία θα παρακολουθήση τα Καρναβάλια κατά τα δύο ημέρας και μετά την επιλογήν των καλυτέρων θα προβή εις την βράβευσιν αυτών». Οι σχετικές αναφορές για τα καρναβάλια από τον Ι. Μπακάλη είναι πάμπολλες, και θα είναι κουραστικό να συνεχίσω.

Σε άλλο σημείο ο κ. Τσακιρίδης αναφέρει ως πηγή της «επιχειρηματολογίας» του τον Απ. Σαχίνη. Λησμονεί όμως, πως ο κ. Σαχίνης αναφέρει «Στην παράδοση των “ρογκατσαραίων” συναντούμε ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα και μία ιπποτική εκδήλωσή τους, που την επιβεβαιώνουν οι τάφοι (σήμερα υπολείμματα) στην άκρη των σταυροδρομιών του παλαιού οδικού δικτύου. Όταν πριν από πολλά χρόνια ο περίεργος διαβάτης ερωτούσε για τους τάφους αυτούς στα ερημικά εκείνα μέρη (δηλαδή στην ύπαιθρο, άρα εκτός της πόλης), οι γεροντότεροι της εποχής εκείνης αφηγούνταν τη δραματική ιστορία των παλληκαριών που ήταν θαμμένα εκεί».

Συνεχίζοντας την διήγηση του αναφέρει «Παλαιό έθιμο ήταν στα μέρη μας, στις γιορτές των “Δωδεκάμερων”, τα παλληκάρια των ΧΩΡΙΩΝ μας, συγκροτημένα σε ομάδες και κάθε ομάδα του κάθε χωριού με τον αρχηγό τους, να γυρίζουν από χωριό σε χωριό για “ρόγες” (δώρα), τραγουδώντας τα τραγούδια των ημερών. Ντυμένοι με τα καλά τους, οι “ρογκατσαραίοι” (έτσι λέγονταν επειδή μάζευαν “ρόγες”, δηλ. δώρα) και κρατώντας κάτω από το “σαγιάκινο μαντύο” τους μαχαίρια για την ασφάλεια και την τιμή τους, πορεύονταν παντού στο οδικό δίκτυο του καιρού εκείνου»... «Όταν δύο ομάδες συναντιόνταν στα σταυροδρόμια, έθιμο ήταν η μία να τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου και να αφήσει την άλλη να περάσει, αναγνωρίζοντας έτσι σ’ αυτήν την ανωτερότητα σε δύναμη. Και το πράγμα περνούσε ομαλά.

»Σε πολλές όμως περιπτώσεις, οι ομάδες ήταν ανυποχώρητες και τότε κατέληγαν σε μοιραία και δραματικά γεγονότα, γιατί ξυπνούσε ή παλαιά ιπποσύνη των βυζαντινών χρόνων, όπου την τιμή την κέρδιζαν με τα μαχαίρια τους [κάμες]»...«Στις συμπλοκές εκείνες πού ήταν πραγματικές ομαδικές μονομαχίες, οι πληγωμένοι και οι σκοτωμένοι “ρογκατσαραίοι” ήταν πολλοί. Έτρεχαν στα χωριά τους και τους έθαβαν δίπλα στα πεζοδρόμια, γιατί η εκκλησία απαγόρευε να τους διαβάσουν. Τα “μνημόρια” τους βρίσκονται και σήμερα στα ερημικά μέρη».Δηλαδή αγαπητή ΟΔΟΣ, σκοτωνόντουσαν και θάβονταν χωρίς τις απαιτούμενες εκκλησιαστικές τιμές και εκτός νεκροταφείων. Να με συγχωρείς αλλά αυτό παραπέμπει στο Φαρ Ουεστ και όχι σίγουρα στην Καστοριά.

