20/3/08

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ: Η λεπτή κόκκινη γραμμή

Και να μετά από 16 χρόνια η ελληνική διπλωματία, η ελληνική κοινωνία και δη η περιοχή μας αντιμέτωπη με ένα ζήτημα από τα παλιά. Ένα ζήτημα, που όπως και αυτό του Κοσόβου, έφεραν ξανά στην επιφάνεια μια ανάμνηση που όλοι, Ευρώπη, ΗΠΑ θα ήθελαν να είχαν ξεχάσει και ως δια μαγείας επιλυθεί. Γιατί η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κάθε άλλο παρά μια εύκολη υπόθεση αποδείχθηκε για το διεθνές σύστημα.

Αποτέλεσμα όλοι, με πρώτους τους Αμερικανούς, να ψάχνουν τρόπους να ξεφορτωθούν την καυτή «πατάτα» και να απεμπλακούν από μια περιοχή που ούτε καταλάβαιναν αλλά και ούτε ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να εντρυφήσουν στην κουλτούρα της. Εξάλλου το επεμβατικό δόγμα των ΗΠΑ όπως αυτό εφαρμόσθηκε με τη συνθήκη του Ντέιτον, της επίκλησης ή προσφυγής στη βία προκειμένου να εξαναγκάσουν τα εμπλεκόμενα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, στην περίπτωση του Κοσόβου αποδείχθηκε ελλιπές για να αντιμετωπίσει μια ιδιαίτερη κατάσταση όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ.

Σε αυτό το πλαίσιο όπως προέκυψε από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η χώρα μας ήρθε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που αγνοούσε(;) ή απέφευγε να θέσει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ένα θέμα αυτό που ήδη από τη δεκαετία του 1950 οικοδομούνταν σταδιακά στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβίας και με την ενθάρρυνση του Στρατάρχη Τίτο.

Και εκεί που νομίζαμε ότι είχε επιλυθεί, καθώς μετά από δέκα χρόνια κανένας δεν θα θυμόταν το Μακεδονικό, και ενώ όλη η χώρα αναζητούσε τους κομιστές και τους εικονολήπτες της υπόθεσης Ζαχόπουλου, μας προέκυψε η διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Το Κολωνάκι και τα πέριξ αυτού, από κέντρου του κόσμου έγινε άλλη μια πλατεία στις τόσες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.(διατηρώντας ευτυχώς το δυτικό, και όχι το βαλκανικό της χαρακτήρα).

Η Ελληνική διπλωματία και ιδιαίτερα η ελληνική κοινωνία έπρεπε και πρέπει μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα να αποφασίσει να καθορίσει την τελική της στάση διατυπώνοντας ξεκάθαρες και σαφείς απαντήσεις χαράσσοντας την κόκκινη γραμμή των διεκδικήσεων μας.

Τι μένει από όλα αυτά:
-Οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης δεν είναι άσχετες με το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανδρώνεται και η ίδια αναδεικνύει. Περιβάλλον ειδησεογραφικό όπου η Ελλάδα είναι το κέντρο του κόσμου, με δελτία ειδήσεων εσωστρεφή, και μονότονα, με ειδήσεις διεθνείς της τάξεως του σεισμού στο Πακιστάν, μπόρα στην Χιλή, αλλά με μακροσκελείς αναλύσεις για τις ισορροπίες της Ευροβίζιον και το πώς θα ψηφίσουν κοινό και ειδικοί.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν είναι άξιο απορίας το γιατί η ελληνική κοινή γνώμη αντιδρά, γιατί θυματοποιεί τον εαυτό της γιατί συνεχώς, και σε όλα τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής είμαστε οι μονίμως αδικημένοι από σκοτεινές δυνάμεις που απεργάζονται το κακό μας και δεν καταλαβαίνουν τα δίκαια μας. Αναρωτήθηκε κανείς εάν εμείς καταλαβαίνουμε ή προσπαθούμε να καταλάβουμε εκείνους;

Γιατί δεν γίνεται αναφορά στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και στην πολιτική που ακολούθησε στον τομέα αυτό με προφανείς μελλοντικές στοχεύσεις, ενώ ταυτόχρονα γενικό είναι από τα άκρα του πολιτικού κατά βάση συστήματος, το ανάθεμα εναντίον των Αμερικάνων που δολοπλοκούν εναντίον μας για ακόμη μια φορά;

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκλείπουν συγκεκριμένες και σοβαρές ευθύνες των ΗΠΑ για την κατάσταση στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Κόσσοβο, ωστόσο είναι άλλο το θέμα αυτό και άλλο το κλίμα αντιαμερικανισμού που αναπτύσσεται λαμβάνοντας ποσοστά υψηλότερα και από αυτά του Πακιστάν.

-Μέσα σε αυτό το κλίμα η ελληνική κοινή γνώμη οδηγήθηκε στα συλλαλητήρια της δεκαετίας του 90 από τους ίδιους οι οποίοι τώρα τα θεωρούν ότι οδηγούν σε αδιέξοδο; Μήπως αυτή δεν είναι η τακτική όσων σε όλα τα εθνικά θέματα το μόνο το οποίο προτείνουν είναι μια συνεχή άρνηση μια ακινησία να μην κάνουμε τίποτα να μην πούμε τίποτα, ενώ παντού ανακαλύπτουν Εφιάλτες έτοιμους να προδώσουν και να απεμπολήσουν.

-Όμως αυτό δεν είναι το κύριο δίδαγμα της ιστορίας του Μακεδονικού, ό,τι βάζει κάτω από το χαλί κάποια στιγμή θα έρθει πάλι στην επιφάνεια και με χειρότερους όρους. Ότι ο καλύτερος τρόπος κατοχύρωσης και προώθησης των εθνικών μας συμφερόντων είναι αυτός της διπλωματίας, που σημαίνει διαπραγμάτευση, που σημαίνει δίνω-παίρνω, που όμως σαφέστατα και ξεκάθαρα καθορίζεις τις κόκκινες σου γραμμές αναγκάζοντας όλους να τις σεβαστούν;

Μήπως αυτά δεν είναι και τα μηνύματα από όλα τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής. Ότι μια Ελλάδα με σαφείς στόχους οράματα και χωρίς να φοβάται εμπλέκεται και δεν απομονώνεται για να διεκδικήσει και να ορίσει, για να διαπραγματευτεί και να κερδίσει όπως έγινε με τη συνθήκη του Ελσίνκι;

Ως επιμύθιο αναφέρω ότι αυτούς που προβλημάτισε περισσότερο από όλους η νίκη Χριστόφια στις κυπριακές προεδρικές εκλογές, ήταν η τουρκοκυπριακή ηγεσία. Γιατί ενώ με τον Παπαδόπουλο ως πρόεδρο ήξερε ότι μπορούσε να εμφανίζεται ως θύμα της ελληνοκυπριακής πλευράς, τώρα γνωρίζει ότι θα πρέπει να διαπραγματευθεί, ότι θα πρέπει να δώσει για να πάρει, ενώ πριν μόνο θα έπαιρνε αργά ή γρήγορα.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 6.3.2008]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.