4/8/16

ΟΔΟΣ: Υπό το φως της ημέρας


Εφημερίδα-Καστοριάς-ΟΔΟΣ
ΟΔΟΣ 17.3.2016 | 827

Η ιδέα για την ηλεκτρονική συγκέντρωση υπογραφών υποστήριξης του αιτήματος του κ. Αναστασίου Πηχιών (για παροχή απαντήσεων και στοιχείων για τα αγνοούμενα εκκλησιαστικά κειμήλια) ανήκει στον κ. Γεώργιο Δαουτόπουλο καταγόμενο από την Καστοριά, καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ήταν τόση η αρνητική εντύπωση που του προκαλούσε η… θορυβώδης σιωπή των αρμοδίων, που αποφάσισε να παρέμβει.

Η ΟΔΟΣ σε συνεννόηση με τον ίδιο τον κ. Αν. Πηχιών, ανέλαβε την υλοποίησή της ιδέας. Η πρόσκληση απευθύνθηκε σε κάθε πολίτη που σέβεται την ιστορία και περιουσία της Καστοριάς. Και είχε αποδέκτη κάθε φορέα που είναι αρμόδιος για την παροχή πληροφοριών σε σχέση με τις αγνοούμενες εικόνες και τα άλλα εκκλησιαστικά κειμήλια της Καστοριάς. Με πρώτη βεβαίως την Ι. Μητρόπολη Καστοριάς, η οποία σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, γνωρίζει και κατέχει ένα μάλλον μικρό μέρος τους. Άλλωστε αυτό αποτυπώθηκε και στις απαντήσεις που υπάρχουν. Ο τρόπος διαχείρισης των στοιχείων της υπόθεσης είναι σημαντικό κεφάλαιο. Και εκεί είναι το πρόβλημα: Περίπου 42 χρόνια μετά, οι ιθύνοντες δεν έχουν ενημερώσει τους πολίτες της Καστοριάς για την τύχη των κλαπέντων - εξαφανισθέντων. Και η παράλειψη αυτή εμπνέει την δυσπιστία και επιτρέπει άλλες υποθέσεις. Ανάρμοστες αλλά αναπόφευκτες παρεξηγήσεις.

Έτσι η συλλογή υπογραφών διήρκεσε για 20 περίπου ημέρες με ηλεκτρονική «ψηφοφορία» με την επιστασία της ΟΔΟΥ με πολύ ικανοποιητική απήχηση. Δεν είχε βεβαίως κανένα αποτέλεσμα στον Δήμο Καστοριάς, που δεν αντέδρασε καθόλου – σαν να μην συμβαίνει, τίποτε καθεύδοντας μακαρίως τον ύπνο του δικαίου. Για ένα τεράστιο ζήτημα. Αλλά αυτί δεν ίδρωσε ούτε και στην αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία. Η οποία σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που φέρεται να έδωσε ανώνυμος παράγοντας, ως εκπρόσωπος τύπου της Ι. Μητρόπολης Καστοριάς, εξακολουθεί να κατέχει από δεκαετίες περίπου την εξωτερική τοιχογραφία της Παναγίας Ρασιώτισσας, παρά το γεγονός ότι συντηρήθηκε ήδη εδώ και 40 χρόνια (!) και συνεπώς θα έπρεπε να επιστραφεί στην θέση της. Ήδη χρειάζεται… διάσωση από τους διασώστες της. Ή να παραδοθεί για την έκθεσή της, γιατί κανείς δεν την έχει δει. Έστω μία φωτογραφία της συντηρημένης τοιχογραφίας. Αίτημα που διατυπώθηκε το 2004. Και για το οποίο υπάρχει ακόμη σιγή ιχθύος.

