24/9/17

ΟΔΟΣ: Ιστορίες για παιδιά | Προς ιστορικό σωφρονισμό και κοινωνικό παραδειγματισμό


ΟΔΟΣ 9.3.2017 | 876


Υπάρχουν ακόμη μάρτυρες που θυμούνται τον ίδιο τον τότε μητροπολίτη να μπαίνει με εργάτες σε εκκλησίες για τα καθέκαστα. Και οι Καστοριανές που φρόντιζαν τις εκκλησίες, να προσπαθούν να αποσπάσουν τις εικόνες από το κλιμάκιο της «σωτηρίας». Καμιά λογοδοσία για όλα αυτά. Ο τότε μητροπολίτης Δωρόθεος ποτέ δεν εξήγησε την «συλλογή» σε κανέναν.



ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ της κ. Ανδρομάχης Σκρέκα που είναι διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καστοριάς και σε ομιλία της στην Καστοριά (την Κυριακή της Ορθοδοξίας), ανέπτυξε το θέμα «Η ιστορία της Καστοριάς μέσα από τα τεκμήρια του πολιτισμού της», σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην καρδιά της πόλης, με την παρουσία και τις τοποθετήσεις του (προσκεκλημένου της Ι. Μητρόπολης Καστοριάς) καθηγητή Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Α.Π.Θ, κ. Ευθυμίου Τσιγαρίδα, ο οποίος όπως και ο ίδιος ανέφερε, σε κρίσιμη για τα κειμήλια της Καστοριάς χρονική περίοδο επί δικτατορίας (1969), είχε διατελέσει επιμελητής στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, έχοντας στην αρμοδιότητα του μεταξύ άλλων και την Καστοριά, σχημάτισαν την εξόχως σημειολογική επικαιρότητα. Για την ακρίβεια μείζονα θόρυβο. Στα πρόθυρα του σάλου.

Σαρανταπέντα-πενήντα χρόνια μετά το «ξεσήκωμα» των εικόνων από τις εκκλησίες (που υπολογίζονται ακόμη και σε 600), και την εξαφάνισή τους για το ευρύ κοινό της Καστοριάς, με μεμονωμένες αντιδράσεις ιδιωτών που μετείχαν στο ακροατήριο, εκπροσώπων ΜΜΕ (και χωρίς καμιά απολύτως συνηγορία υπέρ της Καστοριάς απ’ όσους επισήμους παρευρέθηκαν), οι δύο ομιλητές υπεστήριξαν, ελεύθερα τις απόψεις τους.

Η μεν πρώτη, νυν υπεύθυνη, σε μια πόλη στην οποία τα βυζαντινά της τείχη γίνονται ζαρντινινιέρες πλουσίων ή κατεδαφίζονται, υποστήριξε ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι... δεν υπάρχουν χαμένες εικόνες. Κι ας υπάρχουν επίσημα έγγραφα της εποχής εκείνης (σε επίπεδο υπουργείων) που σαφώς κάνουν λόγο σε κλοπές, κι’ ας είναι η ίδια που παραδέχθηκε ότι μόλις λίγο καιρό πριν εκλάπησαν εικόνες από μεταβυζαντινή εκκλησία πολύ κοντά στο Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς.

Ο δε δεύτερος, υποστήριξε, ότι περίπου υπεύθυνος ήταν ένας Καστοριανός, ο «ανεπρόκοπος» (όπως τον χαρακτήρισε) τότε φύλακας του Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνα, όπου είχαν αποθηκευθεί οι θησαυροί της Καστοριάς, στην καρδιά της χουντικής επταετίας.

Διότι, όπως εξήγησε ο κ. Τσιγαρίδας, ο φύλαξ εγκατέλειπε την θέση του και «πήγαινε στα μπουζούκια» νύκτωρ, μιας και εκείνη την χρονική περίοδο η Καστοριά γνώριζε χρυσές εποχές λόγω της άνθησης της γούνας, όπως δηκτικά ακούστηκαν τα σχόλιά του και ταυτόχρονα ανθούσε το σπορ.

