5.3.08

ΗΛΙΑ ΒΟΥΪΤΣΗ: Εμμανουήλ Φιλλίππου

Η γουνοποιία, η τέχνη απ’ την οποία και με την οποία φάγαμε (και, εν πολλοίς, τρώμε) ψωμί οι Καστοριανοί, έχει μακρά ιστορία. Εδώ, στην Ασία, στην Ευρώπη, στην Αμερική, παντού. Δεν είναι δουλειά μου να αφηγηθώ αυτή την ιστορία αλλά σίγουρα είναι κάποιων άλλων. Θα επανέλθω κλείνοντας. Προς το παρόν, με αφορμή (και) τα γεγονότα στην παιδεία και την υποτιθέμενη μεταρρύθμιση, θέλω να μιλήσω για έναν Καστοριανό, έναν Καστοριανό για τον οποίο στα 12 χρόνια που πήγαινα σχολείο δεν άκουσα κουβέντα, ή, αν άκουσα, δεν τη θυμάμαι. Κι αυτό, γιατί η όποια εξιστόρηση δε θα ήταν αρκούντως εμφατική. Από ένα πρόχειρο, αλλά μακροχρόνιο σχετικά, τσεκ που έκανα σε κύκλο γνωστών μου (συνομήλικων, μέσες άκρες) Καστοριανών (αλλά και μη), ως επί το πλείστων «εγγραμμάτων», διαπίστωσα την ίδια άγνοια: «Μανωλάκης ο Καστοριανός;»
«Τίποτα»

Έπεσα πάνω στο Μανωλάκη τον Καστοριανό πριν 3 χρόνια διαβάζοντας το βιβλιαράκι του Νίκου Σβορώνου «ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», εκδ. ΠΟΛΙΣ 2004. Εκεί ο Σβορώνος, προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με δύο ταλαιπωρημένες έννοιες – το έθνος και, ακόμη περισσότερο, το ελληνικό έθνος (1) – σε κάποιο σημείο όπου εκθέτει τις θέσεις του για το νεοελληνικό διαφωτισμό και την εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία, γράφει:

«Η συμβολή των Ελλήνων εμπόρων στην πνευματική προετοιμασία του Ελληνισμού χρονολογείται από παλιά. Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την ίδρυση σχολείων στις ελληνικές χώρες, ήδη στον 17ο αιώνα, οφείλεται στην πρωτοβουλία του μεγαλεμπόρου Μανωλάκη Καστοριανού. Η κίνηση αυτή θα ενταθεί τον 18ο αιώνα με τη συνεχή οικονομική άνοδο. Τα αστικά κέντρα που αναπτύχθηκαν (Γιάννενα, Καστοριά, Μοσχόπολη, Χίος, Κυδωνίες) γίνονται συγχρόνως κέντρα πνευματικά του Ελληνισμού με πολυάριθμες κατώτερες και ανώτερες σχολές. Η κυκλοφορία του έντυπου βιβλίου αυξάνεται σημαντικά».Και τα λοιπά.

Σοκ. Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την ίδρυση σχολείων στις ελληνικές χώρες, ήδη στον 17ο αιώνα, οφείλεται στην πρωτοβουλία του μεγαλεμπόρου Μανωλάκη Καστοριανού.

Ποιός ήταν αυτός ρε παιδιά;

-«Ο διά τας συστάσεις των εν Άρτη, Χίω και Αιτωλικώ σχολείων κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν τον ΙΖ' αι. κληθείς περιώνυμος Μανωλάκης ο εκ Καστορίας» - Μαν. Γεδεών

-«όμοιον τη αυτού ελευθερίω προαιρέσει επί συστάσει πανταχού σχολείων, έτερον μετ΄αυτόν ουκ είδε το γένος» - Πατρ. Κωνστάντιος ο από Σιναίου

-«τρόπω τινί θαυμάσιο και οιονεί οικονομία αρρήτω, ο χρησιμώτατος εν αρχούσι κυρ Μανουήλ, από Καστορίας έκων το γένος, και εν τήδε τη βασιλευούση συνωκισμένος, πολλών και άλλων αξιωθείς παρά θεού αγαθών, έγνωκε. ...... ακαδημίαν συστήσαι και σχόλην κοινην πρυτανευσαι τοις πασιν, ιδίοις αυτού αναλώμασιν, επί το προσέρχεσθαι εν αυτή τον βουλόμενον τα της παιδείας όργια μυηβήναι» - Πατρ. Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος Βάρδαλις ο Γ'

-«θεοφιλέστατον εκείνον οίνδρα κύριον Μανωλάκην συστήσαι σχολήν εποίησας εν Κωνσταντινουπόλει είς αναζωπύρωσιν της σοφίας καί της χριστιανικής διήασκαλίας έπίδοσιν» - Πατρ. Ιεροσολύμων Δοσίθεος

-..τα της παιδίας όργια μυηβήναι, λοιπόν. Και άλλα πολλά.

