24.12.13

ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ: Τὰ χείλη τῆς Παναγίας




Εἶναι πρωὶ κι οἱ καμπάνες σημαίνουν λαγγεμένες τὰ μύρια της ὀνόματα. Ἡ γιαγιὰ Ἑλένη, τῆς μάνας μου ἡ μάνα, τὴν Παναγία τὴν λάτρευε, τῆς ἔχτισε στὸν κῆπο ἐκκλησάκι, κάτω ἀπὸ τὴν κερασιά. Τὴν θυμᾶμαι δεκαπενταύγουστο νὰ ἀνάβει τὸ καντήλι, νὰ σέρνει τὰ ἀκροδάχτυλα στὰ φύλλα σὰν γιὰ νὰ λαδώσει νεοφώτιστο κλαρί, νὰ τὸ τραβάει ἁπαλά, ἀνάκουστη καμπάνα λὲς σημαίνοντας. Σπίθιζαν ὁλόγυρά της καὶ τὴν ἕντυναν στὸ πορφυρὸ τοῦ χιτώνα Της οἱ γλυκεροὶ καρποί, στόματα μυριάδες ποὺ γύρευαν λὲς νὰ τὴν φιλήσουνε. Κι ὅταν ξαπόσταινε, ἀκούμπαγε τὸ χέρι τρυφερὰ στὸν τροῦλο, σὰν πάνω στὸ κεφάλι μου. Θόλοι, ὁ ἕνας μὲς στὸν ἄλλον, τῆς ἐκκλησίτσας, τῶν κλαδιῶν, τοῦ οὐρανοῦ, τὸ ἄκοπο γαλάζιο του μὲ τὸ τρελό τους πέταγμα μυριάδες χελιδόνια τὸ ψαλίδιζαν, τὰ ράμφη ὅλο βυθίζοντας στo μέλι τῶν καρπῶν.

Τὴν ἔβλεπε στὸν ὕπνο της συχνά, γινόταν ἔτσι τὸ κορμὶ της κινητὸς ναὸς καὶ Παναγία Φανερωμένη. Ἐκεῖ εἶχε θεμέλιο ἡ ἀγάπη μου, ἀγάπη σωματική, γιατί κοιμόμασταν πλάι-πλάι τα βράδια, ἀφοῦ μ’ ἔβαζε πρῶτα νὰ παρακαλέσω τὴν Θεοτόκο σὲ προσευχὴ μὲ θέμα ἐλεύθερο. Ἐκεῖνοι οἱ οὐρανοὶ τῶν καλοκαιρινῶν ἀπογευμάτων μὲς στὴν κουζίνα της, μὲ φῶς διυλισμένο λὲς στὸ μέλι, διάπλατοι, μὲ σύννεφων ἀπολειφάδια, αἱμάτινες παντιέρες, καὶ τὰ πουλιὰ μὲ οἰκονόμες κινήσεις νὰ ἀποχαιρετᾶνε τὴν μέρα. Στητὸς μπρὸς στὸ μεγάλο παράθυρο, ἤμουν τότε μὲ τὸν οὐρανὸ ἕνα, τίποτα δὲν μᾶς χώριζε, κεῖνα τὰ ἀπογεύματα βίωνα μίαν αἴσθηση αἰώρησης, σὰν ἄγγελος. Αὐθαίρετα συνδέω τὴν ὀνειροπόλησή μου κοιτώντας τους, μέσα ἀπὸ τὸ μεγάλο παράθυρο, μὲ τὴν παρουσία της πίσω μου.