Σε άλλο σημείο του κειμένου ο κ. Ι. Τσακιρίδης αναφέρεται στην κυρία Ιφ. Διδασκάλου. Η οποία και αυτή δεν κατοικεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Καστοριά. Αλλά και πάλι το προσπερνά ο κ. Τσακιρίδης. Φαίνεται πως του κάνει εντύπωση μόνο η απουσία του κ. Μπατρίνου από την πόλη. Χρησιμοποιεί ως βιβλιογραφικό «επιχείρημα» την αναφορά της στα «ραγκουτσάρια» ως έθιμο της μεταμφίεσης, δηλαδή κουδούνες, προβιές, τσιναρισμένα πρόσωπα, κέρατα κοκ με βάση το ντύσιμο των ραγκουτσαραίων». Ωστόσο στην πραγματικότητα η κ. Διδασκάλου γράφει επί λέξει: «Στο Λέχοβο, στην Κλεισούρα, στο Άργος Ορεστικό, στη Γαλατινή, στον Γέρμα και στη Σιάτιστα, όπως και σ’ όλα τα χωριά του Βοΐου, ντύνονται καρναβάλια, ρογκατσάρια ή μπουμπουσάρια όπως ΤΑ ΛΕΝ κι όπως συνηθίζουν κάθε χρόνο ανήμερα Πρωτοχρονιάς. Φορούν τις άσπρες φουστανέλλες, δένουν στις πλάτες και στους ώμους σειρές από ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ, βγαίνουν στους δρόμους και τραγουδούν από σπίτι σε σπίτι. Ύστερα στο μεσοχώρι στήνουν το χορό και γλεντούν ξέγνοιαστοι και ευχαριστημένοι». Καμία αναφορά στο πρωτοχρονιάτικο αυτό έθιμο για την πόλη της Καστοριάς. Απεναντίας στο κείμενο της αναφέρεται γλέντι με κουδούνια στο «μεσοχώρι» στήνοντας χορούς. Ακόμα και σήμερα σε πολλά χωριά του νομού Καστοριάς και σε όμορους νομούς, η τέλεση των εορτών γίνεται ανήμερα της Πρωτοχρονιάς.

Ο κ. Τσακιρίδης συνεχίζοντας αναφέρθηκε και στον Λουκά Σιάνο. Και στην προκειμένη όμως ο Λουκάς Σιάνος -το λαογραφικό βιβλίο του οποίου επικαλέστηκε - αναφέρει στην πρώτη έκδοση (1988) «Καστοριανές Εικόνες, Παλιά Καστοριά Λαογραφία»: «Αν βρεθήτε σε τούτη την πλατεία τις απογευματινές ώρες, στις 8 Ιανουαρίου, στα ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ, δεν θα μπορέσετε ούτε βήμα να προχωρήσετε όχι μόνο από το μεγάλο πλήθος των θεατών αλλά κι από τα “μπουλούκια”, τους ομίλους των “φιασμένων” (μεταμφιεσμένων), τους χορούς και το ξεφάντωμα της τελευταίας ημέρας των καρναβαλιών»... «Το έθιμο τούτο των καρναβαλιών διατηρείται ως τα σήμερα αρκετά ζωηρό...» «Χώρια από τα καρναβάλια που αυτοσχεδιάζονται στην στιγμή, εκτός από τα “μπουλούκια” έχομε τώρα κι αυτά που σατυρίζουν πρόσωπα, πολιτικές...» «Τις ημέρες αυτές η Καστοριά διπλασιάζει τον πληθυσμό της με τις επισκέψεις απ’ τις διάφορες πόλεις και παντού ακούγεται ο ρυθμικός ήχος των “νταουλιών”, τα ξεφωνήματα και τα καρναβαλίστικα τραγούδια».