Σισυρορράπτης, σισυροποιός ράπτης, μηλωτορράφος, διφθερουργός και διφθεροποιός, γούναρις και γουνάρις και αλλέως γουναραίος. Το "μέγα ισνάφιον των γουναράδων", η συντεχνία των γουναράδων της Κωνσταντινουπόλεως, τεχνίτες και έμποροι με σημαντική ισχύ επί Οθωμανικής. Οι έμποροι ήταν, ως επί το πλείστον, Έλληνες με σημαντική επιρροή επί των Τούρκων. Ήταν εισαγωγείς και εξαγωγείς. Κατά σειρά: εισαγωγή από τη Ρωσία επεξεργασμένων και μη γουναρικών, επεξεργασία των μή στα διφθερουργία, εξαγωγή σε Βλαχία, Μολδαβία, Αυστρία, Ουγγαρία και Ολλανδία.

Η ισχυρότερη συντεχνία(2) από τον 13ο έως τον 19ο αιώνα, οπότε και χρεωκόπησε μη δυνάμενη να ανταγωνιστεί την εισβολή του υφάσματος από την Ευρώπη, μεγαλούργησε κατορθώνοντας να καταστεί αυτόνομος τραπεζικός οργανισμός με θέση ισχύος στην εμπορική και οικονομική κίνηση, όχι μόνο της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Η φήμη της ήταν τέτοια, ώστε οι Αγιορίτες μοναχοί όριζαν γουναράδες ως κριτές για τον κανονισμό και τη ρύθμιση των διαφόρων υποθέσεών των. Από κοντά και ο Πατριάρχης και οι Μητροπολίτες των πόλεων, εμπιστεύονται στους αρχιγουναράδες «το κουτί της ελεημοσύνης» ή «το κιβώτιον του ελέους» (κιβώτιον που το καθιέρωσε ο μέγας Χρυσόστομος και συνεχίζεται και επί τουρκοκρατίας): ο οβολός του πιστού, οι συνεισφορές εκκλησιαστικών, πολιτικών και λοιπών συστημάτων, οι συνδρομές πλουσίων φιλανθρώπων, που διατίθενται για ελευθέρωση σκλάβων, πληρωμή των φόρων των φτωχών, μέριμνα φυλακισμένων. Το τελευταίο θεωρούνταν από τους έλληνες και δη τους επαγγελματίες ως ύψιστο χριστιανικό και εθνικό καθήκον.

Αλλά η γουναράδικη συντεχνία ήταν και μια συντεχνία η οποία κατανόησε όσο καμία άλλη συντεχνία τις συνθήκες του υπόδουλου έθνους και έδρασε αναλαμβάνοντας την ανέγερση, σύσταση και εποπτεία σχολείων, εκκλησιών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Για να μη μιλήσουμε για τη φιλομουσία και για την ευσέβειά της. Η αίγλη του "μεγάλου ισναφιού" έφθασε στο ζενίθ την εποχή που ανέλαβε την προεδρία της (πρωτομαϊστωρ, κιουρκτζήμπασης), ο Μανωλάκης ο Καστοριανός.

Αν και πρέπει να είναι κανείς άκρως επιφυλακικός με τους κατ΄ επάγγελμα υμνογράφους, ο Μανωλάκης δείχνει να είναι περίπτωση. Όπως μας πληροφορεί ο Γ. Βαλέτας (3), ο Μανωλάκης, γιός του Πέτρου Φιλλίππου, ευτελούς καταγωγής, έσκασε μύτη στην Πόλη άφραγκος κι αγράμματος. Και έγινε, συνεχίζει ο Βαλέτας, πάμπλουτος με την εξυπνάδα, την τέχνη και τη δραστηριότητα του. Ο Βαλέτας δε μας λέει όλο το στόρι, μάλλον γιατί (νομίζει) ότι αυτό μειώνει την προσωπικότητα του Μανωλάκη. Ο Μανωλάκης έγινε πάμπλουτος γιατί ήταν τολμηρός και τυχερός. Είναι γνωστό, άλλωστε, το απόφθεγμα. Τέλος πάντων, αν και ο Μανωλάκης ασκούσε καλώς το εμπόριο των γουνών έγινε πάμπλουτος όταν, κατά την επανάσταση των γενίτσαρων επί Μωάμεθ του Δ', διέσωσε από την οργή των επαναστατών τον καταφυγόντα στην οικία του Σουλεϊμάν πασά. Μετά την κατάπνιξη της επανάστασης, ο Σουλεϊμάν πασάς έδωσε στον Μανωλάκη τα πάντα. Και έβαζε (ένα από) τα θεμέλια του νεοελληνικού διαφωτισμού

