24.3.08

ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Τα κοράκια

στην Έρη Ρίτσου


Τα κοράκια είναι ανήσυχα, όλο πετούνε πάνω από μια στέγη και γκρα, γκρα, τρυπούν κεφάλι• τα μικρά τους άλλοτε κάθονται φοβισμένα στον φωταγωγό της, άλλοτε πετούνε ως τη διπλανή κι αράζουν σε μια κεραία τηλεόρασης, και κρα, κρα, με τις άγουρες φωνές τους σιγοντάρουν τα μεγάλα, που ‘ναι παχιά σαν κότες, κι εκείνα με τις μπάσες, τις βραχνές τους τις φωνές κράζουν ξανά και σουλατσάρουν με τα φτερά στη ράχη ενωμένα, σαν φύλακες με φράκα, και το κεφάλι πάνω κάτω να πηγαίνει, το ράμφος τους σαν ζυγαριά που δεν λέει να ισιάσει.

Πόσες και πόσες προλήψεις, ριζωμένες στης ψυχής μας τα άχρονα σκοτάδια, δεν βαραίνουν την καρδιά μας, δεν σκοτεινιάζουνε τη σκέψη μας, κάθε που ρίχνουμε το βλέμμα μας επάνω στα κατάμαυρα φτερά τους, κάθε που φτάνει ως τ’ αυτιά μας -άκουσμα, λένε, ζοφερό- το κράξιμό τους το μονόχορδο! Κι οι πιο πολλές από αυτές με τ’ αναπόφευκτο το τέλος του ανθρώπου να σχετίζονται.
Έριχναν, λέει, παλιά, κατά την ώρα της ταφής, κόλλυβα και ψωμιά για να ‘ναι απασχολημένα τα κοράκια, μην κράζουνε και προμηνάνε κι άλλον θάνατο• ότι το πέταγμά τους πάνω από την πόλη πόλεμο κι επιδημία προαναγγέλλει, και η κραξιά τους χάλασμα του καιρού.

Σήμερα όμως είν’ ο ήλιος μονοκράτορας, μήτε σύννεφου ξέφτι δεν υπάρχει στα ουράνια, λιώνει η λάβρα τον αέρα λες, σαν να ‘ναι υγρό τον αναδεύει, κι όπως με τους ατμούς της λίμνης γίνεται ένα, μοιάζουνε όλα σαν να ρέουν, σαν ν’ αλλάζουν, παραμένοντας τα ίδια, όπως τ’ ανθρώπινα με φόντο το αιώνιο. Μέσα σε τούτη την υπνωτική γαλήνη μόνο αυτά δεν βρίσκουν ησυχία, πετούν και κράζουν τα μικρά, τηρώντας δυο μεγάλα που βηματίζουν άλαλα στη στέγη πάνω.

Πόσο τ’ αντιπαθούσα το δυνατό τους κράξιμο προτού χωθούν μες στην πυκνή τη φυλλωσιά των πλατανιών, ή και βαδίζοντας καμιά φορά στον παραλίμνιο το δρόμο που τα ‘βλεπα ν’ αφήνουν τους κλώνους και να ρίχνονται στον δρόμο για να αρπάξουνε κάνα φαγώσιμο σκουπίδι, και πέταγαν πάλι ψηλά σαν μ’ έβλεπαν όχι από φόβο τόσο αλλά από ενόχληση, με μια ακαταδεξιά στο βλέμμα και στο πέταγμά τους το αγέρωχο, κράζοντας λες υποτιμητικά, για μένα, το άθλιο το δίποδο που δεν μπορώ το χώμα να αφήσω. Ίσως η περηφάνια τους μ’ έκανε να τ’ αντιπαθώ, πως κάνει ορισμένους να λατρεύουν τα σκυλιά και να μισούν τις γάτες.

Και στη γλώσσα κυριαρχεί η αρνητική προκατάληψη γι’ αυτά, η λέξη άλλοτε σημαίνει κάτι ακοινώνητα μειράκια, που ‘χουνε μάτια για τη γνώση μόνο, και άλλοτε τους νεκροθάφτες μιας και ψωμίζονται κι αυτοί απ’ τα ψοφίμια. Ή, πάλι, κείνο το κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει, που το λένε για κακόβουλους ανθρώπους, που ‘χουν αλληλεγγύη μεταξύ τους. Στην Αγία Γραφή, ο Νώε το αμολάει κι αυτό ακούραστο πετάει επάνω απ’ την πλημμυρισμένη γη ωσότου βρει στεριά, ταγμένο λες στον ιερό σκοπό της επιβίωσης όλων των ζωντανών που μπήκανε στην κιβωτό για να σωθούνε. Φέρνει ψωμί και κρέας στον προφήτη Ηλία, τούτο το μαύρο πλάσμα ταΐζει ό,τι φωτεινότερο γέννησε του ανθρώπου η φαντασία. Μια δοξασία λαϊκή λέει πως είναι οιωνός απαίσιος εάν πετάει πάνω από οικία, κι αν κάτσει στη σκεπή της θάνατο των ενοίκων προμηνάει!

