6.11.11

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Αρχιμανδρίτης Πλάτων Αϊβαζίδης ή Αϊβάζογλου

Πρόκειται για έναν από τους βασικούς κρίκους που συνδέουν το Μακεδονικό Αγώνα με τον Εύξεινο Πόντο, έναν ήρωα που πρόσφερε εδώ στην Καστοριά τις πολύτιμες υπηρεσίες του στη διάρκεια του Αγώνα. Έναν ήρωα που μπορεί να μην ήταν Πόντιος, καθώς καταγόταν από το ιερό νησί της Πάτμου, αλλά δέθηκε με την ιστορία της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου με τρόπο τόσο καταλυτικό κι αξεπέραστο που δυσκολεύεται κανείς να μην τον θεωρήσει Πόντιο.
Αλλ’ ας τον γνωρίσουμε καλύτερα:
«Ο Πρωτοσύγκελος της ιστορικής Μητροπόλεως Αμασείας Αρχιμανδρίτης Πλάτων Αϊβαζίδης, υπηρετήσας ευόρκως εν Καστορία και Αμασεία-Αμισώ, εδικαίωσε την παράδοσιν του Ελληνικού Ορθοδόξου κλήρου, παρηγορών, ενισχύων, διακονών, εκτρέφων πνευματικώς και εθνικώς τα χριστεπώνυμα πληρώματα των Ιερών Μητροπόλεων, εν αις ευόρκως και εντίμως διηκόνησε και εν τέλει επεσφράγισε την ανεπίληπτον διακονίαν αυτού εν τω ικριώματι εν Αμασεία.»
 Μητροπολίτης Δράμας Παύλος
Τον πρωτοείδα σε μια φωτογραφία δίπλα στο μεγάλο ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα, το Δεσπότη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. Στέκονταν οι δυο τους «προ του τάφου του Παύλου Μελά», όπως έλεγε χαρακτηριστικά η λεζάντα της φωτογραφίας, ο Δεσπότης στητός κι αγέρωχος κρατώντας την αρχιερατική του ράβδο κι όχι ακουμπώντας επάνω της, γιατί ήταν νέος και γεμάτος δύναμη, τα γένια του ολόμαυρα κι η ράβδος του σημάδι της εξουσίας που ήταν αποφασισμένος να ασκήσει, πριν ακόμη πατήσει το πόδι του εδώ, για το καλό και τη λευτεριά της Καστοριάς, ο ήρωας Δεσπότης μας, λοιπόν, στητός κι αγέρωχος παρά το πένθος που του ‘χει ματώσει την καρδιά, γιατί δεν έχει περάσει ακόμα καιρός από τότε που το Παλληκάρι έγειρε κι έσβησε στη γη της Μακεδονίας που τόσο αγάπησε και γι’ αυτό ποτέ δεν εγκατέλειψε. Φοράει ο Δεσπότης τα άμφιά του τα κεντημένα και δίπλα στέκεται στα ολόμαυρα ράσα του ντυμένος, κρατώντας το εκκλησιαστικό βιβλίο και διαβάζοντας μάλλον τρισάγιο, γι’ αυτό και είναι σκυφτός ο πρωτοσύγκελλος Πλάτων, μια μορφή που δε διακρίνεις κάτι επάνω της που να φανερώνει τον ηρωισμό που ασφαλώς κρύβει μες στην καρδιά της. Ασφαλώς γιατί… Γιατί το λέει ο ίδιος ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του που έγραψε αργότερα και το λέει με διάφορους τρόπους:

«Αφήνω ένα γράμμα σφραγισμένο στον πρωτοσύγκελό μου, τον αείμνηστο ιερομάρτυρα Πλάτωνα, που περιείχε τις εντολές μου εν περιπτώσει θανάτου μου, και φεύγω από τη Μητρόπολι νύχτα μαζί με τον καβάση μου Εμίν, έναν πιστό Τουρκαλβανό. «Πού θα πας;» μου λέει ο πρωτοσύγκελός μου. «Σου άφησα γράμμα στο μέγαρο κι αν δε γυρίσω, τότε θα τ’ ανοίξης». Εκεί έγραφα πού πήγαινα.» (σ.13) Και πηγαίνει στα Κορέστια σκεπτόμενος πως «η Ελλάς μας εγκατέλειψε», για να συναντήσει το βουλγαροδιδάσκαλο Γκέλεφ, τον οποίο, στη συνάντηση αυτή, δε δυσκολεύτηκε να πείσει και να πάρει με το μέρος των Ελλήνων.