Η σπουδαιότερη σχολή που ίδρυσε ο Μανωλάκης είναι το επιστημονικό τμήμα της Πατριαρχικής Ακαδημίας (1661 ή 1662 ή 1663 ή 1665). Στη σχολή αυτή διδασκόταν, συν τοις άλλοις, και η ελληνική φιλοσοφία από διαπρεπείς δασκάλους, το μισθό των οποίων πλήρωνε από την τσέπη του ο Καστοριανός. Σχολεία έκτισε και αλλού, όπως είδαμε, ο Μανωλάκης: στη Χίο, στο Αιτωλικό, στην Άρτα. Και στην Καστοριά;

Το 1682, οι Καστοριανοί, γράφει ο Βαλέτας, ζήτησαν από το Μανωλάκη να συστήσει και στην πατρίδα του σχολειό. Και συνεχίζει: «Ειδήσεις δεν έχουμε, αλλά είναι βέβαιο, ακόμη και δυσαρεστημένος να ήταν, ότι με την ίδια και μεγαλύτερη γενναιοδωρία βοήθησε την παιδεία της πατρίδας του, ανταποκρινόμενος στο αίτημα των συμπατριωτών του».
Τί έγινε αλήθεια; Είναι ιστορικό ζητούμενο.
Αν πάρουμε όμως σα δεδομένο ότι η πρώτη μεγάλη σχολή της πόλης (Σχολή της Παναγίας Μουζεβίκου) συστήθηκε από το μεγάλο κόμισο της Ουγγροβλαχίας Γεώργιο Καστριώτη (το φωτιστή της Καστοριάς) στα 1708, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Βαλέτας υπερβάλλει και ο Μανωλάκης δεν έκανε για την Καστοριά όσα θα μπορούσε και όφειλε. Η πίκρα, μάλλον, ήταν μεγάλη. Και ποιός ξέρει γιατί; Αν κάποιος έχει στοιχεία μπορεί να διορθώσει και να συμπληρώσει.(4)

Σε κάθε περίπτωση, ο Μανωλάκης ήταν από τους πρώτους (ύστερα από τον Φλαγγίνη χρονολογικά) και μεγαλύτερους παράγοντες των αρχών του νεοελληνικού διαφωτισμού. Είτε βοήθησε είτε όχι την ιδιαίτερη πατρίδα, με το παράδειγμα του όργωσε το χώμα από το οποίο ξεφύτρωσαν μεγάλες πνευματικές μορφές όπως η αρχόντισσα Μαρία Δόμνα, ο Δημήτρης Κυρίτσης κσι ο γιος του Γεώργιος, ο Θωμάς Μανδακάσης, ο Θωμάς Κωφός, ο Σεβαστός Λεοντιάδης, ο Ιωάννης Θεολογίτης, ο ιατροφιλόσοφος Κ. Μιχαήλ, ο Παύλος Ιωάννου, ο Παύλος Αργυριάδης, ο Παναγιώτης Εμμανουήλ, ο Ιωάννης Εμμανουήλ και ο Γεώργιος Θεοχάρης. Οι τρείς τελευταίοι ήταν σύντροφοι του Ρήγα, πιάστηκαν μαζί του και οι δύο πρώτοι τον ακολούθησαν στη θυσία.

