29.10.08

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Για την αηδονόπιτα του κ. Ισίδωρου Ζουργού

Το πρωί του περασμένου Σαββάτου οι Καστοριανοί είχαν την ευκαιρία για μια μοναδική συνάντηση. Είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά , να ακούσουν, να συζητήσουν με το συγγραφέα ενός εξαιρετικού βιβλίου ∙ το βιβλίο «η αηδονόπιτα» και συγγραφέας του ο Θεσσαλονικιός δάσκαλος κ. Ι.Ζουργός.

Καθώς στις 5 Οκτωβρίου γιορτάζεται η παγκόσμια ημέρα του εκπαιδευτικού, ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Καστοριάς τίμησε έναν ξεχωριστό -έτσι κι αλλιώς- δάσκαλο, προσκαλώντας τον στην πόλη μας για να παρουσιάσει το διάσημο πια βιβλίο του. Την παρουσίαση έκανε ένας ξεχωριστός συντοπίτης μας, ο γιατρός και λόγιος Επαμεινώνδας Τσίγκας από το Βογατσικό.

Όσοι παρακολούθησαν την παρουσίαση στάθηκαν πραγματικά τυχεροί. Όσοι δεν ήταν εκεί πραγματικά έχασαν. Έχασαν τη σπάνια ευκαιρία να συμμετάσχουν σε μία κουβέντα ζεστή και φιλική γύρω από το βιβλίο ∙ το βιβλίο γενικά ως έννοια ή καλύτερα ως ιδέα, αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο. Είχε προηγηθεί βέβαια η διεξοδική εισήγηση της Σχ. Συμβούλου κ Α. Καζταρίδου με θέμα το ρόλο του δασκάλου (λόγω της ημέρας), ενώ ακολούθησε ο κ. Ε. Τσίγκας, θέτοντας επί τάπητος ένα σωρό πτυχές του μεγάλου ζητήματος που λέγεται ανάγνωση και ουσιαστικά δίνοντάς μας αφορμές να προβληματιστούμε, να αναρωτηθούμε και να συγκινηθούμε όλοι όσοι είχαμε την τύχη να τον ακούμε- κάποιοι από αυτούς που ήμασταν εκεί τον γνωρίζαμε από πριν, καθώς ο κ Τσίγκας ήταν ο πρώτος που μίλησε για το συγκεκριμένο βιβλίο μέσα από τις στήλες της ΟΔΟΥ τον περασμένο Ιούνιο κι έπειτα ακολούθησαν και άλλες πολλές κριτικές σε διάφορες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

Ο κ. Τσίγκας, λοιπόν, μίλησε για το πώς κερδίζει ένα βιβλίο τους αναγνώστες του, αλλά και τι κερδίζει ο αναγνώστης από την ανάγνωση ενός βιβλίου όπως η αηδονόπιτα. Μίλησε με πίκρα για την περίεργη τροπή που έχει πάρει το πράγμα σε μια κατεξοχήν απνευματική ή και αντιπνευματική εποχή, όπου υπάρχει πια φανερή εχθρότητα προς αυτή την ιερή υπόθεση που λέγεται βιβλίο. Μου θύμισε την «περίεργη» απάντηση που έδωσε ο γνωστός μεγάλος φυσικός της εποχής μας, ο Στίβεν Χόκινγκ, όταν στις αρχές του 2007 ρωτήθηκε ποια είναι κατά τη γνώμη του τα τρία μεγαλύτερα περιβαλλοντικά προβλήματα κι απάντησε: η άρνηση κάθε πνευματικής αναζήτησης, η απάρνηση της σταθερής παραδοσιακής οικογένειας και η έλλειψη επικοινωνίας με τα παιδιά. Αυτή την άρνηση κάθε πνευματικής αναζήτησης μας θύμισε ο κ. Τσίγκας , μια άρνηση που τη ζούμε σε καθημερινή βάση παντού, μια άρνηση που τη ζουν εντονότατα όσοι έχουν πνευματικά ενδιαφέροντα και χρειάζεται να αγωνιστούν κάτω από σκληρότατες και πραγματικά αντίξοες συνθήκες για να τα καταφέρουν να επιβιώσουν. Και είπε ο ομιλητής ακόμα- και το είπε και πάλι με πίκρα- για την απαγορευμένη στην εποχή μας αγάπη για το βιβλίο, «για παθιασμένο έρωτα ούτε να το συζητάμε…».