Σαν να μην τον είχαν τοποθετήσει (τον φύλακα) στην θέση του οι υπηρεσιακοί παράγοντες. Και ενώ ήταν εκείνος «ανεπρόκοπος» και οι ίδιοι προκομμένοι, που όμως δεν τον απομάκρυναν, σαν να μην ήταν βούτυρο στο ψωμιά κάποιων το γεγονός ότι ο φύλαξ ήταν γλεντζές και δεν βρισκόταν στην θέση του, την κατάλληλη ώρα.


ΟΔΟΣ 9.3.2017 | 876 | σ.3

Ιστορίες για παιδιά, ιστορίες προσβολής. Ιστορίες ανεπιβεβαίωτες φυσικά. Μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά μπορεί και να μη θυμάται καλά ο αφηγητής. Ωστόσο, παρά την προσβολή, δεν ακούστηκε ο παραμικρός αντίλογος, από όσους είναι επιφορτισμένοι να τιμούν την πόλη και την ιστορία της. Εκτός κι’ αν η εκδήλωση έγινε επί τούτου. Προς ιστορικό σωφρονισμό. Και κοινωνικό παραδειγματισμό.

Συμπέρασμα των (τότε και νυν υπευθύνων των κειμηλίων της Καστοριάς) ομιλητών: Όλα είναι μυθεύματα, και ότι υπεύθυνοι  είναι η αχαριστία και προπαντός οι Καστοριανοί, αφού όπως είπε, αν δεν ξεσήκωναν τις εικόνες από τους ναούς, είτε θα κλέβονταν (από ποιούς άραγε;), είτε θα καταστρέφονταν από την άγνοια των κυριών που φρόντιζαν τις εκκλησίες! Ναι, αυτές οι Καστοριανές και Καστοριανοί, που διαφύλασσαν επί αιώνες τα κειμήλια, όχι για την χρηματική τους αξία, αλλά για την ιστορική και θρησκευτική τους παράδοση, αυτοί τελικά ευθύνονται!

Και οι οποίοι –απλοί άνθρωποι της κάθε γειτονιάς– ακόμη και μέσα στην άγνοιά τους, εκείνη την εποχή, είχαν σωστά διαισθανθεί ότι χανόταν οριστικά ένας θησαυρός της πόλης που φυλάχθηκε για αιώνες. Θησαυρός, που αν και απέφυγε τις λεηλασίες των Τούρκων, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός απέναντι σε όσους έπρατταν το υπηρεσιακό τους «καθήκον». Με αποτέλεσμα, την λειτουργική και φυσική απογύμνωση των ναών της Καστοριάς από τα βασικά στοιχεία της ιστορικότητάς τους.

Εξήχθη ακόμη και το επιπλέον συμπέρασμα, πώς είναι αγνώμονες οι Καστοριανοί της εποχής, διότι παρεξηγήθηκαν οι προθέσεις και πράξεις του τότε μητροπολίτη Δωροθέου. Μόνο που δεν εξήγησε γιατί συνέβη αυτό; Και πώς μπορεί, χωρίς λόγο, να παρεξηγείται ο πρώτος, υπεράνω κάθε υποψίας, κάτοικος της Καστοριάς: ο ίδιος ο (εκάστοτε) μητροπολίτης, και δη σε μια πόλη γεμάτη εκκλησίες, θεοσεβούμενη και συντηρητική; Το «καπνός χωρίς φωτιά», δεν το γνωρίζουν στα υψηλά κλιμάκια;

Στα καλά καθούμενα λοιπόν, και αφού συμπληρώθηκαν πολλές δεκαετίες με συνέπεια την παραγραφή αναμνήσεων και κακουργηματικών πράξεων που τελέστηκαν από α[-]γνώστους, αλλά και την έλλειψη φυσικών μαρτυριών, ιδίως ο νυν καθηγητής κ. Ε. Τσιγαρίδας (προσκεκλημένος μάλιστα της Ι.Μ. Καστοριάς) και η νυν διευθύντρια της Εφορείας Καστοριάς, ισοπέδωσαν τα πάντα. Σχετικά κομψά βέβαια όλα αυτά και με κάπως προσεκτικές εκφράσεις. Πλην όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα.

