5.5.11

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το "κουφάδι"




Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν και από πού. Την είχαν βρει οι δυο γέροντες μόνη, δίπλα σε μία βρύση στο βουνό. Έτρεμε σύγκορμη και δεν μιλούσε καθόλου. Μάλλον και δεν άκουγε. Στις ερωτήσεις τους απαντούσε μονάχα με ένα βουβό κλάμα. Ούτε λέξη δεν είπε. Τη λυπήθηκαν και την κατέβασαν μαζί τους στο λυόμενο, όπου είχαν εγκατασταθεί, μαζί με άλλους καταφυγόντες. Δύο τολ στέκονταν πλάι-πλάι, πέντε οικογένειες σε κάθε ένα απ` αυτά. Μια παράγκα πιο έξω, για κοινό μαγειρείο. Της έβαλαν ένα πρόχειρο στρώμα σε μια γωνιά της υποτυπώδους καμαρούλας τους κι ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι.

Γύρω στα δεκατέσσερα την έκαναν οι περισσότεροι συγκάτοικοι, μα όλα ήταν υποθέσεις. Όνομα δεν ήξεραν, να μιλάει δεν ήξερε, μάλλον και δεν άκουγε, της κόλλησαν το παρατσούκλι "κουφάδι", έτσι, για να συνεννοούνται μεταξύ τους οι άλλοι. Προσπάθησαν να την πλησιάσουν μερικά συνομήλικα κορίτσια, καμία ανταπόκριση. Σιγά-σιγά το κουφάδι ξεθάρεψε κάπως με τη γριά, άρχισε να τη βοηθά στο συγύρισμα και στο μαγείρεμα. - Αχ, κατακαημένο!.. έλεγε η γριά και το χάιδευε στο κεφάλι. Ομορφούλικο ήταν το κουφάδι, αγέλαστο όμως.

Πέρασε χρόνος και οι κάτοικοι των λυόμενων αραίωναν με τον καιρό, έψαχναν και έβρισκαν καλύτερα καταλύματα, πιο μόνιμα. Για τους γέρους βέβαια, δεν ήταν και τόσο εύκολο, περασμένα τα χρόνια τους και ήλπιζαν ακόμη, ότι σύντομα θα γύριζαν στο χωριό, στο σπίτι τους. Είχαν τώρα όλοι και κάπως μεγαλύτερη άπλα, σχεδόν δύο χώροι αντιστοιχούσαν σε κάθε φαμελιά. Ετοίμασαν τότε και στο κουφάδι έναν δικό του χώρο, στάθηκε παρ` όλα αυτά αδύνατον να ξεκολλήσει απ` τη γριά. Δεν επέμεναν κι αυτοί.

Ακριβώς στο διπλανό σπίτι, μια καινούργια μονοκατοικία, εγκαταστάθηκε την ίδια εποχή ένας πολύ καλοντυμένος κύριος. Λέγαν πως ήταν από την πρωτεύουσα και ήρθε εδώ για κάποιες μελέτες στις βυζαντινές εκκλησιές. Μόνος ήταν, και ρώτησε, αν υπήρχε κάποια γυναίκα που θα δεχόταν να αναλάβει τη λάτρα του σπιτιού. Σκέφτηκε η γριά το κουφάδι, εξήγησε στον κύριο την κατάσταση τού παιδιού και η συμφωνία έκλεισε.

Πήγαινε το κουφάδι πρωί -πρωί στο σπίτι, σκούπιζε πρώτα τις αυλές, έπειτα καθάριζε όλα τα δωμάτια, μαγείρευε κιόλας για τον κύριο, ό,τι της ζητούσε με νοήματα, και το απομεσήμερο επέστρεφε στη φωλιά της. Ο κύριος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κοπέλα, έψαξε ακόμη και στην Αστυνομία, μήπως βρει κάποια στοιχεία, κανένα αποτέλεσμα. Υποσχέθηκε στη γριά να ψάξει για ειδικό γιατρό, μόλις επέστρεφε στην πρωτεύουσα. Οι σχέσεις των δύο ήταν ιδανικές. Δεν τον ενοχλούσε με φλυαρίες όταν εργαζόταν, και δεν ήταν υποχρεωμένος να της απευθύνει ποτέ τον λόγο. Τα χρήματα τής αμοιβής της τα έδινε στους γέρους. Χαίρονταν αυτοί, γιατί ήταν αρκετά και θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν στην επισκευή του σπιτιού, στο χωριό.

Αποφάσισαν κάποτε οι γέροι να λείψουν για δύο μέρες στο χωριό, και άφησαν το κουφάδι μόνο. Υπήρχαν βέβαια οι συγκάτοικοι, όλοι τη γνώριζαν και τη συμπαθούσαν τώρα. Αργά τη νύχτα, ακούστηκαν κλάματα από την κάμαρα των γέρων, κανένας όμως δεν σηκώθηκε να δει τι συμβαίνει. Το επόμενο πρωΐ, περίμενε ο κύριος το κουφάδι, η ώρα περνούσε και αποφάσισε να πάει να την ψάξει. Τη βρήκε μέσα στα αίματα, ένα άψυχο κορμάκι, με ξεσχισμένα ρούχα.
Εκείνη τη νύχτα, όλοι, μα όλοι στα λυόμενα, είχαν κουφαθεί...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 7 Απριλίου 2011, αρ. φύλλου 586


Σχετικά:

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.