Η σχετική επιτυχία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δεν αφορά μόνο τις πολλές δεκάδες ψήφων που συγκεντρώθηκαν. Επιβεβαιώνεται από τον συνδυασμό των εξής γεγονότων που ακολούθησαν:

-1-

Των δήθεν απαντήσεων που έδωσε ανωνύμως ο… εκπρόσωπος τύπου της Ι. Μητροπόλεως Καστοριάς, σε άλλη εφημερίδα βεβαίως (σχετικό σχόλιο ειδικά γι’ αυτή την «συνέντευξη» στην τελευταία σελίδα  του σημερινού φύλλου). Πρόκειται για ένα μονόλογο επιπέδου για μικρά παιδιά, ο οποίος κατ’ ουσίαν στρέφεται κατά του ίδιου, και περιέχει αντιφάσεις αμέσως κατανοητές. Είναι αναμφίβολα το μελανό τμήμα της εξέλιξης. Αλλά για να μην μειωθεί η αξία της σχετικής επιτυχίας, πρέπει να αναφερθούν οι άλλες δυο γραπτές μαρτυρίες της.

-2-

Με την μια απ’ αυτές, σύμφωνα με απολύτως διασταυρωμένη πληροφόρηση της ΟΔΟΥ, συμπολίτης, ιδιώτης και αυτός, με αγάπη για τον τόπο, που έζησε και σταδιοδρόμησε για πολλές δεκαετίες, που βρίσκεται πολύ κοντά στο περιβάλλον -ευτυχώς- του σεβασμ. μητροπολίτη, τέως αιρετός νομαρχιακός σύμβουλος ο ίδιος και αξιωματούχος του, που εικάζεται ότι ενήργησε με την σύμφωνη γνώμη του επισκόπου, με προσωπική του επιστολή στον κ. Α.Πηχιών, γνωστοποίησε στον ίδιο ότι μερικές εικόνες εκτίθενται στο βυζαντινό μουσείο, πολλές όμως από τις αγνοούμενες εικόνες βρίσκονται στο επισκοπικό μέγαρο αποθηκευμένες σε «ασφαλή χώρο», ή άλλες πάλι έχουν αναρτηθεί ως διακοσμητικό του στοιχείο στους τοίχους του. Και ότι η βαρύτιμη μίτρα του 1728, δωρεά των Καστοριανών της Κωνσταντινουπόλεως, κοσμεί το επισκοπικό γραφείο ως έκθεμα.
Δεν απάντησε ωστόσο κάτι για την εξωτερική τοιχογραφία της Παναγίας Ρασιώτισσας, ούτε προφανώς ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι το θέμα είναι πολύ πιο σοβαρό, ενώ η απάντηση λόγω της γενικότητας της δεν καλύπτει το εύρος της υπόθεσης.

Αφού τουλάχιστον 573 είναι μόνο οι καταγεγραμμένες φορητές εικόνες (εκτός των κωδίκων, χειρογράφων, ευαγγελίων, σταυρών, πολυελαίων σκευών,  κ.ά.), από 3 διαφορετικούς καταλόγους που έχει στην διάθεσή της η ΟΔΟΣ, την ύπαρξη των οποίων δημοσιοποίησε η εφημερίδα το 2004, χωρίς καμία διάψευση.

Άγνωστος δε αριθμός από αυτές τις φορητές εικόνες αγνοείται εντελώς, τουλάχιστον από το ευρύ κοινό. Και άλλες, αγνώστου αριθμού, ενδεχόμενα μη καταγεγραμμένες εικόνες, που εκλάπησαν από τους πολλούς βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς ναούς της Καστοριάς κατά το κρίσιμο παρελθόν. Και οι οποίες πιθανόν να βρίσκονται σε αποθήκες συλλεκτών ή μουσείων, ή ίσως να κοσμούν κάποια σαλόνια, ακόμη και στην ίδια την Καστοριά. Πάντως ζήτησε ειλικρινά -αυτό προκύπτει από τον τόνο της επιστολής- να συναντήσει στην Καστοριά τον κ. Πηχιών και να τον ξεναγήσει-συνοδεύσει στο Επισκοπείο.