Το μονότονο το κράξιμό τους με βγάζει πάλι απ’ αυτές τις σκέψεις, κοιτώ πάνω στη στέγη τα δύο τα μεγάλα, που το ‘να απέναντι στο άλλο στέκονται, ν’ αρχίζουν να βαδίζουν και να λεν τη μόνη φράση που γνωρίζουν, τέλος, ν’ αφήνουν τη σκεπή και να πετούνε χαμηλά και να χιμούνε, σαν κάτι να σκουντάνε, κάτι που είναι ανάμεσα σε δύο κεραμίδια, ίσα που φαίνεται, μα τώρα που του δώσαν μια καλή, δες το, μαυρίζει, ένα μικρό, ψόφιο κοράκι είναι, χιμούν με τα γαμψά τους νύχια, το σκουντάν, κάνουν λες και κοιμάται, να το ξυπνήσουν προσπαθούν, ή… για στερνή φορά το χαιρετούν, λες και του κάνουνε παρέα μην μένει μόνο με τον θάνατο. Και όπως στις κηδείες, βλέπεις τους μεγάλους να στέκονται άφοβα πλάι στον νεκρό, τους νέους από μακριά για δεν αντέχουν, σαν τα μικρά κοράκια στην κεραία, για λίγο την αφήνουν και πετάνε πιο ψηλά κι έπειτα κάθονται και κράζουν πάλι με κείνες τις ψιλές φωνές τους, σαν να μαθαίνουνε τον θάνατο για πρώτη τους φορά, σαν να τον τραγουδάνε, μ’ εκείνη την κοφτή τη φράση, κρα , κρα, κρα…

Λες κι έχουνε την ίδια φράση για τα πάντα τα κοράκια, λες κι όλα συναιρούνται μες σ’ αυτήν, θάνατος και ζωή, πόνος και ηδονή, πείνα και κορεσμός, ασχήμια κι ομορφιά, όπως εκείνο το κοράκι του ποιήματος, λένε κι αυτά στον σύντροφό τους το θλιβερό, το nevermore.
Και τότε…, μες στον θεϊκό κατακλυσμό, πετώντας μέρες πάνω απ’ τα πλεούμενα θνησίμια, που δεν χωρέσανε να μπουν στην κιβωτό, γκρα, γκρα δεν έκραζε σαν να πενθούσε, κι από την άλλη πάλι γκρα, όλο χαρά, δεν έκανε που ήταν ζωντανό, και με το ταίρι που ‘μεινε στην κιβωτό σε λίγο θα ζευγάρωνε, για να γεννήσουν τα μικρά τους, μένοντας μια ζωή μαζί καθώς το συνηθίζουν;

Τ’ απόγευμα ήρθε μια καρακάξα και κάθισε επάνω στο ψοφίμι, κι άρχισε να ραμφίζει κείνη τη μαύρη χάντρα που μέσα της σαν σύννεφο θα κύλαγε η σήψη, το ράμφος της επάνω κάτω πήγαινε όσο να ‘ρθεί στη ζυγαριά της φύσης ισορροπία. Τα άλλα δύο τα μεγάλα, εκεί, να μην κουνάνε ρούπι, κι όλο να κράζουν, κίνηση να μην κάνουν να τη διώξουν, ξεφτέρια της ισορροπίας, και του μακάβριου του έργου τηρητές. Κι όπως αρέσουνε στις καρακάξες τα παιχνίδια, τσιμπούσε πούπουλα απ’ το νεκρό κορμί και τ’ άφηνε να πλέχουνε στη θάλασσα του λίβα, λάμποντας απ’ του ήλιου τα αγκάθια που τα τρύπαγαν. Έπαιξε η καρακάξα, το παράτησε, και πέταξε μακριά μαζί με όλα τα κοράκια, με περιστέρια, χελιδόνια και σπουργίτια, καθώς ο ουρανός σκοτείνιασε από σύννεφα που ήρθαν ξαφνικά και στάθηκαν επάνω από την πόλη, μια λάμψη μολυβένια είχαν, απ’ τον ήλιο που κρυβόταν πίσω τους. Και μ’ έπιασε μια στενοχώρια καθώς πήρε να ψιχαλίζει, κι έπειτα που άρχισε γερή βροχή να πέφτει επάνω στο κοράκι - λες κι ήταν τούτο πιο βαρύ από τον θάνατό του -, γιατί κοιτώντας τα φτερά του, που ‘χαν με τις σταγόνες της βροχής πάρει πάλι τη λάμψη εκείνης της αλλοτινής κι οριστικά χαμένης πια ζωντάνιας του, έμοιαζε τούτη πια σαν μία λάμψη του θανάτου, χυνόταν λες με τη βροχή απ’ τα φτερά στα κεραμίδια, κι όπως τα σύννεφα στραγγίσανε και χάθηκαν, άχνιζε πάνω τους και σ’ όλα απλωνόταν, φτιασίδι του θανάτου που ξεπλύθηκε και σκέπασε τα πάντα, γη, ουρανό, τον κόσμο όλο, ως τα πέρατα.

Σαν μια ομίχλη πια κείνο το καλοκαίρι μες στη μνήμη, πάχνη που έλιωσε τα μάτια του πουλιού, και τα φτερά του χωνεμένα μες στα κόκαλα, τυφλό, γυμνό κι ολάσπρο, όπως όταν γεννήθηκε, αρχή και τέλος ένα, μπρος, πίσω, κύκλος, ο θάνατος παιχνίδι και ζύγι μες στης φύσης τ’ αδιάκοπα γυρίσματα, φανάρι κουσουρλίδικο ο ήλιος, μια ν’ ανάβει, μια να σβήνει, κλώθοντας γη και ζωντανά.

[Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θέματα Λογοτεχνίας» τεύχος 35, και κατόπιν στην ΟΔΟ στις 6.3.2008]

2 σχόλια:

  1. Γιάννης Λουκάς21/4/16

    Ο Ηλίας τιμά την πόλη του με το έργο του. Είθε σε κάθε πόλη να υπάρχει και ένας λογοτέχνης του βεληνεκούς του!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακης Χριστοδουλου22/4/16

    Πάρα-πολύ ωραίο κείμενο !!! Απλά γραμμένο να μπορεί να το καταλάβει και ενα παιδί του Δημοτικού...!!!!!Αλλά τα συγχαρητήρια μου και στην ΟΔΟΣ που το ανακοίνωσε !!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.