Όσων αφορά την χρήση «επιχειρηματολογίας» του τουριστικού οδηγού του Κ. Πηχιών παραλείπει να αναφερθεί σε λεζάντα φωτογραφίας που αναφέρει «Καστοριανό Καρναβάλι». Πάντως οποιαδήποτε ερώτηση του θα μπορούσε να την θέσει στον κ Αναστάση Πηχιώνα (γιο του Κ. Πηχιών) αλλά προς στιγμήν φαίνεται να μην το κάνει. Άγνωστο το γιατί. Συμπτωματικά και αυτός αποκρούει τον όρο ραγκουτσάρια.

Μάλιστα επικαλείται ως επιχείρημα, πως όσοι από τους Καστοριανούς δεν έχουν ακούσει την λέξη «ραγκουτσάρια», μάλλον δεν ζουν στην Καστοριά! Και επειδή την άκουσε ο ίδιος και οι υποστηρικτές των ίδιων απόψεων είναι όλοι αυτοί οι «παραδοσιακοί Καστοριανοί»!

Προφανώς μπορεί και να συμβαίνει αγαπητή ΟΔΟΣ. Αλλά σε κάποιο άλλο, παράλληλο από το δικό μου σύμπαν. Τι να πω, ίσως φταίει το ότι δεν είμαι μουσικολόγος και ακαδημαϊκός.

Για να πείσει το αναγνωστικό σου κοινό, παρουσιάζει συν τοις άλλοις την ετυμολογία της λέξης καρναβάλια και την συνδέει με την νηστεία από το κρέας. Αλλά αγνοεί την ύπαρξη καρναβαλιών ανά τον κόσμο, που εορτάζουν τα χειμερινά Διονύσια, ακριβώς τις ίδιες ημέρες με το καστοριανό καρναβάλι σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι μόνο στην Βαλκανική, όπως θέλει να νομίζει. Αναφορικά παρουσιάζονται μερικά από τα καρναβάλια που ξεκινούν το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου: το καρναβάλι του HuejotzingoPueblas στο Μεξικό, το καρναβάλι του St.Croix στα Virgin, το καρναβάλι του El Carazo, Νικαράγουα,  το καρναβάλι του Pasto, Nariño, Κολομβία (συμπεριλαμβάνεται -μαζί με άλλα καρναβάλια- στον Κατάλογο της UNESCO), το καρναβάλι του Kochi, του St. Kitts-Nevis, του Sinulog... Αλλά βλέπεις αγαπητή ΟΔΟΣ, προφανώς όλοι οι προηγούμενοι ανά τον κόσμο καρναβαλιστές δεν διαθέτουν θεωρητικούς να τους πουν πως αυτό που γιορτάζουν, ΔΕΝ είναι καρναβάλια, αλλά «ραγκουτσάρια, μπαμπουσάρια και κουδουνάτοι μωμόγεροι».

Κλείνοντας αγαπητή ΟΔΟΣ, σε καμία σοβαρή επιστημονική μελέτη για τα μικρά Διονύσια ή γενικά για τα Διονύσια (τα έθιμα) δεν υπάρχει ή λέξη «ραγκουτσάρια», ή παρόμοια λέξη. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στα επιστημονικά άρθρα για τα Διονύσια (Ρωμαϊκά) είναι Σατουρνάλια, Λουπερκάλια, Βακχανάλια, Καλένδες κλπ. Τώρα πώς τους ξέφυγε όλους τους ερευνητές, βιβλιοθήκες και ιδρύματα η λέξη «ραγκουτσάρια», και μόνο η Νόβα  Ζόρα και ορισμένοι άλλοι την γνωρίζουν και την επικαλούνται, δεν γνωρίζω να το εξηγήσω. Καλή χρονιά σε όλους. Και προπαντός, μέρες που έρχονται «ζήτω το καστοριανό καρναβάλι».

