4/10/12

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Πατρίδα είναι κι οι χοροί και τα τραγούδια μας




Ήταν κάποτε κι είναι ακόμη μια χώρα όμορφη, μα παράξενη. Όχι, δηλαδή, πως ήταν παράξενος κι αλλόκοτος ο τόπος-ίσα ίσα∙ πανέμορφος και γοητευτικός ήταν και παραμένει, με ομορφιές τόσες και τέτοιες που τις ζήλευαν και τις ζηλεύουν όλοι, αυτό είναι αλήθεια. Μα εκείνο που δεν αληθεύει είναι πως η χώρα ξέπεσε εξαιτίας αυτής της ζήλιας των άλλων. Αυτό είναι ένα βολικότατο κατασκεύασμα, ένα άλλοθι ανυπόστατο. Και προήλθε από την κατεξοχήν δημοφιλή στη χώρα τακτική της κάλυψης των ευθυνών αυτών που φταίνε και της μετατόπισής τους σε άλλους που δε φταίνε.
Έτσι προχωρούσαν τα χρόνια και καμία αυτοκριτική δε γινόταν από κανέναν -αντίθετα όλοι ένιπταν τας χείρας τους σαν Πόντιοι Πιλάτοι, απλώς γιατί καμία διάθεση για αυτοκριτική δεν ανθούσε σ’ αυτόν τον τόπο, αφού το χρήμα έρρεε ποτάμι και το εύκολο τους είχε τελματώσει. Οπότε όλα οδηγούσαν με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια στη σημερινή της κατάπτωση.

Μέσα στα όλα κι η Παράδοσή της, που εκφράζεται πάντοτε με διάφορους τρόπους. Ένας από τους κυριότερους είν’ ο τρόπος που οι άνθρωποι γλεντούσαν κι ευτυχώς γλεντούν ακόμη (το «ευτυχώς» αναφέρεται στην ικανοποίηση της ανάγκης για συνεύρεση κι επικοινωνία, όχι στις κάθε λογής υπερβολές και παρεκτροπές που γίνονταν -κι ίσως γίνονται ακόμη- και σ’ αυτόν τον τομέα).

Και εκεί, λοιπόν, στους χορούς και στα τραγούδια μας, ήρθε η αλλοίωση κι οι άνθρωποι άρχισαν να οικειοποιούνται, άκριτα και αβασάνιστα, καθετί που τους γυάλιζε και που τους έκανε εντύπωση∙ οι χορευτές, ακόμη και των χορευτικών συγκροτημάτων, ξέχασαν τελείως πως είναι φορείς της Παράδοσης του τόπου τους και χόρευαν μονάχα για την προσωπική τους ευχαρίστηση. Κι αν θελήσουμε να το ψάξουμε λίγο βαθύτερα, δε φταίνε οι ίδιοι αν στα σπίτια και στα σχολειά τους δεν έμαθαν –ή, για ν’ ακριβολογήσουμε, δεν τους έμαθαν- να σέβονται τη δική τους Παράδοση, να την εκτιμούν και να την αγαπάνε, αφού προηγουμένως τη γνωρίσουν σε βάθος. Γιατί οι κάτοικοι αυτής της χώρας, ακόμα κι όταν μιλούσαν και μιλούν ακόμα για τις παραδόσεις και τα έθιμά τους, στον εξωτερικό τους μανδύα στέκονται πάντα και δεν προχωρούν πιο μέσα να δουν και να γνωρίσουν το γιατί οι παλιότεροι ενεργούσαν έτσι κι όχι αλλιώς. Και χάσαν την ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα με το ήθος των προγόνων που κρύβεται κάτω από τους διάφορους συμβολισμούς, οπότε αναπόφευκτα θα το θαύμαζαν και θα το μιμούνταν…

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά χάσαν και τη δική τους Παράδοση και πίστευαν για δικό τους ό,τι τους άρεσε περισσότερο. Ξεχνώντας εντελώς πως οι χοροί κάθε τόπου και τα τραγούδια του έχουν άμεση σχέση με το χώρο και με τους ανθρώπους του, με την ψυχοσύνθεσή τους: ανάλαφρα τα νησιώτικα σαν το κύμα που σπάζει απαλά στις ακτές των νησιών μας, με πάθος τα ποντιακά λόγω των δύσκολων συνθηκών κάτω από τις οποίες έπρεπε να επιβιώσουν οι Πόντιοι και να ζήσουν...

«Μα», θα μπορούσε να πει κανείς, «δεν είναι κακό να χορεύουμε εδώ, στην Καστοριά π.χ., χορούς άλλων περιοχών της πατρίδας μας». Φυσικά και όχι. Αρκεί να ξέρουμε τι ακριβώς χορεύουμε. Και βέβαια να μην εγκαταλείπουμε τα δικά μας. Όχι γι’ άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί είναι μέρος της ταυτότητάς μας. Οπότε, φυσιολογικά, θα ‘πρεπε να νιώθουμε οι ίδιοι βαθιά την ανάγκη να υπάρχουν στη ζωή μας σε πρώτη θέση, σε θέση προτεραιότητας (μιλώ για προτεραιότητα, όχι γι’ αποκλειστικότητα), καθώς αφορούν τη ρίζα μας και την προέλευσή μας. Εκτός αν…