Για τον παθιασμένο έρωτα, τον «αυτοθυσιαστικό, άρα το μόνο πραγματικό έρωτα» που εκτυλίσσεται μες στις σελίδες του βιβλίου του έκανε λόγο και ο συγγραφέας του, ο κ. Ζουργός. Κι εγώ τον είδα τον έρωτα μέσα στην αίθουσα. Τον είδα σ’ αυτούς που παραμέρισαν τις άλλες τους ανάγκες, τις βιοτικές, τις οποίες κάνουμε το λάθος σχεδόν πάντα να προτάσσουμε , θεωρώντας δευτερεύουσες τις ανάγκες που έχουν να κάνουν με τον κόσμο του βιβλίου, ενώ δεν είναι έτσι. Τον είδα στη «φαγωμένη» αηδονόπιτα που κρατούσε η γυναίκα στα χέρια της – αυτές οι «πειραγμένες» σελίδες του βιβλίου που κρατούσε στα χέρια της με αγάπη έδειχναν τις υπέροχες ώρες που είχε περάσει διαβάζοντάς το. Τον είδα αυτό τον έρωτα κυρίως στην τρυφερότατη ερώτηση της ίδιας γυναίκας: «Και τι κάνουμε όταν τελειώσουμε το διάβασμα ενός βιβλίου που μας συνεπήρε, που λατρέψαμε; Αυτό τον αποχωρισμό με ποιον τρόπο μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε, να τον αντέξουμε;»Υπέροχη ερώτηση και πολύ αληθινή. Γιατί συχνά- ή και πάντα- ένα βιβλίο που αγαπάμε πολύ έχει τη δύναμη να μας παίρνει από έναν κόσμο που οι ασκήμιες του έχουν περισσέψει και ίσως και να ‘ναι ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί έξω απ’ αυτόν. Με αποτέλεσμα να αρνιόμαστε την επιστροφή. Ή να την πετυχαίνουμε με πολλή προσπάθεια γιατί είναι υποχρεωτική. Γιατί δε γίνεται αλλιώς, μολονότι όλοι θα θέλαμε ίσως να ζούμε αλλού στον τόπο ενός βιβλίου που πολύ αγαπήσαμε κι αγαπάμε κι όλο εκεί επιστρέφουμε για να σωθούμε.

Η γυναίκα, λοιπόν, της αίθουσας μου θύμισε μιαν άλλη γυναίκα που δεν της φτάνουν τα βιβλία που στο σπίτι της έχουν ξεχειλίσει από τις βιβλιοθήκες της, αλλά έχει και μια κορνίζα σαν αυτές όπου βάζουν οι μάνες τα παιδιά τους και το «πρόσωπο»που έχει κορνιζωμένο εκεί είναι ένα βιβλίο. Ίσως γιατί της αρέσει να το βλέπει και έτσι, ίσως γιατί μέσα της αυτό το χωρίς τίτλο βιβλίο είναι όλα τα βιβλία που έχει διαβάσει, που της έχουν κρατήσει συντροφιά χωρίς να την έχουν προδώσει ποτέ. Σαν ένας έρωτας που έχει ζήσει και χρειάστηκε να αποχαιρετήσει με σπαραγμό. Σαν ένας έρωτας που κορνίζωσε για να μην ξεχάσει ποτέ το πρόσωπό του. Ένας έρωτας όπως της Λαζαρίνας της αηδονόπιτας…

Ήθελα, λοιπόν, να πω πολλά προχτές στον κ. Ζουργό. Ήθελα να του πω πως καλά κάνει και δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να νιώθει άσχημα –όχι πως έκανε κάποια σχετική νύξη, εγώ, τελείως αυθαίρετα μάλιστα κι ας με συγχωρέσει γι’ αυτό, θέτω το θέμα- γιατί έγραψε ένα βιβλίο που συγκινεί. Το αντίθετο μάλιστα. Θα πρέπει να χαίρεται πολύ και να ‘ναι περήφανος. Το δικαιούται να είναι περήφανος.