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Ιωάννης Σκόρδας



ΥΓ1. Να φανταστώ αγαπητή ΟΔΟΣ πως ακόμη περιμένεις, την απάντηση για το άρθρο του επιστημονικού συνεργάτη της “Ακαδημίας” με τίτλο «Όταν τα καρναβάλια της Καστοριάς δεν τα λέγαμε “ραγκουτσάρια”».
ΥΓ2. Αν ξεκινήσω από σήμερα να δημοσιεύω λαογραφία στην ΟΔΟ και αναφερθώ στις «γουρουνοχαρές» των εμπορικών μαγαζιών ονομάζοντάς τες «μπαρμπεκιουσάρια» από την λέξη «Barbeque», θα σημαίνει πως αυτό θα αποτελεί τοπικό ιδίωμα και έθιμο μετά από χρόνια; 
ΥΓ3. Ακόμη κι αν ο Ι. Μπακάλης περιεγράφε κάποιους μόνο από τους ντυμένους ως «ραγκουτσάρια», για ποιο λόγο πρέπει να υποχρεωθεί η πόλη να έχει σήμερα αυτή την κακόηχη λέξη για το καρναβάλι της; Αυτό μόνο θέλουν να κρατήσουν από την Καστοριά; 
ΥΓ4. Αν ο τωρινός εορτασμός των φωτιών/«μπουμπούνων» την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά από τα χωριά του νομού όπως αναφέρονται στο δελτίο τύπου του δήμου Καστοριάς, εισαχθεί και πραγματοποιηθεί στην πόλη, θα σημαίνει πως μετά από χρόνια θα είναι καστοριανό έθιμο; Ασφαλώς και όχι.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 7 Ιανουαρίου 2016, αρ. φύλλου 818


- - - - - 



(*) Η ΟΔΟΣ είχε γράψει σχετικά στο έντυπο φύλλο της στις 24.12.2015 | 817 τα εξής:

"Στην Καστοριά έδιωξαν τα κακά πνεύματα".
Το Βήμα 2011

* * * 
"Στην Καστοριά αναβιώνουν τα ραγκουτσάρια. Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική αποσκοπώντας στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Zητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους".
Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων 2009

* * * 
"Πρός Ὑπουργόν Οίκονομικῶν Κωνσταντινούπολιν
[....]Ἔκτοτε ἡ πλατεῖα αὕτη παρέμεινε καί μέχρι σήμερον ὡς τόπος διασκεδάσεων καί δή κατά τήν ἡμέρα τῶν καρναβαλίων, 8 και 9 ‘Ιανουαρίου.
Καστορία 18 Ἰουλίου 1872.
Οἱ ταπεινοί καί πιστοί ραγιάδες Χριστιανοί κάτοικοι Καστορίας"
Και για την αντιγραφή
Αναστάσης Κ. Πηχιών



Η εφημερίδα ΟΔΟΣ καταχωρεί την επιστολή του κ. Ι. Τσακιρίδη ως αντίλογο στην αντίστοιχη που δημοσιεύτηκε στο π. φύλλο του κ. Ιωάννη Σκόρδα, ο οποίος ανήκει στην νέα γενιά παλιών Καστοριανών οικογενειών –που κατοικούν συνεχώς επί πολλούς αιώνες στην πόλη. Κάτι που μοιάζει να ενόχλησε. Αυτές οι οικογένειες αν και δεν είναι πλέον πολλές, υπάρχουν και δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο αισθάνεται την ανάγκη κάποιος να τις αποστομώσει με την βιβλιογραφία που επικαλείται.

