28.3.08

ΟΔΟΣ: «Παραδοσιακό» πια, όσο και ο χάσκαρης.

Είναι δύσκολο βεβαίως για τον μέσο πολιτικό της Καστοριάς, να μπορεί κάθε στιγμή να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά, όχι μόνο στις υποχρεώσεις του αξιώματος, αλλά και σε αυτές της «εικόνας» του. Έτσι είναι εξ ίσου δύσκολο να αρθρώνει δημόσιο λόγο που να είναι αντίστοιχος σε ποιότητα με τις προσδοκίες που (προεκλογικά) ο ίδιος έχει φροντίσει να καλλιεργήσει στους πολίτες της περιφέρειάς του.

Όμως, στην σημερινή περίοδο που οι Έλληνες τηλεθεατές -όσο τουλάχιστον το «επιτρέπουν» οι εσωστρέφειες του ραδιοτηλεοπτικού εθνικισμού που ειδησεογραφικά, αντιμετωπίζουν τον υπόλοιπο κόσμο ως προθάλαμο της Ελλάδος, ή έστω των Βαλκανίων και τίποτε περισσότερο (παρά ταύτα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθούν στις ειδήσεις τον πολύμηνο εξονυχιστικό έλεγχο που υφίστανται από την κοινή γνώμη, τα κομματικά όργανα και τα ΜΜΕ, οι υποψήφιοι των κομμάτων για το χρίσμα του υποψήφιου προέδρου των ΗΠΑ στις προκριματικές διαδικασίες μέχρι να εκλεγεί ο αντιπροσωπευτικότερος υποψήφιος για την χώρα του και το κόμμα τους) εδώ στην Καστοριά, η ενημέρωση και η δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να βιώνουν τον απόλυτο μεσαίωνά τους.

Σαν να μην έφθαναν οι απελπιστικά κουραστικοί μονόλογοι, τα διαγγέλματα του βουλευτή του ΠαΣοΚ (και εκ των αντιπροέδρων της Βουλής) κ. Φιλίππου Πετσάλνικου, τα οποία από τότε που επιτράπηκε η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση συμπληρώνουν «αισίως» 20 χρόνια «εναλλακτικής» επανάληψης (ανάλογα με το ποιο κόμμα έχει αναρριχηθεί στην κυβέρνηση του τόπου). Και να, που εν έτει 2008, στην περίοδο των ευρυζωνικοτήτων και των blogs του διαδικτύου στον νομό Καστοριάς, κοντά στους μονόλογους του βουλευτή του ΠαΣοΚ (που κάθε Σαββατοκύριακο θέτει τα «αμείλικτα» ερωτήματά του στην κυβέρνηση), σαν να μην αρκούσαν αυτά, προστέθηκαν οι αντίστοιχα κουραστικοί ραδιοτηλεοπτικοί ξύλινοι μονόλογοι της βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ. Βίβιαν Μπουζάλη.

Βεβαίως, σε σαββατιανούς τηλεοπτικούς μονολόγους επιδιδόταν και ο προκάτοχός της στην Ν.Δ. κ. Ανέστης Αγγελής, όμως εκείνος, χωρίς την υπεροχή της απόλυτης αυθεντίας που διαθέτουν οι σημερινοί βουλευτές, είχε (άθελά του ίσως) την ιδιότητα να απλουστεύει την πολιτική σε τέτοιο σημείο, που ακόμη και οι μονόλογοι του, σε σχέση με τους αντίστοιχους των τωρινών βουλευτών, έμοιαζαν με «φιλική» εξομολόγηση. Με απλή φλυαρία σε πηγαδάκια.