Θυμᾶμαι καθαρὰ πὼς σὰν ἐπίτηδες νὰ ἀποσυρόταν τότε γιὰ νὰ μὴν μὲ ἀποσπᾶ, σὰν πῶς ἀφήνεις μόνους τους ἐρωτευμένους, ὡστόσο γερὴ ἐπιθυμία κάνει τὴν μνήμη μου νὰ τὴν τοποθετεῖ πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τραπέζι τῆς κουζίνας, σιωπηλὴ κι ἀπορροφημένη στὸ ἔργο της, ἀνασκουμπωμένη, ζύμη νὰ πλάθει γιὰ τὴν πίτα, νὰ σαβανώνει ψάρια καθὼς σιωπηλὸ λάδι ἔξω στὸ μαγειριὸ ζεματιστὸ κυλᾶ ζαλιστικὰ στὸν πάτο τοῦ τηγανιοῦ, ἐνῶ τὸ ἀλεύρι σὰν σκόνη ἐξοχικοῦ δρόμου ντύνει τὰ σταμπωτὰ ἄλικα ρόδα πάνω στὴν λευκὴ φορμάικα κι ὑγρὲς κλωστές του, σὰν σκονισμένοι ἀραχνοϊστοί, πιάνουνε τὰ κοτσάνια τους. Διόλου αὐθαίρετα, σκέφτομαι, γιατί θεωροῦσα ἐκείνους τοὺς οὐρανοὺς δῶρο δικό της, ποὺ μοῦ δινόταν ἐπειδὴ μὲ ἔβαζε, προτοῦ κοιμηθῶ, προτοῦ φωλιάσω σ’ ἐκείνη τὴν κόγχη, στὴν συμβολὴ τῶν ἐπιτοίχιων μαξιλαριῶν μὲ τὸ σκληρὸ στρῶμα, ὅπου, σὲ μιὰ μπουκιὰ χῶρο ἀνοίγονταν τῶν ἄστρων ὁ μυχὸς καὶ τὰ ὄνειρα ἄλλους οὐρανοὺς ξετύλιγαν, νὰ προσευχηθῶ, βυθισμένος νοερὰ στῆς Παναγίας τὸ στῆθος.

Κοιτώντας τώρα τὸν οὐρανὸ ἀναρωτιέμαι τί ἔμεινε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἂ, ναί, ἦταν τότε ὅλα μαγικά. «Πῶς ἔχασα τὸν δρόμο», λέω «γιὰ τὸ σπίτι της, σκληρὸς γιατί στεκόμουν κι ἀδιάφορος μπρὸς στὶς ἱκεσίες της νὰ τὴν ἐπισκεφτῶ;». Ἦταν ἐκείνη ἕνα νῆμα μὲς στὸν λαβύρινθο τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Τί γίναν ἐκεῖνα τὰ ὑποκίτρινα ψίχουλα, τὰ σκορπισμένα στὶς κόγχες τῆς τσάντας της, ποιά σκληρὰ πουλιὰ τὰ φάγανε κι ἔχασα τὸν δρόμο; Ἐκείνη τὴν ὄξινη καὶ διαπεραστικὴ ὀσμὴ τῆς ἀμμωνίας ποῦ ἀνάδινε τὸ ἀντίδωρο, νῆμα λεπτό, ποιᾶς λήθης ψαλίδι τὸ ἔκοψε; Ἀστεία ποὺ ἦταν ἡ γιαγιά! Τῆς ἄρεσαν τὰ μικρὰ στόματα –τὸ στόμα τῆς Παναγίας στὶς εἰκόνες, μισὸ κεράσι στεμένο ἀπὸ πυρωμένο σύννεφο–, κουμπιὰ τὰ ἔλεγε, καὶ σούφρωνε τὰ δικά της μὲ ἀποδοκιμασία ὅταν ἐγὼ καὶ ἡ ἀδερφή μου γελούσαμε, μὲ τὰ δικά μας, ποὺ τὰ ἔλεγε φαράσια. Τὸ δικό της –κουμπότρυπα–, φαρσὶ τὰ μιλοῦσε τὰ τούρκικα μὲ τὸν παπποὺ κι οἱ σιωπὲς μετὰ ἔμοιαζαν πιὸ παχιές, λὲς καὶ τὶς σάρκωνε τὸ ψαχνὸ τῆς ἀνατολίτικης γλώσσας.