Στα 18 χρόνια κυκλοφορίας της ΟΔΟΥ δεν υπάρχει ούτε ένας παλιός Καστοριανός οιασδήποτε ηλικίας και βεβαίως μεγάλης ηλικίας, που να έχει επιβεβαιώσει τον όρο «ραγκουτσάρια» για τα καστοριανά καρναβάλια. Ακριβώς το αντίθετο, τον διαψεύδουν όλοι. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί να συμβαίνει αυτό, εάν πράγματι υπήρχαν «ραγκουτσάρια»;

Ο αντίλογος του κ. Ι. Τσακιρίδη δημοσιεύεται με παρεμβάσεις της ΟΔΟΥ αφού από το αρχικό κείμενό της, αφαιρέθηκαν συκοφαντικές εκφράσεις και σχόλια επί σχολίων που αντηλλάγησαν  σε προσωπικούς λογαριασμούς στο facebook, που κατά την άποψη της έκδοσης της εφημερίδας οδηγούσαν αλλού τον αντίλογο.  Έτσι παρουσιάζονται οι καθαρές απόψεις του κ. Ι. Τσακιρίδη, για τον οποίο η Καστοριά είναι «γενέθλια πόλη» όπως αναφέρει, χωρίς πάντως να ισχυριστεί ότι ο ίδιος τήρησε ή τηρεί το έθιμο.

Η ΟΔΟΣ δεν θα ενθαρρύνει την σε ανταπάντηση, καθώς δεν έχει νόημα να αποκτά χαρακτηριστικά προσωπικής διαφωνίας μια διαφορετική εκτίμηση ή ιεράρχηση των γεγονότων, στοιχείων και εμπειριών. Και τούτο διότι παρά το γεγονός ότι στα 18 χρόνια κυκλοφορίας της ΟΔΟΥ η οποία αν και δίνει βήμα σε όλες τις απόψεις και απηχεί την ίδια θέση για την ονομασία των καρναβαλιών της Καστοριάς, ενώ ο κ. Ιωάννης Σκόρδας είναι ο νεότερος και χρονικά τελευταίος (έως τώρα) Καστοριανός που έγραψε για τις δικές του γνώσεις και στο ίδιο φύλλο και συγκεκριμένα στο πρωτοσέλιδο της ΟΔΟΥ γινόταν αντίστοιχες αναφορές, ενώ στο αμέσως προηγούμενο έγραψε ο κ. Μενέλαος Μπατρίνος, ο κ. Ιωάννης Τσακιρίδης επέλεξε τον κ. Ιωάννη Σκόρδα ως αποδέκτη στόχο της δικής του επιστολής. Γεγονός παράδοξο που επιτρέπει στην ΟΔΟ να υποθέσει ότι αδίκως εύχεται στην παρ. 9 των συμπερασμάτων του ο κ. Ι. Τσακιρίδης να οργανωθούν οι ήδη οργανωμένοι. Ακόμη και εάν τα κίνητρα του αντιλόγου του κ. Ι. Τσακιρίδη είναι τα πλέον αγνά, καμιά προσπάθεια φίμωσης της άποψης των Καστοριανών δεν θα ενισχυθεί από την ΟΔΟ.

Από τον αντίλογο του κ. Ι. Τσακιρίδη που από το σύνολο της επιστολής του δείχνει να διώκει να καταστεί ο σύγχρονος θεωρητικός των «ραγκουτσαριών», η ΟΔΟΣ επισημαίνει πάντως μερικές μόνο, εντυπωσιακές αντιφάσεις και μερικά από τα άλλα πολλά που θα μπορούσα να αναφερθούν, όπως:

-Χαρακτηρίζει ζωντανή λαογραφία την… βιβλιογραφία/αρθρογραφία που επικαλείται και η οποία αν και εφ’ όσον είναι έτσι, ή κατά βάση αναφέρεται στα έθιμα της υπαίθρου της Καστοριάς, ή η μια απλώς επικαλείται την άλλη. Άλλο λαογραφία/αρθρογραφία και άλλο ζωντανή παράδοση, και ο κ. Ι. Τσακιρίδης μοιάζει να μην τα διακρίνει.