-3-

Η τρίτη αντίδραση και πιο άμεση, ήταν η επιστολή (με ηλεκτρονικό μέσο) που διαβιβάσθηκε από το ιδιαίτερο γραφείο του μητροπολίτη Καστοριάς στον κ. Γεώργιο Δαουτόπουλο, προφανώς διότι σ’ αυτόν ανήκει η πρόταση συγκέντρωσης υπογραφών. Συνεπώς με την αναγκαία… υπέρβαση μπορεί να θεωρηθεί ως  μια έμμεση απάντηση προς όλους τους υπογράψαντες.  Η επιστολή αυτή υπογράφεται από τον ίδιο τον σεβασμ. μητροπολίτη Καστοριάς.

Σε αυτή την επιστολή, 11 χρόνια μετά την προηγούμενη ανάδειξη του θέματος -και πάλι από την ΟΔΟ- επαναλαμβάνεται ότι η Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς έχει συστήσει, από ετών, το Εκκλησιαστικό Ίδρυμα Προβολής και Προστασίας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων “Παναγία η Καστριώτισσα”. Το οποίο μεταξύ των άλλων έχει σκοπό και την αναζήτηση εκκλησιαστικών κειμηλίων της Καστοριάς.

Ότι η μίτρα, κάποιοι κώδικες, κάποια παλαίτυπα, λίγα παλαιά χειρόγραφα, λίγες στολές και ο,τιδήποτε άλλο βρέθηκε αφότου ο ίδιος τοποθετήθηκε στην Καστοριά, όχι μόνο υπάρχουν και είναι καταγεγραμμένα (από την 16η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων), αλλά και φυλάσσονται με ασφάλεια. Ενώ στο μέλλον θα τοποθετηθούν στο χώρο του Κειμηλιαρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, ως αναφαίρετη πνευματική κληρονομιά των Καστοριανών. Μάλιστα, πολλές φορές σε όσους επισκέπτονται τον ίδιο στο γραφείο της Ιεράς Μητροπόλεως (σχολεία, σύλλογοι, διάφοροι επίσημοι επισκέπτες, κλπ), τα κειμήλια αυτά παρουσιάζονται, προκειμένου να γνωρίσουν την εθνική μας κληρονομιά. Αναφέρεται ότι η μίτρα για παράδειγμα, έχει εκτεθεί και σε έκθεση του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνος στην Θεσσαλονίκη, ενώ ότι παλαιότερα, είχε ασχοληθεί και η Δικαιοσύνη σχετικά με όσα διαδίδονταν κατά καιρούς για το εν λόγω θέμα, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.


ΟΔΟΣ-Παναγία-Κουπελίδικη-Καστοριάς-1952-Πελεκανίδης


Για την ΟΔΟ, οι δύο αυτές επιστολές, τεκμηριώνουν την σχετική επιτυχία της προσπάθειας. Μικρή μεν επιτυχία, αφού έσπασε ένα κώδικα σιωπής που επιτρέπει υπόνοιες και συμβάλλει στην απώλεια της μνήμης και των στοιχείων, αλλά όχι ασήμαντη. Αναπόφευκτα την συσχετίζει και με όσες συλλογικές προσπάθειες καταβλήθηκαν για άλλα ζητήματα και είχαν τελικά ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα.

Έστω κι’ αν εξακολουθεί να δίνεται η εικόνα ότι, η Μητρόπολη Καστοριάς  θυμίζει κάτι σαν απαγορευμένη πόλη, και ότι μόνο οι εκλεκτοί προσκεκλημένοι, οι επιφανείς επισκέπτες, σύλλογοι ή σχολεία, μπορούν να δουν μέρος μόνο του αγνοούμενου θησαυρού της Καστοριάς, που χρησιμοποιείται τελικά σαν απλός διάκοσμος. Ή προς τέρψη των λίγων και εκλεκτών και όχι του συνόλου, στο οποίο ανήκει.