Πίσω στη γούνα: Η Καστοριά για να επιβιώσει πρέπει να παντρέψει τη γούνα με τον τουρισμό. Και όχι μόνο υπό την στεγνά εμπορική αλλά και υπό την ουσιαστικά αγοραία μορφή. Υπ’ αυτήν την έννοια η ιστορία της γούνας λείπει (και της Μαρίας Δόμνα, εξίσου), ιστορία από την οποία μπορεί να αναδειχτεί και η ειδική σχέση της Καστοριάς με τη γούνα (δεν ήταν η μοναδική πόλη που ασχολούνταν με τη γούνα, όπως προφαίνεται από την ισχύ του ισναφίου των γουναράδων). Οι προύχοντες και το ισνάφιον της πόλης οφείλουν, νομίζω, να έρθουν σε επαφή με επαγγελματίες ιστορικούς και να συννενοηθούν για την κάλυψη του κενού. Μπορεί να είναι χρονοβόρο, δαπανηρό ίσως και να φαντάζει ως περιττή πολυτέλεια σε καιρούς ισχνών (;) αγελάδων. Είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να δηλώσει η πόλη μας παρούσα στο παγκοσμιοποιημένο (εδώ και αιώνες, τζάνεμ) περιβάλλον.


Σημειώσεις

1. Λόγω αδυνατότητάς σύμπτωσής του με τη μορφή τού εθνικού κράτους: το γεγονός ότι το έθνος παρέμενε μέγεθος ευρύτερο από το κράτος και επομένως ανεξάρτητο από την ιδέα της σύγχρονης θεσμικής οργάνωσης, εμπόδισε την κοινωνική ενσωμάτωση της αστικής αντίληψης για το κράτος. Και όταν το έθνος δεν αθρώνεται ούτε και συλλαμβάνεται ως κράτος (με την έννοια που το σύμπλοκο εξυπηρέτησης συμφερόντων πήρε καθώς «κληρονομούσε» τον καταρρεόντα φεουδαλισμό), τότε είναι πρωτίστως έννοια πατριαρχική, στηρίζεται δηλαδή σε πραγματικούς ή φανταστικούς φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, ενώ η έποψη της οικονομικής του βάσης, της κοινωνικής του υφής και της θεσμικής του οργάνωσης περνά στο περιθώρειο.
Για περισσότερα από την «εποψη» αυτή, όποιος ένδιαφέρεται, μπορεί να διαβάσει την αριστουργηματική Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο, 2000)


2. Χρήσιμα ιστορικά στοιχεία για να κοιτάξουμε και τα σημερινά μας μούτρα, δίνει η Αγγελική Χατζημιχάλη στο σημείωμά της «Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Οι συντεχνίες - Τα ισνάφια», που είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/hantzimichali_syntehnies.html

2. Βλ. στην εισαγωγή που γράφει ο Γ. Βαλέτας στο «ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΠΑΝΤΑ». Εκδοση του Σωματείου «ΦΙΛΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ». Αθήνα, 1969.

3. Αν και ορισμένοι ρομαντικοί στοχαστές πίστευαν (και οι απόγονοί τους μπορεί να συνεχίζουν να πιστεύουν) στην αξία της δωρεάς ως αυτοσκοπού απαλλαγμένου από ανταλλακτικές ορίζουσες, μια πιο «κυνική» (δηλ., ειλικρινής) ανάλυση μπορεί να την «τεστάρει» και ως τελετουργική πρακτική με πρωτεύοντα ρόλο στην παραγωγή και αναπαραγωγή της κοινωνικής εξουσίας. Και υπό αυτήν την έννοια δεν είναι καθόλου ανιδιοτελής. Τώρα τί έγινε με το Μανωλάκη που έφυγε άφραγκος και κουρελής από την Καστοριά, και ενώ είχε την ευκαιρία να απολαύσει την «ηδονή» του δωροδότη φαίνεται να μην το έκανε, είναι ζητούμενο. Επαναλαμβάνω ότι μπορεί να μην είμαι καλά ενημερωμένος, αλλά η «σιωπή» για μια τέτοια προσωπικότητα είναι ανεξήγητη. Υποπτεύομαι, χωρίς στοιχεία επαναλαμβάνω, πάρε δώσε με τη μασονία. Οπότε: Πάτερ ημών.....

4. Πάντως, όταν το 1669 ο Μανωλάκης δώριζε στον πατριαρχικό ναό το μέγα και καλλιτεχνικά επεξεργασμένο ελεφαντοκόλλητον παγκάριον, αυτό είχε πάνω του γραμμένο «Μανουήλ υιός Πέτρου εκ Καστορίας αφοσιοί έτει ΑΧΞΘ'». Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν κακό ακόμα και για έναν πατριάρχη να είναι μασόνος. Ή όχι;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.