29.10.12

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Σταυρωμένη Πατρίδα, μες στα μάτια σου είδα της ανάστασης φως…

Ν. Πορτοκάλογλου, Τα καράβια μου καίω



Η φωτογραφία χωρίς χαμόγελο: Αγέλαστα προσφυγόπουλα από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας, 1922-1923
(φωτό:  Μ.Ν. Κατσιγέρας, Μ. Μπενάκη)

Συμπληρώθηκαν φέτος 90 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή. 90 χρόνια από τον Μεγάλο Ξεριζωμό, από «τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών στην ιστορία» της ανθρωπότητας (National Geographic, Νοέμβριος 1925). Μα οι Έλληνες –όσοι από αυτούς εξακολουθούν να στρέφουν την προσοχή τους στο παρελθόν για να μπορούν να κατανοούν καλύτερα το παρόν και το μέλλον- παλεύουν ενάντια στην αμνησία, ακολουθώντας ταυτόχρονα το δρόμο της αμνησικακίας απέναντι στον τουρκικό λαό, που δεν έφταιξε ολόκληρος για όσα φριχτά έπαθαν οι Έλληνες στη διάρκεια της Μικρασιατικής τραγωδίας.

Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για τη Μικρασιατική καταστροφή και να μην αναφερθεί στην καταστροφή της Σμύρνης εκείνον τον μαύρο Σεπτέμβρη του 1922, το χρονικό της οποίας έχει ως εξής:

1/9-8/9: Όταν μπήκε ο Σεπτέμβριος, η ζωή στη Σμύρνη κυλούσε με κανονικούς ρυθμούς. Στις 6/9 έφτασαν οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες και οι πρώτοι πρόσφυγες. Στις 7/9 η ελληνική διοίκηση εγκατέλειψε την πόλη. Στις 8/9 χιλιάδες στρατιώτες επιβιβάζονταν σε πλοία για την Ελλάδα.

9/9-10/9: Στις 9/9 ο τουρκικός στρατός εισήλθε με πειθαρχία στη Σμύρνη. Λίγες ώρες αργότερα ακολούθησαν και οι άτακτοι. Στις 10/9 ξέσπασε η βία στην αρμενική συνοικία με λεηλασίες και βιασμούς. Ο Κεμάλ έφτασε στην πόλη με πομπή και ο τουρκικός όχλος σκότωσε τον μητροπολίτη Χρυσόστομο.

11/9-12/9: Στις 11/9 τα μπαρ και ζυθοπωλεία στην προκυμαία κατέβασαν τα στόρια. Η πειθαρχία στο στράτευμα του Κεμάλ είχε καταρρεύσει και οι Τούρκοι διέπρατταν απροκάλυπτα ωμότητες, ενώ συνέρρεαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Στις 12/9 μισό εκατομμύριο Έλληνες και Αρμένιοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε παγίδα θανάτου.

13/9: Ο πληθυσμός είχε διογκωθεί σε 700.000. Τούρκοι στρατιώτες άναψαν φωτιές αρχικά στην αρμενική συνοικία, η οποία μέχρι το μεσημέρι τυλίχθηκε στις φλόγες. Υπό την προστασία δικών τους στρατιωτών, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί εκκένωσαν τους υπηκόους τους από τη Σμύρνη. Όταν έπεσε το σκοτάδι, η πυρκαγιά είχε εξαπλωθεί μέχρι την προκυμαία, ασφυκτικά γεμάτη από πρόσφυγες. Τα μεσάνυχτα ο Βρετανός ναύαρχος Μπροκ διέταξε να σταλούν λέμβοι σωτηρίας και τη νύχτα όλα τα πολεμικά πλοία στον κόλπο γέμισαν με 20.000 ψυχές.