Κάτι μαγικὸ θὰ ὑπῆρχε στὴν Πόλη κι ὅποτε πήγαιναν ἀνανεώνονταν, σὰν νὰ ’καιγε μέσα τους καντήλι φέγγαν τὰ μάτια τους κι ἡ ὄψη, ἰδίως τὴν στερνὴ φορά, τότε ποὺ ἔφεραν στὴν ἀδερφή μου κάτι πασουμάκια κεντημένα μὲ χρυσὴ κλωστή, οἱ μύτες τους τυλίγονταν στὸν ἑαυτό τους σὰν γλῶσσες χαμαιλέοντα, καὶ σὲ μένα ἕνα καραβάνι καμῆλες, μ’ ἕνα γαϊδουράκι γιὰ ὁδηγό. Ἁλυσίδες τὰ ἕνωναν τὰ ζωντανά, ἄτεχνα σκαλισμένο κινούμενο εἰκονοστάσι, στὸ κίτρινό τους μέταλλο ὄψεις τῆς Παναγίας. Τῆς μιᾶς καμήλας τὸ πόδι κόπηκε, χάθηκαν οἱ ἁλυσίδες, τὸ καραβάνι σκόρπισε, χαμένο τὸ γαϊδουράκι, καὶ τῆς μικρότερης καμήλας τὰ πίσω πόδια λυγισμένα, ἀπὸ τὴν ἀρχή, σὰν νὰ ἑτοιμαζόταν νὰ κάτσει, ἀποκαμωμένη ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σὰν νὰ ἤξερε…

 Όταν ἀρρώστησε ἡ γιαγιά, τὴν πήγαμε στὸ νοσοκομεῖο. Ἔπαθε θρόμβωση στὸ πόδι κι ἄρχισε νὰ βγάζει κάτι κραυγοῦλες σὰν λαβωμένη χελώνα, ἀκουγόταν ἀστεία ἡ πρωτεϊκὴ φύση τοῦ πόνου, στὴν τρικυμισμένη του θάλασσα μικρὰ νησάκια ἔκστασης ἀναδύονταν ὅταν μὲ κάποια ἀνακούφιση ψιθύριζε Παναγία μου. Μικρός, ὅταν εἶχα χτυπήσει σοβαρὰ στὸ μάτι, πέρα ἀπὸ τὴν λειτουργιὰ ποὺ ἡ μάνα μου κατέθετε στὴν παρακείμενη τῆς οἰκίας μᾶς ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς προστάτιδας τῶν ματιῶν, κάθε χρόνο στὴν μέρα της, ἕνα προσκυνηματικὸ ταξίδι στὴν Μεγαλόχαρη κρίθηκε ὀφειλόμενο καὶ ἐπιβεβλημένο, ἀπὸ τὴν γιαγιά. Δωδεκαετὴς κι ἐγὼ εἰσῆλθα στὸν ναό, λίγα θυμᾶμαι, ἐκείνην διπλωμένη, γροθίτσα σφιγμένη, τὴν εἰκόνα κάτω ἀπὸ τὴν αἰθάλη τοῦ ἀνθρώπινου πλούτου. Δὲν πήγαινα νὰ τῆς ζητήσω κάτι, νὰ τὴν εὐχαριστήσω πῆγα, ποὺ ἔβλεπα.