Το θετικό συμπέρασμα είναι ακόμη ότι υπάρχει επιτέλους μια ένδειξη ότι, με την σωστή συμβολή ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος του μητροπολίτη Καστοριάς, πριν ή μετά την γνωριμία τους με τους ευπατρίδες που ενέπνευσαν την προσπάθεια, θα καταστήσουν κατανοητό εκεί που πρέπει ότι οι πολίτες στην ολότητά τους, δεν μπορούν να διακρίνονται από τους πατρικίους.

Και ότι όσα κειμήλια υπάρχουν θα πρέπει να επιστραφούν στην θέση τους, αφού προηγουμένως οργανωθεί ένα είδος λογοδοσίας – παρουσίασης, ή να εκτεθούν σε χώρο όλα μαζί. Για να γίνουν και πάλι κτήμα του τόπου, του γενικού συνόλου, και όχι ολίγων.

Δεν είναι νοητό ούτε δικαιολογείται να διαιωνίζεται η κατάσταση αυτή η οποία θέτει σε άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης σημαντικών εκκλησιαστικών και ιστορικών κειμηλίων. Γι' αυτό και πρέπει να δοθεί ένα τέλος σε όλο αυτό που συμβαίνει. Ίσως χρειαστεί στην συνέχεια να συγκροτηθεί οργανισμός (για παράδειγμα σωματείο) με στόχο την διάσωση του θησαυρού της Καστοριάς. Αυτό μπορεί να καταστεί αναπόφευκτο και είναι προτιμότερο τις λύσεις να τις παράσχουν όσοι μπορούν.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με ανοικτή επιστολή του τότε (2004) αντιδημάρχου Καστοριάς κ. Χρήστου Τόσκου, υπήρχαν 573 εικόνες με όλα τα χρήσιμα στοιχεία προσδιορισμού τους με μεγάλη ακρίβεια, για τις οποίες μέσα από τις απαντήσεις, δεν δόθηκαν καθόλου συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ η κουβέντα για την δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης δεν έχει θέση στο εγχείρημα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Ούτε και η δραστηριότητα του ιδρύματος, αφού επί δεκαπέντε χρόνια, ακόμη και όσοι είχαν πληροφορηθεί την σύστασή του δεν γνωρίζουν αν έχει φέρει κάποιο αποτέλεσμα. Αυτά όλα είναι πτυχές που πρέπει να διαλευκανθούν. Και σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση να προχωρήσει.

Και ασφαλώς το εγχείρημα της συλλογής υπογραφών θα είχε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, αν για «ευνόητους» λόγους –και παρά την ειλικρινή εγγύηση να μείνει – όπως και έμεινε– η προσπάθεια μακριά από λεπτούς συνειρμούς ενοχής ή συνενοχής κύκλων κληρικών που κρατούν την υπόθεση σαν επτασφράγιστο μυστικό, σαν να είναι οι κλαπείσες εικόνες οικογενειακά τους κειμήλια και να μην ανήκουν στην ίδια την πόλη, πολλοί συμπολίτες της Καστοριάς κυρίως, δεν αισθάνονταν ότι απέναντι στην θέλησή τους να συμπτυχθούν στο ερώτημα, αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα ένα δίλημμα, αλλά και ένα περίεργο φόβο: Να συμμετάσχουν σε κάτι που θα μπορούσε (κακώς) να παρεξηγηθεί ως κάτι «ασεβές», ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η έκφραση κοινής αγωνίας και ενδιαφέροντος για το θέμα γίνεται από γνήσιο και αγνό ενδιαφέρον. Υπό το φως της ημέρας.