Εκτός αν είναι στα σχέδιά μας και η αλλαγή της ταυτότητάς μας –αυτό, αν γίνεται συνειδητά, σημαίνει πως δε μας αρέσει η δικιά μας, αν γίνεται ασυνείδητα δείχνει μια απερισκεψία που διόλου δε μας τιμά… Αλλά τώρα τι κάθομαι και λέω!... Εμείς δεν είμαστε που όλα αυτά τα προ της κρίσεως χρόνια, δρώντας ως μόνιμοι κυνηγοί της εντύπωσης και του εντυπωσιακού, προσπαθήσαμε, ακόμα και παρανομώντας, να γίνουμε κάποιοι άλλοι, κάποιοι αλλιώτικοι απ’ αυτό που είμαστε πραγματικά; Ξεχνώντας, μάλιστα, κάτι πολύ βασικό: πως η εντύπωση είναι φευγαλέα, δε διαρκεί πολύ και σε καμία περίπτωση δεν είναι η ουσία. Σε καμία…

Εδώ, λοιπόν, οδηγήθηκαν οι κάτοικοι της χώρας του παραμυθιού και της αλήθειας, δηλαδή εμείς οι Έλληνες, από την ευκολία που μας έκανε νωθρούς και μαλθακούς, δίχως καμία διάθεση να ψάχνουμε το βάθος των πραγμάτων, αυτό που κρυβόταν κάτω από τη γυαλιστερή κρούστα της επιφάνειας που σκέπαζε τους φοβερούς δράκους και τα επικίνδυνα τέρατα, που ούτε καν υποψιαζόμασταν…
Μα όμως… Μα όμως τώρα που οι ευκολίες μάς τελείωσαν, τώρα που βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τις δυσκολίες, τώρα είναι που έχουμε ελπίδα∙ την αληθινή ελπίδα να γίνουμε καλύτεροι, ανακαλύπτοντας από την αρχή τον εαυτό μας. Τον αληθινό, που, αν δε μας αρέσει, μπορούμε και να τον διορθώσουμε, κι όχι τον άλλον, τον ψεύτικο που τόσα χρόνια, όχι μόνο λέγε λέγε αλλά κυρίως πράττε πράττε, είχαμε πιστέψει πως είναι ο αληθινός εαυτός μας…

Συγχωρέστε με για το πλήθος των αφιερώσεων που ακολουθούν. Αυτό όμως που έζησα στη Σιταριά, εκτός από σημαντικό χορευτικό δρώμενο, ήταν κι ένα πραγματικά πετυχημένο Αντάμωμα∙ το έδειξαν οι πολλές συναντήσεις Μακεδόνων της Ελλάδας και του εξωτερικού που έγιναν στη διάρκειά του και μαρτυρούν την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο διοργανώθηκε.

Έτσι, λοιπόν, το άρθρο αφιερώνεται από καρδιάς:
  • Στα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου της Σιταριάς Φλώρινας «Νέοι Ορίζοντες», για την αντίσταση στο ψεύτικο και σάπιο που δεκαετίες ολόκληρες τους τύλιγε ασφυκτικά, δίνοντας την ψεύτικη εντύπωση πως δεν υπάρχει ανάσα κι ελπίδα.
  • Στα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος της Παμμακεδονικής Βοστώνης με τη φορεσιά των μακεδονομάχων στο κορμί και στην καρδιά, που με το χορό τους σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους θεατές τους.
  • Σε όλες τις Παμμακεδονικές Ενώσεις της Υφηλίου, που χρόνια ολόκληρα παλεύουν για να διατηρηθεί η Πατρίδα ολόρθη μέσα τους και στον τόπο της…
  • Σ’ όλα τα μέλη των 70 χορευτικών συγκροτημάτων που έλαβαν μέρος στο 2ο Παμμακεδονικό Αντάμωμα στη Σιταριά και την Κυριακή συναντήθηκαν χορεύοντας στην πλατεία και πλημμυρίζοντάς την με τα λάβαρα και τις σημαίες τους, αλλά και με τις πολύχρωμες στολές τους και χαρίζοντας στους θεατές ένα πραγματικά μοναδικό φαντασμαγορικό θέαμα. Ξεχωριστά, όμως, στο χορευτικό του Συλλόγου Γυναικών Μαυροχωρίου και στο παιδικό χορευτικό του Πολιτιστικού Συλλόγου των Μανιάκων, που εκπροσώπησαν επάξια το νομό Καστοριάς στο φετινό Αντάμωμα.
  • Στη Φλωρινιώτισσα Θωμαή Κακούλη, που έβαλε φωτιά υπέρ της Ελλάδας στην Ιρλανδία σε πανεπιστήμιο της οποίας διδάσκει, και στον Εδεσσαίο Γιουματζίδη Δημήτρη, δυνατό συνδετικό κρίκο των εδώ Μακεδόνων με τους εκτός.
Και ακόμη:
  • Στον μπροστά από την εποχή του αυτοδημιούργητο επιχειρηματία από τη Φλώρινα Μπάμπη Σταμπουλίδη, που οι πολλές δυσκολίες στην αρχή της ζωής του του χάρισαν τα φτερά της δημιουργίας και της επιτυχίας και
  • Στην Έφη Στογιάννου, συμμαθήτριά μου, που, συναντώντας την στη Σιταριά μετά από πολλά χρόνια, μ’ έκανε να νιώσω μεγάλη χαρά και συγκίνηση…
16 Ιουλίου 2012, Σ.Ευθυμιάδου-Παπασταύρου


Φωτό: Γιώργος Μπέτσης. Ιούλιος 2012, Σιταριά Φλώρινας.
 Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Ιουλίου 2012, αρ. φύλλου 651


Σχετικά κείμενα:

2 σχόλια:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.