Τὴν εἶδα τὴν γιαγιά, ἐδῶ καὶ δεκατέσσερα χρόνια τὴν βλέπω μέσα σὲ ἕνα τοπίο χιονισμένο. Στέκεται στοὺς πρόποδες μιᾶς βουνοπλαγιᾶς κι ἐγὼ στὴν βάση της. Κορμοὶ δέντρων ὑψώνονται γύρω της σὰν ἀντένες τοῦ κάτω κόσμου, μιᾶς καὶ δὲν ἔχουν φύλλα, δὲν ἔχουν κλαριὰ· χιόνι πολύ, κι ἔχω τὴν αἴσθηση, ἔτσι πὼς μὲ κοιτᾶ, πὼς μοῦ ζητᾶ νὰ πάω νὰ τὴν βοηθήσω νὰ κατέβει. Ὅλο μετρῶ μὲ τὰ μάτια τὴν ἀπόσταση, τὸ χιόνι, καὶ δὲν ἀποφασίζω. Τίποτα δὲν τῆς λέω, μὰ θὰ φαίνεται στὰ μάτια μου ὁ δισταγμός. Φοβοῦμαι μὴν μὲ πάρει μαζί της, μὴν πάω ὡς ἐκεῖ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἐπιστρέψω. Νιώθω πὼς τὸ πέρασμα τοῦ χιονιοῦ θὰ ἦταν τὸ σβήσιμο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, πέρασμα σὲ ἕναν χρόνο ἀποκλειστικὰ τοῦ θανάτου. Χιόνι δὲν πέφτει, ἀλλὰ φαίνεται πὼς ὅλα εἶναι σὲ ἀναμονὴ τοῦ καινούργιου, γι’ αὐτὸ καὶ σιωποῦν. Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ τόπος; Ὑπάρχει; Ἔτσι φαντάζεσαι τὴν συνύπαρξη τῶν δύο κόσμων; Αὐτὸ ποὺ τοὺς χωρίζει, χιόνι ἀδιάβατο; Εἶσαι πάλι παιδί, ἀλλὰ δὲν σκύβεις νὰ τὸ πιάσεις, τὸ κοιτᾶς μόνο, κι ἡ γιαγιὰ μὲ ἔγνοια σὲ ἐπιτηρεῖ, ὁ χρόνος εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει, χιόνι σεντόνι πετρωμένο, μαρμαρένιο σύννεφο. Δεκατέσσερα χρόνια ἐκεῖ, στὰ μαῦρα ντυμένη, σὰν ἕτοιμη νὰ ζυμώσει χιόνι ἀνασκουμ-πωμένη, μὲ κοιτάει ἤρεμη, μὲ τὰ μάτια μοῦ λέει δὲν πειράζει, δὲν πειράζει, μὲ τὸ στόμα ψελλίζει ὀνόματα:
Κόχη,
Κόχη,
Κρυφή,
Χελιδονοῦ,
Κορυφινή,
Νεροχιονίτισσα.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, αρ. φύλλου 706. 
Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 11.8.2013, στο αφιέρωμα της Καθημερινής της Κυριακής 
με τίτλο «Μήτηρ Θεού, Μητέρα των ανθρώπων».
 Ο πολυτονισμός έγινε από το «Οροπέδιο» (oropedio.blogspot.gr).
Στην φωτογραφία έργο του Χρήστου Μποκόρου.

22 σχόλια:

  1. Επώνυμος26/12/13

    Αν και δεν είμαι "φανατικός θαυμαστής", οφείλω να ομολογήσω ότι αυτό το αφήγημα του Ηλία Παπαμόσχου μού άρεσε πάρα πολύ. Κάποιος πιο ειδικός δεν αποκλείεται και να το χαρακτήριζε ως ένα από τα καλύτερα του είδους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος27/12/13

    Χμμ...Το "αφήγημα" αγαπητέ ανωνυμε 1 αφορά τον προφορικό λογο.
    Διήγημαείιναι αυτό εδω πέρα κι ολότελα ασυνηθιστο για τα σύγχρονα ελληνικά δεδομενα της ευπεψίας προχειρολογίας και "δώστο να τελειώνουμε".
    Το αποτέλεσμα της συγγραφικης δεινότηττας του Παπαμοσχου που καταστάλαξε πια θεματογραφικά και σε φόρμα και σε ύφος καταφερενει να συγκεράσει την Παράδοση , τη μνήμη , την συναισθηματική αναστάτωση με σωστό ύψος , σωστό μέτρο.
    Υψηλης αισθητικής "προϊόν. Μην ξεχνάμε πως επιλέχθηκε και για το αφιέρωμα της "Καθημερινής". Αυτό ΄σιγουρα "λέει κάτι".
    Όσο για το "φανατικός" θα πρεπε να είσαι! Ο Παπαμοσχος είναι σίγουρα ο ΜΕΙΖΩΝ συγγραφέας της πόλης σου.
    ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Επώνυμος27/12/13