14/9-30-9: Στις 14/9 μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονταν ακόμη στην προκυμαία. Στις 15/9 η φωτιά έκαιγε ό,τι είχε απομείνει και ο Κεμάλ εξέδωσε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο όσοι παρέμεναν μετά την 1/10 θα εκτοπίζονταν στην κεντρική Ανατολία. Στις 16/9 και 17/9 χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι στρατεύσιμης ηλικίας οδηγήθηκαν σε πορείες στην ενδοχώρα. Στις 24/9 ο Αζα Τζέννινγκς -ένας αφοσιωμένος μεθοδιστής πάστορας από τη Ν. Υόρκη που εργαζόταν στη ΧΑΝ Σμύρνης και, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση είχε παραλύσει, δημιούργησε την Αμερικανική Επιχείρηση Αρωγής και έσωσε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές –ξεκίνησε τη μεγάλη επιχείρηση εκκένωσης με πλοία από την Ελλάδα. Στις 30/9 είχαν μείνει λιγότεροι από 50.000 πρόσφυγες και με παράταση οκτώ ημερών έφυγαν όλοι. Άλλωστε αυτό ακριβώς ήθελε ο Κεμάλ, που, όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Σμύρνη το 1905, δυσφόρησε λόγω του μεγάλου αριθμού χριστιανών που ζούσαν εκεί, οπότε η πυρπόληση της άπιστης πόλης ήταν ένα μικρό και απαραίτητο τίμημα για την απελευθέρωση της χώρας του (Το χρονικό από την εφ. Καθημερινή, 22/11/ 2009, επιμέλεια Στ. Χελιδόνη).
Έτσι έγιναν τα πράγματα τότε και ο Νεότερος Ελληνισμός αποφάσισε να καθιερώσει την 14η του μηνός Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Μνήμης της Μικρασιατικής καταστροφής. Απλώς γιατί όλες αυτές οι φριχτές σελίδες της ιστορίας μας ταιριάζουν πολύ με το Σταυρό του Θεανθρώπου, στον οποίο πιστεύουμε: «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» αποκαλεί ο Φώτης Κόντογλου το Γένος μας, θυμίζοντάς μας πως εμείς οι Έλληνες περισσότερο με τον Σταυρό συμπορευόμαστε, λιγότερο με την ευμάρεια, για την οποία πρόσφατα ξεπουλήσαμε αρχές και αξίες, νομίζοντάς τη για προορισμό μας.
Στη διάρκεια της πυρκαγιάς, που κράτησε ως τις 17/9, σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάθηκαν 25.000 Έλληνες, ενώ ο συνολικός αριθμός των θυμάτων από 9 ως 11/9 φτάνει, κατά την ίδια πηγή, τις 50.000. Αλλά δεν είναι μόνο τόσα τα θύματα, καθώς η Συνθήκη της Λωζάνης είχε σκληρές συνέπειες για σχεδόν δύο εκατομμύρια ανθρώπους, αφού 1.000.000 Ελληνορθόδοξοι που είχαν φύγει από Μικρά Ασία και Θράκη δε θα επέστρεφαν ποτέ ξανά στις γενέτειρές τους, 150.000 Οθωμανοί Έλληνες από τον Πόντο, που εκδιώχθηκαν, θα έφευγαν ζωντανοί, 50.000 Ορθόδοξοι Καππαδόκες –πολλοί από αυτούς τουρκόφωνοι –θα έφευγαν στην Ελλάδα και 400.000 μουσουλμάνοι που ζούσαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας θα έφευγαν από δω με προορισμό την Τουρκία. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο, όπου, στο όνομα της ομοιογένειας των κατοίκων, ξεριζώνονται και διώχνονται από τον τόπο όπου κατοικούσαν για τρεις χιλιάδες χρόνια τόσες πολλές ψυχές.