-Επικαλείται το γεγονός ότι ο κ. Μεν. Μπατρίνος κατοικεί από δεκαετίες εκτός Καστοριάς την ίδια στιγμή που η κ. Ιφιγένεια Διδασκάλου (την οποία επικαλείται ο ίδιος) αναφέρεται σε έθιμα της υπαίθρου και της Δ. Μακεδονίας τα οποία και παρουσίαζε γενικά, ενώ κατοικεί ακόμη περισσότερες δεκαετίες (κι’ από τον κ. Μπατρίνο) εκτός Καστοριάς. Οι δε εναπομείναντες οικείοι της στην Καστοριά (οικογένεια κλ. Παναγιώτη Ζωγράφου) έχουν ακριβώς την ίδια γνώση και γνώμη με τον κ. Ι. Σκόρδα.

-Αγνοείται ότι –με εξαίρεση ίσως τον Ι. Μπακάλη (που εμφανίζεται το 1932 ντυμένος ως πειρατής σε μπουλούκι στο Ντολτσό με τους υπόλοιπους Καστοριανούς ντυμένους ιππότες με φτερά, μάγοι, αρλεκίνοι κλπ) - οι συγγραφείς που επικαλείται ακόμη και αν κατοικούσαν στην Καστοριά δεν «ξεφάντωναν» ποτέ στα καρναβάλια. Οι κάπως μεγαλύτεροι, τους θυμούνται, αν όχι όλους, τους περισσότερους, που είχαν την παρουσία λογίου και όχι καθημερινού τύπου. Δεν αποτελούσαν πνευματικό κεφάλαιο, αλλά χωρίς αμφιβολία κατέγραψαν τις λαογραφικές τους απόψεις, όπως εξ άλλου καταγράφονται και σήμερα διάφορες λαογραφικές εκδοχές σε διάφορα έντυπα της Καστοριάς και έγκριτες εφημερίδες των Αθηνών, που πολλά από αυτά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα.

-Είναι οξύμωρο να αποκρούεται ο όρος «καρναβάλια» από την λατινική προέλευση της κατά λέξη αντιστοίχησή του στον όρο «Απόκρεω» (πρόκειται ακριβώς για την ίδια σημασία) την στιγμή που ο Δήμος Καστοριάς –τον οποίο τόσο πολύ δείχνει να υπερασπίζεται ο αντιλέγων κ. Ι. Τσακιρίδης, χαρακτηρίζει «καρναβάλια» όλα τα υπόλοιπα «έθιμα μεταμφίεσης» σε χωριά του νομού (αλλά και στον Δήμο Άργους Ορεστικού). Στ’ αλήθεια εκεί νηστεύουν μήπως την Πρωτοχρονιά; Ή παντού τις ίδιες ημέρες έχουν καρναβάλια, πλην της Καστοριάς;

-Είναι αν μη τι άλλο περίεργο, ο κ. Ιωάννης Τσακιρίδης να επικαλείται μονόπλευρα την «παράδοση» με τον όρο «ραγκουτσάρια» και να μην ζητεί την τήρησή της για τα «βγελιά, τα άργανα και τους ζουρνάδες» για τα οποία έγραψε ο Ι. Μπακάλης, στην εποχή που πνίγουν την Καστοριά τα χάλκινα των Σκοπίων. Και είναι διπλά παράδοξο που εγκαλεί άλλους γι’ αυτά που γράφουν οι οπαδοί των χάλκινων και των «ραγκουτσαριών» στα Σκόπια. Ακόμη και να υπήρξαν «ραγκουτσαραίοι» τα σημερινά «ραγκουτσάρια» εξελίσσονται σε παράρτημα προπαγάνδας των Σκοπίων και ο κ Ι. Τσακιρίδης μοιάζει να μην ενοχλείται απ’ αυτό αν και χρησιμοποεί ως υπότιτλο την φράση «Προσπάθεια σλαβοποίησης του εθίμου από εξωγενείς και εσωτερικούς παράγοντες». Ο εσωτερικός παράγοντας είναι προφανώς  για τον κ. Τσακιρίδη όσοι καταγγέλλουν την ύπουλη σλαβοποίηση και την αλλαγή της φυσιογνωμίας του καστοριανού καρναβαλιού.  Πρωτοφανές.