    Για τον Ανώνυμο @2

    Αλήθεια, λόγω του πνεύματος των ημερών χάρηκα με τη φόρα σου παρά λυπήθηκα. Σου απαντώ.
    Πρώτα-πρώτα δεν πρόσεξες καν σε ποιον να απευθυνθείς. Δεν υπογράφω ως Ανώνυμος 1, αλλά ως Επώνυμος (το αληθινό μου όνομα είναι γνωστό στον εκδότη και διευθυντή της εφημερίδας, όχι όμως και στη διάθεση του καθενός αδιακρίτως).
    Όσον αφορά στη χρήση του όρου "αφήγημα", γι' αυτό κάλεσα ήδη κάποιον πιο ειδικό από εμένα, που εμπιστεύομαι -αν μη τι άλλο- αυτό :
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1&dq=
    Μάλλον έχεις την αίσθηση (ή όντως) είσαι εσύ ο ειδικός. Επειδή δεν αποκλείεται να είσαι και φιλόλογος που δίδαξες επί σειράν ετών το μάθημα της Λογοτεχνίας σε κάποιο Λύκειο και να προετοίμασες κατάλληλα σημερινούς Φιλολόγους, Δικηγόρους και άλλους Επιστήμονες της πόλης (μου, σου, του), επιφυλάσσομαι.
    Όσο για το ποιος είναι ο μείζων συγγραφέας (καθώς και η μίζα συγγραφέας), ασφαλώς θα το κρίνει η Ιστορία.
    Όποιος έχει άλλη νοοτροπία, ας δρέψει δάφνες (και πικροδάφνες) από τώρα.
    Ευχαριστώ για την ευχή σου και ανταποδίδω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος27/12/13

    "Tα όρια μεταξύ αφηγήματος και διηγήματος είναι δυσδιάκριτα".

    Λοιπόν "Επώνυμε" είσαι καυγατζής. Δεν ακολουθώ. [Το πνευμα των εορτών...].
    Συγνωμη βέβαια που δε πρόσεξα την ...κρυμμένη επωνυμία σου.
    Θα συμβουλευα πάντως τον Η.Π. να γραψει στην καινουργια του συλλογή ...ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ αφου εσυ και το γκουκλάρισμα κρίνετε πως έτσι θα πρέπει να ορίζονται αυτά που γράφει.
    Αντιλαμβάνομαι βεβαια πως έισαι απο εκείνους που λένε καλά λογια μόνο σε πεθαμένους -κατα το δόγμα ων Ελληνων ΜΗ ΠΩ ΚΑΛΟ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΣΥΓΚΑΙΡΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ αφού περιμένεις η ιστορία -των Φιλολογων; Θεός φυλάξοι!!!) να αναδείξει τους μεγάλους της πόλης.
    Αλλα απάντησέ μου ειλικρινά:
    Ποιόν αληθεια εσύ θεωρείς ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ λογοτέχνη της Καστοριάς εκτός απο τον ...Χριστόπουλο του 18ου αιώνα;
    Αυτά.

    ΥΓ. Και για την ιστορία: δεν έιμαι φυσικά ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ (άπαγε της βλασφημίας...).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Επώνυμος27/12/13

    Τώρα γέλασα αφάνταστα...
    Παρέπεμψα σε ένα έγκυρο ερευνητικό κέντρο (και όχι στη Βικιπαίδεια), όπου γράφει :
    "αφήγημα το [afíjima] Ο49 : γραπτό έντεχνο κείμενο που εξιστορεί μια κατάσταση ή ένα απλό γεγονός, χωρίς να έχει την πλοκή ή την υπόθεση του διηγήματος..."
    κι εσύ βρε αθεόφοβε κόλλησες στην τελική σημείωση για λόγους συμφέροντος !
    Μια πονηριά την έχεις όμως...
    Αφού ο ίδιος έγραψες :
    "Χμμ...Το "αφήγημα" αγαπητέ ανωνυμε 1 αφορά τον προφορικό λογο."

    Για αυτό έβαλα τον σύνδεσμο που γράφει ξεκάθαρα για "γραπτό".
    Άρα :
    1. Δεν είμαι εγώ και το γκουγκλάρισμα που κρίνουμε, αλλά έγκυρα Λεξικά.
    2. Λάθος αντιλαμβάνεσαι (αλλά δεν ξέρω πόσο εύκολο σου είναι να το παραδεχθείς) ότι δεν λέω καλό λόγο για κάποιον εν ζωή. Και για τον Ηλία καλό λόγο είπα, αλλά εσύ τα διαστρέφεις. Με την άδειά σου, να έχω ως αρχή το μέτρο και να μην αποθεώνω κιόλας θνητό ("μηδένα προ του τέλους...", αν έχεις ακουστά).
    3. Δεν σου απαντώ, γιατί πέρασε ο καιρός που απαντούσα κατ' αυτόν τον τρόπο ερωτήσεις σε κοριτσίστικα "Λευκώματα".
    4. Κοίτα μη φρίξεις τώρα, αλλά διαβάζοντας την καταγωγή του πατέρα του και όλη τη ζωή του Αθανάσιου Χριστόπουλου, αρνούμαι την ετικέτα "ποιητής της Καστοριάς" χωρίς φυσικά να αρνούμαι τη μέγιστη αξία του και την προσφορά του στην Οικουμένη.