Οι αριθμοί είναι όντως τεράστιοι και γι’ αυτό τρομακτικοί. Αλλά αν σκεφτεί κανείς και το τι έζησε και το τι κουβαλούσε μέσα του κάθε πρόσφυγας ξεχωριστά, το φορτίο της ψυχής του ως να πεθάνει, τις στιγμές που έζησε και ποτέ του δεν ξέχασε, είναι βέβαιο πως θα ανατριχιάσει. Θ’ ανατριχιάσει όπως θυμάμαι τον εαυτό μου μικρή ν’ ανατριχιάζει ακούγοντας κάθε απομεσήμερο στις 3 η ώρα τις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, όπου έψαχνε η μάνα το παιδί της που έχασε στη διάρκεια του ξεριζωμού, το παιδί τη μάνα του, τ’ αδέρφια του, τους συγγενείς του. Πόσοι από αυτούς να βρέθηκαν, άραγε; Πόσοι όχι;

Γι’ αυτό και συγκινήθηκα όταν πρόσφατα διάβασα:
«(…)Το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών διαθέτει το σημαντικότερο αρχείο προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα. Ήταν όλα μοναδικά χειρόγραφα. Έτρεμα για την τύχη τους. Όταν άρχισα να διαβάζω τους φακέλους, έβλεπα σε πολλά σημεία λέξεις σβησμένες, το μελάνι είχε θολώσει. Μου εξήγησαν ότι ήταν από τα δάκρυα των αναγνωστών, προσφύγων και απογόνων τους, που διάβαζαν για τις πατρίδες τους».
(Πασχάλης Κιτρομηλίδης, δ/ντής Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών,
Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Καθημερινή, 26/8/2012)

Τέλος, θα ‘θελα να κλείσω το σημερινό αφιέρωμα μνήμης με την αφήγηση της συγγραφέως από το Κρυόνερο της Ανατολικής Θράκης Στράντζαλη (εφ. Καστοριανός Πολίτης του Π. Ζάττα):
«Ήταν φθινόπωρο του 1922 και τα πρώτα κίτρινα φύλλα είχαν πέσει κιόλας απ’ τα δένδρα.
Είχαν πέσει επίσης οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές που πότισαν τη διψασμένη γη και το αεράκι που ‘ρχονταν απ’ τα γύρω βουνά ήταν υγρό και παγωμένο. Παγωμένες όμως και βαριές ήταν και οι καρδιές των ανθρώπων που ήταν έτοιμοι για το … μεγάλο ξεκίνημα! Έμπαιναν και ξαναέμπαιναν στα σπίτια τους να πάρουν κάτι ακόμα απ’ αυτά που θ’ άφηναν πίσω τους: κάποιο αγαπημένο αντικείμενο, κάποιο παλιό κειμήλιο, το εικόνισμα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου που λάτρευσαν τόσα χρόνια οι ίδιοι, οι γονείς και οι παππούδες τους.

Τα μικρά παιδιά που δεν καταλάβαιναν από τέτοια βρίσκονταν ήδη πάνω στην βοϊδάμαξα, κουκουλωμένα με μπατανίες ή κιλίμια. Οι γονείς γύρισαν όλο το σπίτι, κλείδωσαν καλά τις πόρτες και παράθυρα, μην μπει κανείς κλέφτης, μη φυσήξει αέρας δυνατός και τους τ’ ανοίξει, μην μπούνε τα νερά της βροχής και τους λερώσουν τους τοίχους και τα πράγματα που άφηναν πίσω τους. Θα ξαναγύριζαν τάχα κάποια μέρα κι έπρεπε να μείνουν όλα εκεί, όρθια να τους περιμένουν.
-Α ξανανέρτουμ’ να τα νέβρουμ’, έλεγαν. Οι γεροντότεροι έσκυψαν και φίλησαν την ευλογημένη γη που τόσα χρόνια τους χάριζε τους καρπούς της.
-Άντε, πάμι, κι ο Θεγιός βοηθός, ακούστηκε η φωνή του αρχηγού.
Ανέβηκαν στα κάρα οι νοικοκυραίοι, τράβηξαν τα σχοινιά των βοδιών τους, τα κτύπησαν απαλά να μην πονέσουν, έτριξαν οι ρόδες των αμαξιών και το καραβάνι ξεκίνησε για το άγνωστο. Όλοι τους έκαναν το σταυρό τους όταν περνούσαν από την πλατεία μπροστά απ’ την εκκλησιά του Αη-Θανάση. Προσευχήθηκαν σιωπηλοί και παγωμένοι. Αποχαιρετούσαν τα ιερά τους και συγχρόνως ζητούσαν τη βοήθειά τους. Είχαν μεγάλη ανάγκη. Ένιωθαν ανίσχυροι…

