26.12.07

ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΕΡΙΑΚΗ: Άκου τέκνον

Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Κι εσύ έχεις γενέθλια. Λένε τώρα που μεγάλωσες να μη σού κάνουμε δώρα. Ας λέει ό, τι θέλει ο κόσμος όλος. Θα συνεχίσω να σού κάνω δώρα, γιατί πιο πολύ μετράει η αληθινή χαρά σου.
Ο καθένας προσφέρει ό, τι έχει. Την ξέρεις τώρα τη μάνα σου. Μια απλή γυναίκα, που έχει μανία με το λόγο. Γι’ αυτό φέτος το δώρο μου είναι τούτα τα λόγια. Αφιερωμένα εξαιρετικά. Κι αν τα έβγαλα στη φόρα, καθόλου παράξενο. Δεν είναι ντροπή να φανερώνεις αγάπη, ντροπή είναι να κρύβεις την αλήθεια ή να διαφημίζεις το τίποτα.

Ήλθε λοιπόν και η ώρα που βρέθηκες μακριά. Δεν χάθηκε όμως κι ο κόσμος. Σού έχω εμπιστοσύνη πως ό, τι έμαθες τόσα χρόνια σε βοηθάει να τα καταφέρνεις. Βέβαια, η ψυχούλα σου το ξέρει, αλλά για σένα είμαι σίγουρη. Γι’ αυτό έχω την έγνοια σου, αλλά δεν τρελλαίνομαι κι απ’ την αγωνία. Βρίσκω αυτό που σβήνει την απόσταση : την ανάμνησή σου. Έρχεσαι στο νου μου όπως είσαι.

Ένα παιδί ζωηρό. Δυστυχώς, ακόμη και δάσκαλοι ξεχάστηκαν και συνηθίζουν αυτήν τη λέξη σαν κατηγορία. Είναι κακό να είσαι γεμάτος ζωντάνια; Παρατηρήσεις να σού έκαναν, αν ήσουν ανάγωγος. Δεν είναι όμως εύκολο να παραδεχθεί κανείς ότι δεν είχες σωστή ανατροφή. Τον αγώνα των γονιών σου και το φιλότιμό σου ποιος είναι άξιος να αμφισβητήσει;

Ένα παιδί χαρούμενο. Ποιος να καταλάβει τη χαρά σου; Είναι πολύ λίγοι αυτοί που χαίρονται με τη χαρά των άλλων και κλαίνε με τον πόνο τους. Μια ζωή τα ίδια. Μη δίνεις σημασία. Δεν αξίζει. Εξάλλου, υπάρχουν και οι λίγοι που σε καταλαβαίνουν. Αυτοί οι φίλοι σου, αυτοί οι αδελφοί σου. Με τους άσχετους τι ζωή να κάνεις…

Άλλαξες και την εμφάνισή σου τώρα που μεγάλωσες κι έγινες παλληκάρι (με δύο λάμδα και ήτα, όπως το θέλει κι η δασκάλα σου). Άφησες τα μαλλάκια σου μακριά και φοράς μαύρα ρούχα.
Η αλήθεια είναι ότι κι εμένα κάτι με πείραξε στην αρχή. Μα δεν μπορούσες να γίνεις κι εσύ σαν τ’ άλλα παιδιά; Καθόλου δεν λογαριάζεις τον κόσμο που σε βλέπει και λέει ότι φαίνεσαι σαν αναρχοαυτόνομος ;
Μού απάντησες πως αυτή η μόδα σού αρέσει. Κι αν το σκεφτεί κανείς λογικά, αλήθεια λες, δίκιο έχεις. Γιατί η μόδα - και συμπάθα με για την αγάπη μου στην ερμηνεία των λέξεων – βγαίνει από τη λατινική λέξη modus : τρόπος. Αυτός λοιπόν είναι ο προσωπικός σου modus vivendi : τρόπος του ζην. Με ποιο δικαίωμα θα σού επιβάλλει κανείς τον δικό του, αφού μάλιστα έτσι δεν βλάπτεις κανέναν;

Γι’ αυτό σού έλεγα πάντα να προσέχεις μόνο να μη βάλεις στη μόδα σου ό, τι μπορεί να ζημιώσει και σένα τον ίδιο και τους άλλους, ό,τι δηλητηριάζει, ό,τι πονάει, ό,τι φθείρει την εικόνα σου και τη σχέση σου με τους ανθρώπους. Αυτά πειράζουν. Και όχι τα μαλλιά και τα ρούχα.

Απεφάνθησαν οι ειδικοί (ο Θεός να τους κάνει…) ότι μαθαίνεις δύσκολα. Αυτό όμως δεν σε κάνει ούτε άσχημο ούτε λιγότερο έξυπνο. Και πάνω απ’ όλα, αυτή σου η δυσκολία δεν σε κάνει λιγότερο αγαπημένο. Κι αν έχεις πρόβλημα, εμείς οι γονείς σου γιατί είμαστε εδώ; Εξακολουθούμε να σε βρίσκουμε χαριτωμένο και μαζί αναζητούμε τρόπους να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Δεν είναι και προς θάνατον.

Μεγαλύτερο πρόβλημα έχουν αυτοί που δεν σε αφήνουν ήσυχο. Γιατί, παιδί μου, το πιο αξιόπιστο κριτήριο, για να καταλάβεις ποιος είναι καλά, ποιος έχει βρει το δρόμο του, άρα αξίζει να τον ακούσεις, είναι η όψη του απλώς θεωρούμενη. Όταν κανείς παραπαίει μέσα στην ταραχή, όταν χάνει τα λόγια του, ακόμη κι όταν τα έχει προμελετημένα, όταν δεν σε κοιτάζει στα μάτια κι έχει ύφος αλλοπαρμένο, τότε, όπως λέτε και οι νέοι, αυτός από κάπου χάνει. Δικό του είναι το πρόβλημα κι όσο το ψάχνει μόνος του ή με άλλους που επιτείνουν τη μοναξιά του, άκρη δεν θα βρει.