    ΥΓ. Και για την ψυχολογία (σου) :
    Δεν πειράζει που δεν είσαι φιλόλογος. Κανείς δεν είναι τέλειος ! Εξάλλου, όλοι έχουμε τα απωθημένα μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος27/12/13

    Εσύ, Ανώνυμε, αφού δεν είσαι δάσκαλος, θα είσαι ή γιατρός ή παπάς ή μουσικολόγος !
    Έτσι πάει στην "Οδό". Έχω στοιχεία.

    Αστυνόμος Σαΐνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος27/12/13

    1. To συγκλονιστικό αυτό κείμενο του Παπαμοσχου έχει σαφώς διηγηματική πλοκή. Δεν έιναι απλη εξιστόρηση και α φ ή γ η σ η μιας σειράς γεγονότων αλλα μια ευρηματική αλληλουχία από μνήμες,πισωγυρίσματα-παλινδρομήσεις χρονικες, ποιητικά κρεσέντο, σκέψεις, παραλληλισμούς, μεταφυσικές προεκτάσεις ώστε το πρωτο προσωπο -ο συγγραφαέας- καταληγει τελικά σχεδόν να μην ξεχωρίζει τη γιαγιά από την ...Παναγιά.

    2. Σημείωσα εμφατικά ΜΟΝΟΝ την τελευταία παράγραφο από το λεξικό σου ωστε να δικαιωθουμε κι οι δυό κι όχι για να στηρίξω κάποια δικιά μου υπερίσχυση (σε ποιό πράγμα;).

    3.Δεν σημειωνω πουθενά ότι ο Χριστόπουλος -που "έλκει την καταγωγή- έιναι ντε και καλα Καστοριανός αφου εείναι γνωστό τοις πάσι εζησε και συνέγραψε αλλού. Αλλα έιθισται να θεωρείται ο πιο γνωστός και σημαντικός Καστοριέυς και ο μονος που διαθέτει έστω και βανδαλισμένο ανδριάντα. Εν ζωή υπαρχει κανείς σημαντικός αυτή τη στιγμή ξαναρωτώ (προβοκατόρικα αν θες...);

    4. Δεν θα επιθυμούσα να έιμαι Φιλολογος. Λάθος καταλαβαίνεις... Και λάθος υπέθεσες ("Επειδή δεν αποκλείεται να είσαι και φιλόλογος που δίδαξες επί σειράν ετών το μάθημα της Λογοτεχνίας σε κάποιο Λύκειο και να προετοίμασες κατάλληλα σημερινούς Φιλολόγους, Δικηγόρους και άλλους Επιστήμονες της πόλης").

    Καλά και γόνιμα διαβάσματα σου ευχομια και πάντα με τεντωμένο το αισθητήριο στην ποιότητα όπως έκανες εδω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ανώνυμος27/12/13

    Ε όχι και ο Χριστόπουλος δεν είναι Καστοριανός!!!!!
    Τι άλλο θα ακούσουμε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ανώνυμος27/12/13

    Και τι πρόβλημα έχει ο μπάτσος με τις ιδιότητες των άλλων;
    Και τι θέλει να βγάλει; (λέω τώρα εγώ...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ανώνυμος27/12/13

    Βρε Συνανώνυμε... ξέχασες να γράψεις για τη μανιέρα !
    ('οπως όλοι οι κριτικοί)
    Σιγά μη συγκλονίζεσαι τόσο γρήγορα, γιατί άμα διαβάσεις Παπαδιαμάντη θα πέσεις ξερός !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ανώνυμος27/12/13