Το καθιερωμένο («παραδοσιακό» πια όσο και ο χάσκαρης) βουλευτικό στήσιμο του σαββατοκύριακου μπροστά στις άφωνες κάμερες, που ψάχνουν να γεμίσουν… «χωρίς» κόστος τον άφθονο τηλεοπτικό χρόνο τους, δίνοντας βήμα βομβαρδισμού με ανούσιες, βαρετές, χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα επαναλήψεις, μπορεί να απηχεί την εσωκομματική κατάσταση του τοπικού ΠαΣοΚ, που έχει επιβάλλει με την αυτοκτονική του στάση στις πλάτες του νομού Καστοριάς μια μονοκρατορία από το 1981 και μετά.

Αλλά από «κει και ύστερα» (όπως θα προσέθεταν με την πασίγνωστη και χαριτωμένη φράση κλισέ εκεί στον Δήμο Καστοριάς), δεν είναι πολλοί αυτοί που θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι η νέα βουλευτής Καστοριάς, που προεκλογικά κόμιζε εμμέσως αλλά με σαφήνεια τον αέρα της φιλελεύθερης αμερικανικής πολιτικής ελίτ, ελάχιστους μήνες μετά τις εκλογές, δεν θα διέφερε σε τίποτε με τον κ. Φ. Πετσάλνικο. Πολιτικά μοιάζει σαν να έρχεται από τα παλιά.

Και η κατάσταση καθηλώνει ακόμη πιο βίαια το επίπεδο της πολιτικής ζωής στην Καστοριά, έστω κι’ αν εκεί, στο ΠαΣοΚ, εξακολουθούν να δείχνουν αδιαφορία για το γεγονός της διαρκούς υποχώρησής τους στις σφυγμομετρήσεις. Καθώς και ότι με όλα αυτά που κάνουν, με πρόεδρό τους ένα σαν τον κ. Γεώργιο Παπανδρέου του Ανδρέα (του Γεωργίου Παπανδρέου), και στενούς συνεργάτες του προέδρου, «δοκιμασμένους» πολιτικούς σαν τον «Καστορίας» κ. Φίλιππο Πετσάλνικο, και πολλούς άλλους από το Jurassic Park της μεταπολίτευσης, έφεραν τον κόσμο τους στα όριά του, με αποτέλεσμα να στρέφεται σε προτάσεις σαν αυτή του Συνασπισμού και τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Αφήνοντας εν τω μεταξύ την κυβέρνηση παντελώς ανενόχλητη στην καθοδική της πορεία να συμβάλλει στη ελεύθερη πτώση του δικομματισμού.

Mε όλα αυτά που έχει ζήσει η Καστοριά, η στάση της κ. Β. Μπουζάλη να αντιγράψει με ζήλο τις κάκιστες συνήθεις φίλων και αντιπάλων της πολιτικής, δεν ήταν αναμενόμενη, ούτε και στους πιο επιφυλακτικούς. Για τον πολύ απλό λόγο ότι στην Νέα Δημοκρατία της Καστοριάς είχαν συνηθίσει να μιλάνε μεταξύ τους πολύ (καμμιά φορά και να παραμιλάνε), και δεν είχαν ιδιαίτερη κλίση στα διαγγέλματα τύπου Ανατολικής Ευρώπης της αλλοτινής εποχής, ή του «πολύ» Ούγκο Τσάβες.

Έτσι η πολύμηνη, καθιερωμένη πια τάση της βουλευτού να επαναλαμβάνεται, και να κουράζει με γενικόλογες, αόριστες, αφηρημένες και αδιακρίβωτες διθυραμβικές «αποκαλύψεις» για συναντήσεις, διαβουλεύσεις, συζητήσεις και πολιτικές επαφές με γραμματείς υπουργείων, άλλους βουλευτές, φορείς, και γραμματείς διευθύνσεων, δεν προκαλούν απλώς φθορά στην ίδια και την εικόνα της. Αλλά, τόσους μήνες μετά, προκαλούν θυμηδία που εγγίζει τα όρια του πολιτικού αυτό-σαρκασμού. Διότι με τα πολλά λόγια κανείς τόπος δεν χορταίνει, δεν προοδεύει, δεν προχωρά.

«Από κει κι’ ύστερα», καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13.3.2008]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.