Hagios-Thomas-Kastoria-1917


Έτσι κατά την διάρκεια συλλογής των υπογραφών, δεν ήταν λίγοι αυτοί που τηλεφωνικά μεν εξέφρασαν την υποστήριξή τους, αρκούμενοι να υπογραμμίσουν είτε ότι δεν γνωρίζουν να ψηφίσουν ηλεκτρονικά, είτε ότι προτιμούν να αποφύγουν την δημόσια έκθεση. Σε «κινδύνους» αστάθμητους και απροσδιόριστους. Κατάσταση που ασφαλώς και δεν κολακεύει κανένα, και περισσότερο δεν κολακεύει όσους, ίσως και άθελά τους, εμπνέουν φόβο για κάτι τόσο άδολο και απλό. Το οποίο στοχεύει στην προστασία της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς της Καστοριάς. Της ταυτότητας της Καστοριάς. Γιατί αυτό δεν είναι σεβασμός. Φόβος κανονικός είναι.

Παρά ταύτα πολλές δεκάδες είναι αυτοί που συμμετείχαν –για την ακρίβεια 189 κατά κανόνα ονομαστικά, μεταξύ δε αυτών πλείστοι συμπολίτες, οι περισσότεροι των οποίων έχουν ηλικία, επίπεδο και αναμνήσεις της παράδοξης λεηλασίας που σημειώθηκε στην Καστοριά πριν την Μεταπολίτευση.  Όταν μητροπολίτης Καστοριάς ήταν ο Δωρόθεος και νομάρχης ο Ιωάννης Μαζαράκης. Στην κοινή συνείδηση, αυτοί είναι οι υπεύθυνοι. Εκτιμάται ότι οι ψηφίσαντες ήταν πολύ περισσότεροι αλλά για λόγους που αφορούν αδυναμία καταχώρησης όσων συνυπέγραψαν μέσω του ίδιου e mail, ο αριθμός τους φαίνεται μικρότερος.

Όπως και να έχει,  σημασία έχει πάντως να τονισθεί ότι έγινε ένα μικρό βήμα που δεν πρέπει να χαθεί. Και δίνεται μια ευκαιρία στην Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς να αποκαταστήσει το ιστορικό χρέος της τοπικής επισκοπής απέναντι στα κειμήλια της πόλης, που η τύχη αλλά και η μεταχείρισή τους εξακολουθεί να αποτελεί ανοικτή πληγή για την Καστοριά.



* * * 

Σημείωση: Η ΟΔΟΣ έχει στην διάθεσή της την προσωπική επιστολή του σεβ. μητροπολίτη Καστοριάς προς τον κ. Γεώργιο Δαουτόπουλο, ο οποίος γνωστοποίησε τα γεγονότα στην εφημερίδα. Καθώς και την απάντηση του τελευταίου. Επιπλέον βρίσκεται πάντα σε συνεχή επικοινωνία με τον κ. Αναστάσιο Πηχιών. Προς το παρόν δεν κρίνεται σκόπιμη η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων που εγκαινιάζουν μια έστω και ατελή ακόμη καλή αρχή.  

* * *


Φωτογραφίες:
-Εξώφυλλο: Η Ανάληψη στο δυτικό αέτωμα του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη (χωρίς στέγη), στην πλατεία Ομονοίας, φωτογραφημένος (1951-1952) από τον αρχαιολόγο Στυλιανό Πελεκανίδη (1909-1980) πριν την ανακαίνισή του. 
-3η σελίδα: Η Παναγία Κουμπελίδικη,  λίγο μετά την αναστήλωσή της (1952) από τον Σ. Πελακανίδη. Αριστερά της εισόδου του ναού της διακρίνεται η εξαίρετη «Παναγία του Πάθους» (η παλαιότερη τοιχογραφία στην Ελλάδα του λεγόμενου τύπου του Ρίκου) που πλέον έχει καταστραφεί από την βροχή. 
-4η σελίδα: Ο ναός του Αγίου Θωμά στις 26 Μαρτίου 1917 (Ministère de la Culture -France- Médiathèque de l'Architecture et du Patrimoine - Diffusion RMN).


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 17 Μαρτιόυ 2016, αρ. φύλλου 827



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.