Όπως και το γεγονός ότι, μέσω της εκδήλωσης επιχειρήθηκε η αποκατάσταση την τρωθείσας φήμης και τώρα ανάμνησης του τότε μητροπολίτη Καστοριάς Δωροθέου, που συνέδεσε το όνομά του με εκείνη την αλλόκοτη περίοδο. Αλλά και να πέσει «πέπλο» σε κάθε συζήτηση και αναζήτηση. Από τους ειδήμονες και επιστήμονες. Αυτός ήταν ο σκοπός της εκδήλωσης;

Στο επίκεντρο της ίδιας επικαιρότητας βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, όπως ήδη αναφέρθηκε και η ίδια η διευθύντρια της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Ανδρομάχη Σκρέκα, που μερικούς μήνες προηγουμένως είχε -και πάλι- εμπλακεί σε δημοτικό ζήτημα σχετικά με την διάθεση-δωρεά εσόδων από την πώληση του φωτογραφικού λευκώματος για το «Απόζαρι». Τότε χωρίς καμιά αίτηση, χωρίς κανένα λόγο, υπέγραφε δημόσιες έγγραφες ανακοινώσεις για να αποκρούσει την ευγενή χορηγία του κ. Σπ. Αναγνώστου.

Προχθές πάλι, στην εκδήλωση, απαντώντας σε ερωτήματα του κ. Δημητρίου Ιατρίδη, εκδότη της τοπικής εφημερίδας «Καστοριανή Εστία», δικαιολογούνταν ότι δεν είχε παρέμβει υπηρεσιακά (ως προχθές) για το θέμα των κλαπεισών και αγνοουμένων εικόνων, επειδή δεν είχε υποβληθεί γραπτό αίτημα στην Υπηρεσία της! Παρά το γεγονός ότι μεμονωμένοι ιδιώτες και τοπικά ΜΜΕ επαναφέρουν τακτικά το ζήτημα. Προφανώς η προστασία του βυζαντινού τείχους της Καστοριάς, δεν αφήνει πολύ χρόνο ελεύθερο για τα δευτερεύοντα.

Ωστόσο και η κ. Ανδρομάχη Σκρέκα που αναφέρθηκε στο ζήτημα των εικόνων, στην ομιλία της υπογράμμισε εμφατικά, και με ανάλογο ύφος: «ότι εκτός από δυο εικόνες, από τις οποίες η μία είναι μόνιμα δανεισμένη στην Αθήνα και η άλλη βρίσκεται στο μουσείο της Βέροιας, δεν έλειπε τίποτε άλλο από την παλιά συλλογή».

Μόνο που δεν διευκρίνισε τι εννοεί ως συλλογή. Αυτή που βρήκε η ίδια, ή αυτή που πράγματι υπήρχε πριν τις κλοπές.

Και πώς δικαιολογείται να απαιτεί (!) «ότι πρέπει να σταματήσει αυτή η ιστορία», την ίδια μάλιστα στιγμή που πριν ελάχιστα χρόνια, σε διάλεξη της βυζαντινολόγου Αγγελικής Στρατή, προϊσταμένης του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών –Αν. Προϊσταμένης της 16ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με θέμα «Εικόνες από την Καστοριά στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο», η ίδια είχε αναφέρει ότι σε αυτό εκτίθενται μόνιμα, οκτώ (8) και μάλιστα σημαντικότατες εικόνες, και όχι μία;