Πρώτα πρώτα γιατί: «Τα συναισθηματικά έργα συνηθίζουν οι ψυχροί διανοητές να τα βλέπουν καχύποπτα, κυρίως εκείνοι που μιμούνται τους διανοούμενους. Το συναίσθημα το βλέπουν πάντα σαν μια απειλή προς εκτροπή στο μελό. Ένα έργο με συναίσθημα, όμως, μας ειδοποιεί ότι από τη στιγμή που μπορούμε κι αισθανόμαστε και δακρύζουμε για αυτό, κάτι ζωντανό υπάρχει στο συναισθηματικό μας κόσμο, δε γίναμε ψυχροί κι αδιάφοροι.»

Δεύτερο γιατί ο αγαπημένος μου Δάσκαλος έλεγε πάντα πως απ’ όλα τα γήινα μονάχα το δάκρυ έχει χαρακτήρα αιώνιο. Γι’ αυτό και το δάκρυ του κ. Τσίγκα που συνόδευσε την αναφορά του στους δασκάλους που αγάπησε και τον σημάδεψαν, εκείνο το δάκρυ που κύλησε αυθόρμητο και προς στιγμήν τον κατέστησε ανίκανο να συνεχίσει να μιλά, ήταν η πιο δυναμική υπογράμμιση του νοήματος της Ημέρας του Δασκάλου που γιορτάζαμε όσοι ήμασταν μες στην αίθουσα. Εκείνο το δάκρυ που τα έλεγε όλα.

Το τρίτο το λέει υπέροχα κι επιγραμματικά ο ποιητής: «Ο έρωτας και μόνος αυτός πηγή της ιστορίας».

Το τέταρτο το λέει με τον πιο δυνατό τρόπο ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε άρθρο του με τίτλο «Τα φλουριά της πληγής» (εφ. Καθημερινή, 16/10/1988) :
«Και αν είναι έτσι μίζερα να γράφεται πια η Ιστορία του τόπου μας, τότε προτιμώ να τη διαβάζω στα δεφτέρια των μεροληπτικών πεζογράφων παρά στους κατεψυγμένους τόμους των κατ’ επάγγελμα ιστοριογράφων».

Για όλα αυτά που σου είπα, ξεχωριστέ μου συνάδελφε κ. Ζουργέ, σ’ αυτή τη σύντομη αναφορά μου στην παρουσίαση του βιβλίου σου στην πόλη μας (συγχώρα με αν κάτι δεν έχω καταλάβει καλά), σε ευχαριστούμε που ήσουν κοντά μας προχτές και σου ευχόμαστε την ίδια καλή και καλύτερη ακόμα συνέχεια.

Σε ευχαριστούμε όμως προπαντός για τον υπέροχο τίτλο του βιβλίου σου και για τον ιδιαίτερα βαρύ συμβολισμό του. Δε θα ταίριαζε καλύτερος τίτλος, σε μιαν εποχή όπου φαντάζει εντελώς ουτοπικό ακόμα και το αυτονόητο. Σε μιαν εποχή όπου οι περισσότεροι μοιάζουμε να ‘χουμε παραδοθεί αμαχητί, ενώ είναι παραπάνω από βέβαιο πως «είναι προτιμότερο να αγωνίζεται κανείς μάταια παρά να ζει μάταια».

Οι Έλληνες που έτυχε να ζουν τότε, στο χρόνο όπου πλέκεται η υπόθεση του βιβλίου σου, το πίστευαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Γι’ αυτό και έκαναν την ουτοπία πραγματικότητα. Γι’ αυτό και τα κατάφεραν. Απομένει να το πιστέψουμε κι εμείς. Το βιβλίο σου έχει τον τρόπο να μας το ξαναθυμίσει. Και να μας δώσει άλλη μια ευκαιρία να πεισθούμε.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 9.10.2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.