Χαρά μου που μέσα σ’ όλα τα στραβά και τα παράλογα, εσύ βρήκες την ειρήνη στην ψυχή σου και ευχή μου να την κρατήσεις.
Αγαπάς τα γράμματα. Σε καλό δρόμο είσαι. Ήξερε ο λαός μας που τα ονόμασε σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα. Γι’ αυτό και οι απλοί άνθρωποι με την καθαρή καρδιά σέβονται και τιμούν τους μορφωμένους. Οι ημιμαθείς και οι κομπλεξικοί τους κυνηγούν. Έασον αυτούς χαίρειν.

Παιδί του καιρού σου. Έγινες και δίκτυα καταρτίζων στα νερά της νέας τεχνολογίας. Κι αυτό καλό είναι. Η φωτιά της επικοινωνίας έχει πολλές γλώσσες. Δεν έχει σημασία ποια γλώσσα μιλάς. Σημασία έχει ο σκοπός σου. Κι όταν σκοπός σου είναι η αληθινή επικοινωνία και όχι η προβολή σου, τότε τιμάς την ανθρωπιά σου.
Παραπονιέσαι που οι άλλοι δεν πιστεύουν στην καλή σου προαίρεση ; Μην αδικείς τους ανθρώπους. Γεννήθηκαν ελεύθεροι να επιλέξουν. Κάθε επιλογή έχει το τίμημά της. Εξάλλου, δεν είσαι ολομόναχος. Υπάρχουν πάντα κι αυτοί που βλέπουν τη ζωή με τα ίδια μάτια.

Ματαιοπονία να ψάχνεις να δικαιωθείς μόνο με επιχειρήματα. Θα βρίσκεις μπροστά σου τον αντίλογο. Υπάρχουν άλλες ατράνταχτες αποδείξεις για το δίκιο σου. Αυτές που είναι πηγαίες, αυθεντικές, έκφραση του βάθους της ψυχής σου : το γέλιο και το δάκρυ σου.
Κι εγώ μπορώ να αμφισβητήσω κάποιο επιχείρημά σου. Το δάκρυ σου δεν μπορώ να το αμφισβητήσω, τέκνον, γιατί το είδα αληθινό.

Ξέρεις ότι δυσκολεύομαι να βάλω φρένο στο λόγο μου. Συγκρατούμαι όμως, για να μην καταχραστώ το χρόνο σου και για να κάνεις κι εσύ κάτι δημιουργικό. Εννοείται ότι δεν μού αρέσει ο μονόλογος. Γι’ αυτό περιμένω και τον δικό σου λόγο. Όχι όμως στην Αγορά. Η Ιστορία διδάσκει ότι ο κόσμος δεν συγχωρεί εύκολα τη νιότη, γιατί δεν αντέχει την αλήθεια και τη ζωντάνια της. Γι’ αυτό κι εμείς θα τα πούμε αργότερα δια ζώσης πρόσωπο με πρόσωπο.

Είμαι σίγουρη πως δεν απόρησες καθόλου με όσα σού έγραψα. Εσύ γνωρίζεις πού τα βρήκα. Η ίδια η ζωή δίνει μαθήματα μέσα από τα παθήματά μας. ( Όποιος προσέχει την ώρα του μαθήματος, κερδίζει ). Μη μού ’χεις παράπονο. Δεν σε τάραξα στα «πρέπει». Όλα «είναι » ή «δεν είναι». Και η Προστακτική στα ρήματα, για να φανερώσει παράκληση ή ευχή. Ποτέ προσταγή από μένα.

Επειδή μάλιστα τα δικά μου λόγια πιθανόν να είναι λίγα, σκέφθηκα να σού προτείνω να διαβάσεις κάτι σχετικό από καταξιωμένους λογοτέχνες. Καλό θα ήταν το ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Οι πόνοι της Παναγιάς», αλλά ακόμη πιο κοντά στο πνεύμα μου ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Πήγαινε στη βιβλιοθήκη, βρες τον τέταρτο τόμο από τα Άπαντά του, σελ. 191, Τα Πτερόεντα Δώρα. Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου, γράφει ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη, τον Άγιο των Γραμμάτων μας.

Α! και να μην ξεχάσω μέρα που είναι σήμερα. Αυτή η ζωή, που συνεχώς επικαλούμαι, για να πιστοποιήσει τα λόγια, για όποιον θέλει, έχει όνομα. Χθες, σήμερα και πάντα το ίδιο. Χαρά σ’ αυτόν που θα το βρει και θα το προφέρει σωστά!

Γι’ αυτό μία είναι η ευχή μου για σένα, η πιο απλή, η πιο μεγάλη: Να ζήσεις, παιδί μου!

Σε φιλώ.
Η μητέρα σου
Θεσσαλία Τεριακή
.
.
.
.

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος1/2/08

    Η αξιόλογη καθηγήτρια του 1ου ΓΕΛ Καστοριάς κ.ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΤΕΡΙΑΚΗ,συντάκτρια του άρθρου "ΆΚΟΥ ΤΕΚΝΟΝ", μας παραπέμπει στο παρακάτω κείμενο του Αλ. Παπαδιαμάντη το οποίο αξίζει να διαβαστεί,διότι περιέχει μηνύματα που αφορούν όλους μας!

    ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ

    Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθεν την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.
    Εκράτει εις την χείραν εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
    Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.
    Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.
    Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένων. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι έφυγε δρομαίος.
    Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άη-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.
    Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!
    Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας.
    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.