Ώστε με μια ενδιαφέρουσα σημειολογία, να εγείρονται ερωτηματικά για ποιο λόγο, αμφότεροι, και ιδίως ο κ. Ε. Τσιγαρίδας, περίμενε τόσες δεκαετίες για να «καθησυχάσει» τις επικρατούσες φήμες για αλλεπάλληλες κλοπές και εκτεταμένη αρχαιοκαπηλία και διαφθορά. Γιατί δεν παρενέβη νωρίτερα; Για ποιο λόγο δεν προσκλήθηκε νωρίτερα; Και για ποιο λόγο γνωρίζει καλύτερα ο ίδιος (που υπηρετούσε στην Θεσσαλονίκη), και όχι οι μάρτυρες των γεγονότων;


ΟΔΟΣ 9.3.2017 | 876 | σ.4

Έτσι, στην επικαιρότητα επανήλθαν πρωτίστως οι ίδιες οι εικόνες. Και μαζί με αυτές, τα θρησκευτικά κειμήλια της Καστοριάς, που 40-50 χρόνια πριν απομακρύνθηκαν από τον φυσικό τους χώρο, από τις εκκλησίες της Καστοριάς. Η «φυγή» έγινε σταδιακά, μερικές ίσως και υπό συνθήκες συντεταγμένης συλλογής, άλλοτε πάλι, υπό καταστάσεις που αποτυπώθηκαν στην συλλογική μνήμη, ως λεηλασία.

Υπάρχουν ακόμη μάρτυρες που θυμούνται τον ίδιο τον τότε μητροπολίτη να μπαίνει με εργάτες σε εκκλησίες για τα καθέκαστα. Και οι Καστοριανές που φρόντιζαν τις εκκλησίες, να προσπαθούν να αποσπάσουν τις εικόνες από το κλιμάκιο της «σωτηρίας». Καμιά λογοδοσία για όλα αυτά. Ο τότε μητροπολίτης Δωρόθεος ποτέ δεν εξήγησε την «συλλογή» σε κανέναν.

Λίγους μήνες μετά, επί Ιωαννιδικής δικτατορίας, οι μαθητές είχαν εντολή να χαιρετούν (και) τον μητροπολίτη, όπως άλλοτε τον Ι. Μεταξά. Σε στάση προσοχής με πρόταση του δεξιού χεριού. Ναζιστικά, αρχαιολελληνικά, όπως θέλει ο καθένας ας ονομάσει τον χαιρετισμό. Αρέσκονται σ’ αυτά τα κλέη οι άνθρωποι με εξουσία. Ποιος δεν θυμάται άλλωστε τον Δωρόθεο, στα κηρύγματά του να εκθειάζει το καθεστώς;

Τα κρούσματα κλοπής, είτε από τον φυσικό χώρο των κειμηλίων (εκκλησίες), είτε από την αποθήκη, δεν έλειψαν και δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ πράγματι, αν ήταν τυχαία ή οργανωμένα. Αν προηγήθηκαν οι κλοπές, για να δικαιολογήσουν στην συνέχεια την υπηρεσιακή λεηλασία των εικόνων, ή αν συνέβη το αντίθετο.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά απαιτούσαν γνώσεις και ειδήμονες της βυζαντινής τέχνης και τεχνοτροπίας, και των τιμών της αγοράς φυσικά.

Όπως ακριβώς συνέβη δεκαετίες αργότερα με τις τοιχογραφίες του αρχοντικού Σομαλιά. Για 60 χρόνια κείτονταν εγκαταλελειμμένο, αφύλακτο και διάτρητο, και μόλις αποκαλύφθηκαν οι τοιχογραφίες με την έκκληση της ΟΔΟΥ προς την Αρχαιολογική Υπηρεσία Καστοριάς για συντήρηση και ανάδειξη, κλάπηκαν, και το αρχοντικό λίγο αργότερα κάηκε. Οι Καστοριανοί περίοικοι ήταν οι ειδήμονες; Ή οι διάφοροι επιτήδειοι και προκομμένοι, τα κυκλώματα των αρχαιοκαπήλων και οι ειδήμονες που φθάνουν στα υψηλά κοινωνικά κλιμάκια;