-Οι εκτιμήσεις του περί σεβασμίων βυζαντινής αίγλης και αρχαιοπρεπούς προέλευσης που δεν ζητιάνευαν αλλά έκαναν έρανο για τις 76 εκκλησίες προσφέροντας τα χρήματα στον Μητροπολίτη είναι προσωπικές και πρωτάκουστες. Ο κ. Ι. Τσακιρίδης από την 100ετή ελεύθερη ιστορία της Καστοριάς επικαλείται 2-3 πηγές, όλες αμφιλεγόμενες που δεν επιβεβαιώνονται από κανένα Καστοριανό. Προφανώς όλες οι υπόλοιπες εφημερίδες 100 περίπου ετών με χιλιάδες αναφορές στο έθιμο, το περιγράφουν ως «καρναβάλια».

-Συμπτωματικά, τα παιδιά, οι συγγενείς και οι απόγονοι των Κ. Πηχιών. Α. Σαχίνη, Ι. Διδασκάλου και πολλών άλλων (κείμενά τους έχουν φιλοξενηθεί στην ΟΔΟ) δηλώνουν σήμερα άγνοια για τον όρο «ραγκουτσάρια», όπως και όλοι οι ζώντες παλιοί Καστοριανοί –μεταξύ των οποίων δεν βρήκε κανένα να επικαλεστεί με την ίδια άποψη στην επιστολή του ο κ. Ι. Τσακιρίδης, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις αντίστοιχες παρατηρήσεις του Ι. Σκόρδα.

-Ο ίδιος ο αντιδήμαρχος Καστοριάς κ. Δ. Πετρόπουλος επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι μόλις το 1987 καθιερώθηκε ως branname” ο όρος ραγκουτσάρια και μάλιστα ως εμπορικό προϊόν και όχι ο κ. Ι. Σκόρδας. Επίσης ο κ. Ι. Τσακιρίδης αν και αναφέρει ότι από την δεκαετία του 1930 επικράτησε ο όρος «καρναβάλια» παραδεχόμενος την μη αντοχή του όρου «ραγκουτσάρια» αν και εφ όσον υπήρξε ποτέ, δεν δείχνει καν να προβληματίζεται για το τι είδους παράδοση είναι μια «παράδοση» που αποβλήθηκε.

-Η ΟΔΟΣ δεν μπορεί παρά να τονίσει το γεγονός ότι ο αντιλέγων κ. Ι. Τσακιρίδης, μοιάζει να προσχωρεί και να υιοθετεί πλήρως τις εκδηλώσεις «αγάπης» σε βάρος των Καστοριανών «για τα αρχοντικά» που κατέστρεψαν για να κτίσουν πολυκατοικίες. Κρίμα που οι Καστοριανοί είναι αμαθείς και ημιμαθείς και δεν είχαν εγκαίρως μαθήματα γνώσης, σωφροσύνης και αρετής. Αλλ’ ευτυχώς έχουμε εδώ και αρκετά χρόνια δημοτικές αρχές που κάνουν ό,τι μπορούν για να μας σώσουν και να εκπολιτίσουν τον τόπο.

ΥΓ. Μία ευχή στον πρόεδρο της Ακαδημίας Γραμμάτων & Τεχνών Καστοριάς «Θ. Μανδακάση» κ. Ι. Τσακιρίδη, να ρωτήσει τον γραμματέα του και  επιστημονικό συνεργάτη στο σωματείο που προεδρεύει, γιατί δημοσίευσε  άρθρο στην εφημερίδα με τίτλο «Όταν τα καρναβάλια της Καστοριάς δεν τα λέγαμε “ραγκουτσάρια”».





Σχετικά: Λόγος & Αντίλογος, "περί καρναβαλιού" (Ιωάννης Σκόρδας)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.