Αριστερά στο δρόμο τους το φτωχικό κοιμητήριο του χωριού. Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι από τα μάτια τους. Αποχαιρετούσαν τώρα και τους προγόνους τους, τους γονείς τους, τα’ αδέλφια τους ή τα παιδιά τους που χάνονταν από τις επιδημίες που σάρωναν εκείνη την εποχή την ανθρωπότητα… (…)Τα βόδια έσερναν τα κάρα και προχωρούσαν αργά-αργά, ενώ οι επιβάτες γυρισμένοι προς τα πίσω έβλεπαν για τελευταία φορά το αγαπημένο τους χωριό με τα μάτια βουρκωμένα. Έφευγαν όμως με μια ελπίδα στην καρδιά, ότι θα ξαναγύριζαν γρήγορα στον τόπο τους, στο χωριό τους.
-Πού α μας πάν’ άραγες; Πού α μείνουμ’ οι αρίσκοι;

…Το ταξίδι ήταν ατέλειωτο. Μέρες και νύχτες έρχονταν και έφευγαν κι αυτοί προχωρούσαν. Οι πιο νέοι και δυνατοί χωριανοί περπατούσαν ώρες πολλές σέρνοντας τα ζεμένα ζώα απ’ τα σχοινιά τους. Άλλοι πήγαιναν παρέα κουβεντιάζοντας, γελώντας, σφυρίζοντας ή τραγουδώντας κι ας έκλαιγε μέσα τους η ψυχή τους. Ήθελαν να ενθαρρύνουν τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες, τα παιδιά τους… Περίπου τριάντα μέρες και νύχτες κράτησε εκείνο το μαρτυρικό ταξίδι των γονιών μας που μικρά παιδιά τότε γνώρισαν τον ξεσηκωμό και την προσφυγιά, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Άλλοι πριν από μένα, μεγάλοι λογοτέχνες, ποιητές και πεζογράφοι, έγραψαν για τα δεινά της εποχής εκείνης, για την καταστροφή, για τον ξεριζωμό των Ελλήνων, όπως τα ‘ζησαν οι ίδιοι.
Σαν τους Κρυονερίτες και μαζί μ’ αυτούς ταξίδευαν κι άλλοι πολλοί Έλληνες απ’ όλη την Ανατολική Θράκη, από τη Μικρά Ασία, από τα παράλια της Ιωνίας και από άλλα μέρη που εκτείνονταν μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Όλοι αυτοί έφτασαν κάποτε γυμνοί και τρισάθλιοι σε διάφορες περιοχές της Βορείου Ελλάδας. (…)»

Και όλοι αυτοί οι «γυμνοί και τρισάθλιοι» πρόσφυγες μπόλιασαν τον πληθυσμό της τότε Ελλάδας και δημιούργησαν «νέες πόλεις» και χωριά και, με την εργατικότητα και το πείσμα τους, δημιούργησαν πάνω απ’ όλα το «έπος της ανόρθωσης»· ένα έπος για το οποίο είμαστε όλοι οι Έλληνες περήφανοι και το οποίο ψάχνει να βρει μιμητές και στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης…

Αφιερώνεται σε όλες εκείνες τις βασανισμένες ψυχές, ιδιαίτερα όμως σε όλα τα παιδιά της προσφυγιάς εκείνης και κάθε προσφυγιάς, που είναι τόσο αντίθετη με τον παράδεισο της παιδικότητας, αφού τον καταστρέφει…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 20 Σεπτεμβρίου 2012, αρ. φύλλου 658





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.