ΟΔΟΣ 9.3.2017 | 876 | σ.5

Έκτοτε, δηλαδή εδώ και 50 χρόνια πια, η συντριπτική πλειοψηφία των εικόνων,  κειμηλίων, χειρογράφων κ.ά. αγνοούνται. Με εξαίρεση κάποιες δεκάδες (μόνο) εικόνες που εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο της Καστοριάς, και κάποιες… αόριστες διαβεβαιώσεις ότι υπάρχουν άλλες αποθηκευμένες στα υπόγειά του, ή και εκτεθειμένες σε εσωτερικούς χώρους του Επισκοπείου του μητροπολιτικού μεγάρου. Λες και δεν αποτελούν περιουσία του ελληνικού λαού -και ειδικά της Καστοριάς. Πόσο μάλλον που με βάση του νόμους, ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Οι μακροχρόνιες εκκλήσεις από τοπικά ΜΜΕ και ιδιώτες, στην Μητρόπολη της Καστοριάς, στον Δήμο Καστοριάς και στις αρμόδιες υπηρεσίες να επιληφθούν του ζητήματος και να παρουσιάσουν ΣΤΟΙΧΕΙΑ, με σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας, και προπαντός την επιστροφή των εικόνων και των κειμηλίων στον ιστό της καστοριανής ιστορίας, είτε ως λειτουργικά στοιχεία, είτε ως μουσειακά εκθέματα, απαντώνται με διαχρονικά μισόλογα. Είτε απλά περιφρονούνται προσβλητικά.

Η αποκάλυψη μέσω της ΟΔΟΥ, πριν αρκετά χρόνια, του τότε αντιδημάρχου Καστοριάς κ. Χρήστου Τόσκου (επί δημαρχίας κ Δ. Παπουλίδη) ότι υπάρχει λίστα με 573 εικόνες, οι περισσότερες από τις οποίες αγνοούνται, ενώ υπάρχουν φήμες ότι αόριστος αριθμός έπεσε σε κυκλώματα λαθρεμπόρων, στα οποία ίσως και να εμπλέκονταν πρόσωπα πέραν πάσης υποψίας, όχι μόνο δεν βοήθησε στην απόδοση του άφαντου θησαυρού στο κοινωνικό σύνολο και στην υπηρεσία της πόλης. Αλλά στάθηκε η αφορμή για να πέσει έκτοτε ακόμη πιο βαρύ το πέπλο της μυστικότητας.

Έτσι, αρκετά χρόνια μετά, έφθασε το σήμερα, στην διάρκεια του οποίου, χωρίς καμιά αντίδραση, ειδικά από τον Δήμο Καστοριάς που οφείλει να υπερασπίζεται την αλήθεια, οι κ.κ. Σκρέκα και Τσιγαρίδας, εμμέσως αλλά σαφέστατα, επέπληξαν τους ίδιους του ενδιαφερόμενους Καστοριανούς. Ο μεν κ. Τσιγαρίδας αισθάνθηκε άνετα, να ισχυριστεί ότι το «εικονομάζωμα» και η επί 50 χρόνια εξαφάνισή τους, όπως και η συντήρηση των 160 (μόνο) απ’ αυτές, είναι γεγονότα που πρέπει να φιμώσουν κάθε αντίδραση και να αποκαταστήσουν την μνήμη του μητροπολίτη Δωροθέου. Λες και το πρόβλημα της Καστοριάς είναι η μνήμη του Δωροθέου.

Και ενώ οι εορτασμοί για την Κυριακή της Ορθοδοξίας με αφορμή την αποκατάσταση των «εικόνων» στο Βυζάντιο συνεχίζονταν, διάλεξαν οι αρμόδιοι την ημέρα για να αποκαταστήσουν στην Καστοριά, όχι τις κλαπείσες και αγνοούμενες εικόνες της πόλης, αλλά την ιστορική λεηλασία τους, σε μια προσπάθεια αποστόμωσης των Καστοριανών και των αναπάντητων ερωτημάτων.