Ο Πλάτων, λοιπόν, είναι ο έμπιστος του Καραβαγγέλη, «άνθρωπόν μου τελείας εμπιστοσύνης», τον λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Σ’ αυτόν εμπιστεύεται τις σφραγισμένες του εντολές κι είναι αυτός που τον ειδοποιεί για ό,τι αξιόλογο συμβαίνει στον τόπο όταν εκείνος λείπει. Αυτός τον ειδοποίησε όταν τόλμησε να έρθει στην Καστοριά ο Βούλγαρος Μητροπολίτης, που εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τις γενναίες γυναίκες της Καστοριάς και αυτός πάλι προσπάθησε να τον αποτρέψει από το ταξίδι του στο Νεστράμι (Νεστόριο) στις 6 Αυγούστου 1906, για τη γιορτή της Μεταμορφώσεως, κάτι που ήξεραν οι Βούλγαροι και γι’ αυτό ήταν σίγουρο πως θα του έστηναν ενέδρα για να τον σκοτώσουν. «‘Όταν έμαθαν την απόφασί μου στην Μητρόπολι, αναστατώθηκαν», γράφει ο Γερμανός Καραβαγγέλης. «Ο Πρωτοσύγκελός μου αείμνηστος Πλάτων προσπαθούσε να με αποτρέψη και βλέποντας την επιμονή μου έβαλε τον πατέρα μου να μ’ εμποδίση» πράγμα που δεν έγινε τελικά, αφού ο Δεσπότης έκανε ένα γύρο και πήγε στο Νεστράμι, αφήνοντας τους Βουλγάρους να τον περιμένουν άδικα.
Και όταν ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ αναγκάστηκε να υπακούσει στο τελεσίγραφο του Μεγάλου Βεζύρη Φερήτ Πασά και να πάρει τον Καραβαγγέλη στην Κωνσταντινούπολη, στον Πλάτωνα παρέδωσε την αρχή, λειτούργησε για τελευταία φορά στην Καστοριά κι έφυγε «προς μεγάλη χαρά των Βουλγάρων και απελπισία των Ελλήνων, που με προέπεμψαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους σαν σε συλλαλητήριο μέσα από την πόλι μ’ ευχές και ζητωκραυγές.(…)».