    Σε λίγο θα μας πείτε ότι και ο Καβάφης δεν είναι Έλληνας. !!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ο Λευτέρης ο ξεφτέρης27/12/13

    @8
    Σιγά, μαντάμ ! Έχουμε ακούσει κι άλλα. Σιγά και πόσο τίμησε η Καστοριά τον ποιητή της............
    Το άγαλμα ακόμα λερωμένο είναι, ανάθεμα με κι αν ένας έστω από το σημερινό Δημοτικό Συμβούλιο ξέρει απ' έξω πέντε στίχους του Χριστόπουλου, πόσα Σχολεία έχουν κάνει εκπαιδευτικό περίπατο ως εκεί, για να τους μιλήσουν και το κορυφαίο : θέλουν να καθιερώσουν "Αλεξιάδα" και δεν καθιερώνουν συνέδρια ή εκδηλώσεις για την Ποίηση με το όνομα του Αθανάσιου Χριστόπουλου.
    Κατά τα λοιπά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Ανώνυμος27/12/13

    Γιατί Ανώνυμε 09 με βρίζεις λέγοντας με "μπάτσο";
    Εκτός να το λες στα ιταλικά.
    Χρονιάρες μέρες...

    Αστυνόμος Σαΐνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Πήγαινε να δεις αν έρχομαι27/12/13

    @10

    Λέει όμως για την persona.

    (Είπαμε, έχουμε επίπεδο.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Ανώνυμος27/12/13

    #7

    Ομοδιηγητικός ή ετεροδιηγητικός είναι ο αφηγητής ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Ανώνυμος27/12/13

    Ο Σεφέρης δεν είναι Έλληνας, σύμφωνα με τους κουλτουριάρηδες πιο πάνω. Που τσακώνονται για το τι είναι αφήγηση, αλλά έχουν αποφασίσει ότι ο πόντιος από τα Γρεβενά είναι Καστοριανός, ενώ κάποιος που γεννήθηκε στη Καστοριά δεν είναι Καστοριανός!
    Τι σου είναι τα απωθημένα.... Χρόνια πολλά κατά τα άλλα με αγάπη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Ανώνυμος27/12/13

    Εις τον 15@...

    "Έχε γειά λοιπον λωλό μου
    και γλυκόπικρο μικρό μου
    πήγαινε κι έσυ και τρέξε
    Κ' έυρε τα παιδιά και παίξε".

    Αθαν Χριστόπουλος "Λυρικά' (1841)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Ανώνυμος28/12/13

    15@ Ο Κεμάλ είναι Σαλονικός;
    O Loucas Samaras επιθυμεί διακαώς να λέει πως έιναι Έλληνας ή Καστοριανός; [έφυγε απο την Καστοριά σχεδόν στην ηλικία του Χριστόπουλου].
    Οι τόποι καταγωγής ορίζουν πολλά αλλα ίσως η α λ η θ ι ν ή γενέτειρα έιναι ο τόπος δημιουργίας!
    Αυτά για να μην παρεξηγουνται και διιαστρεβλώνονται απόψεις...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Ανώνυμος28/12/13

    Κύριε Μπαϊρακτάρη, διαμαρτύρομαι !!!
    Εδώ κάποιος με βρίζει. Με λέει λωλό!
    (να του κάνω μήνυση;;;;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. Ανώνυμος28/12/13

    Βρε!!! Το λωλός εδω έχει τη σημασία του τρελλουτσικου και χαριτωμένου...(ο Χριστόπουλος βαζει και το "μου" που σημαίνει "αγαπημένο", "δικό μου").

    Όποτε τζάμπα θα ξοδευτείς στους δικηγόρους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  21. Ανώνυμος28/12/13

    Ο Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη από έλληνες γονείς.
    Δεν αναφέρεται όμως παρά σπανίως σαν "Σμυρνιός".
    (Κι ουτε φυσικά οι Τούρκοι έστησαν κανένα χαβά για τη τουρκο ...ποίηση του Ποιητή ΜΑΣ!!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  22. Μιμόζα η αισχυντηλή15/8/14

    Σήμερα και πάντοτε ευχές από καρδιάς στον κύριο Μπαϊρακτάρη για την ονομαστική του εορτή !

    ΥΓ. Τασούλη, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