* * *


Φωτογραφίες:
  • σελ. 3 Άγιος Ιωάννης Προδρόμου 1727 (Απόζαρι) Δαυΐδ Σαληνιτζιώτης: Βασανιστήρια του Πόρνου και της Μάγισσας.
  • σελ. 4 Άγιος Ιωάννης Προδρόμου 1727 (Απόζαρι) Δαυΐδ Σαληνιτζιώτης: Δαίμονες βασανίζουν πόρνη.
  • σελ 5 Άγιος Ιωάννης Προδρόμου 1727 (Απόζαρι) Δαυΐδ Σαληνιτζιώτης: Δαίμονες βασανίζουν Πόρνη και Φιλάργυρο (εξώφυλλο του σημερινού φύλλου).
  • σελ. 6 Σχέδια σε χειρόγραφα της Καστοριάς.

Τοιχογραφίες στον γυναικωνίτη του ναού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου (1727) στο Απόζαρι Καστοριάς, του αγιογράφου Δαυΐδ Σαληνιτζιώτη, από την Αυλώνα της Βορείου Ηπείρου. Το έργο του Δαυΐδ που επιτέλεσε στην αγιογράφηση ναών τον κατατάσσει μεταξύ των σπουδαιότερων αγιογράφων του 18ου αιώνα. Εκτός από την Καστοριά, εργάστηκε και στην Μοσχόπολη και επίσης τοιχογράφησε το μεγάλο νάρθηκα του παρεκκλησίου της Πορταΐτισσας στη Λαύρα (1715). Θεωρείται πιο εκλεπτυσμένος αντιγραφέας και δημιουργικότερος στις μη παραδοσιακές παραστάσεις, όπου διαπιστώνεται και επαφή με δυτικοευρωπαϊκά έργα. Τα έργα του ζωγράφου Δαυΐδ συμμετέχουν στο ρεύμα της επιστροφής σε εικονιστικούς τύπους και καλλιτεχνικούς τρόπους της παλαιολόγειας ζωγραφικής. Αυτή η τάση επιστροφής και αντιγραφής της ζωγραφικής παλαιολόγειων προτύπων και ειδικότερα του Πανσέληνου στο ναό του Πρωτάτου εμφανίστηκε στο Άγιο Όρος το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα και από εκεί διαχύθηκε στα αστικά κέντρα της Μακεδονίας, όπως στη Νέα Παναγία Θεσσαλονίκης (γύρω στα 1730), στον Ιωάννη Πρόδρομο Καστοριάς (1727) και στον Άγιο Νικόλαο στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου (1727). Θεωρητικός εκφραστής του καλλιτεχνικού αυτού κινήματος, που σφράγισε την καλλιτεχνική παραγωγή στο Άγιο Όρος καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρξε ο αγιορείτης ζωγραφοδιδάσκαλος ιερομόναχος Διονύσιος. Οι Ηπειρώτες καλλιτέχνες που προέρχονταν κυρίως από χωριά της Ηπείρου, καθώς και από τα Ιωάννινα και την Καστοριά είχαν ενσωματώσει πολλά λαϊκά στοιχεία στην τέχνη τους και χρησιμοποιούσαν λεπτομέρειες της κοσμικής ζωγραφικής στις αγιογραφίες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι παράλληλα με την αγιογραφία ασχολούνταν και με τη διακόσμηση κατοικιών και είχαν αναπτύξει κοινή θεματολογία. Επίσης ενσωμάτωναν στα έργα τους και στοιχεία δυτικότροπα που θυμίζουν το μπαρόκ.


Δημοσιεύθηκε στις 9 Μαρτίου 2017, αρ. φύλλου 876



Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.