Αλλά ήρθε η στιγμή να φύγει και ο Πλάτων από την Καστοριά και να βρεθεί και πάλι στο πλευρό του Μητροπολίτη Αμάσειας αυτήν τη φορά Γερμανού Καραβαγγέλη, όπου του έμελλε να έχει μαρτυρικό θάνατο.
Στο δεκατετράτομο έργο «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» του Κ. Φωτιάδη (11ος τόμος, σ. 125) διαβάζουμε:
Πιστή περιγραφή του τρόπου της διαδικασίας εν τω Αμασεία περιβοήτω Δικαστηρίω της Ανεξαρτησίας υπό του Παντελεήμονος Βαλιούλη, καθηγητού του Γυμνασίου Αμισού, ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στους συλληφθέντες και φυλακισθέντες από τους Τούρκους και ανήκει στους λίγους διασωθέντες:
«(…) Την επαύριον Κυριακήν πρωί τελείται η Θεία λειτουργία. Εάν έχη η Χριστιανική ιστορία παρομοίας λειτουργίας, ας προσθέση και την τελευταίαν εκείνην, προσέχουσα να μην επισκιάση τας προηγουμένας. Προσέρχονται πάντες εν κατανύξει και μετά δακρύων καθικετεύομεν τον Ύψιστον όπως ενισχύση ημάς κατά τας αγωνιώδεις εκείνας στιγμάς και φωτίσας την διάνοιαν των δικαστών πραΰνη την καρδίαν αυτών. Ψάλλεται η ιερά ακολουθία και λυγμοί διακόπτουσιν αυτήν πανταχόθεν. Γονυκλισίαι, συγκινήσεις και κλονισμοί ολόσωμοι δια την προβλεπομένην άδικον θανάτωσιν των πλείστων εκ των παρισταμένων, επισπώσι μετά την ανάγνωσιν της ευαγγελικής περικοπής βαρυσήμαντον προσφώνημα του Πανοσιολογιωτάτου Πρωτοσυγκέλλου κ. Πλάτωνος, όστις δια λόγων μεστών πίστεως και θάρρους εμψυχώνει τους πάντας. (…)
(…) Την επιούσαν, μετά την πρωινήν προσευχήν, είμεθα έτοιμοι δια την τρίτην πρόσκλησιν» (ενν. στο δικαστήριο), όπου, μετά την ανάγνωση της κοινής απολογητικής έκθεσης και διάφορων επιλήψιμων και ενοχοποιητικών εγγράφων –ένα από τα οποία είναι μία επιστολή του Γ. Τσόντου* χρονολογίας 1909 προς τον Αμασείας Καραβαγγέλη, ζητείται τυπικά ο τελευταίος λόγος καθενός και ο Π. Βαλιούλης ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στους κατηγορούμενους Πόντιους και περιγράφει πιστά τα γεγονότα, σημειώνει:
 «Μεταξύ των αξιοσημειώτων τελευταίων λόγων των εθνομαρτύρων πρωτεύει ο του ήρωος Πρωτοσυγκέλλου κ. Πλάτωνος Αϊβαζίδου, όστις είπεν επί λέξει:
“Κατά το Ι. Ευαγγέλιον πάσα εξουσία από Θεού· επομένως και υμείς οι δικασταί έχετε το δικαίωμα του κρίνειν όχι έκ τινος κληρονομίας πατρόθεν ή μητρόθεν, αλλ’ εκ Θεού και δια τούτο πιστεύω ότι θα δικάσητε εν δικαιοσύνη. Είμαι ηλικίας 70 περίπου ετών και μετ’ ολίγον θα αποθάνω. Ως εκ τούτου δεν έχω ανάγκην να ψευσθώ. Ορκίζομαι λοιπόν εις το όνομα του Θεού ότι εκ των παρόντων ουδείς έχει γνώσιν Ποντιακού κινήματος, ουδέ διενοήθη να μετάσχη τοιούτου ανυπάρκτου. Εάν όμως η δικαιοσύνη ήθελε καταδικάσει τινάς εξ ημών, παρακαλώ πρώτος να είμαι εγώ”.»
Μ’ ένα ειρωνικό «πολύ καλά» αποδέχτηκε ο δικαστής ειρωνικά τα λόγια αυτά του Πλάτωνος Αϊβαζίδη και την επόμενη μέρα (7 Σεπτεμβρίου) εκδόθηκε η τελειωτική απόφαση: «69 παρόντες ονομαστί καταδικάζονται εις τον δι’ αγχόνης θάνατον, περί τους 15 ερήμην, ων αι περιουσίαι θα δημευθώσιν (…)».

“Είναι αξιοθαύμαστος η ανδροπρεπής στάσις απάντων ανεξαιρέτως.»,  μας μεταφέρει ο Αρχιμανδρίτης Παύλος Αποστολίδης, νυν Μητροπολίτης Δράμας, από το βιβλίο του Γ. Λαμψίδη Τοπάλ Οσμάν. Και συνεχίζει:
«Ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων αποχαιρετήσας τους συγκρατουμένους του προσεκάλεσε τον Π. Βαλιούλην και Κ. Σερέφαν κλαίοντας, παρέδωσε το ωρολόγιον και ολίγα χρήματα επιτιμήσας αυτούς δια των εξής:
“Τι ποιείτε κλαίοντες και συνθρύπτοντές μου την καρδίαν; (Πράξ. 21,13). Αποθνήσκομεν δολοφονούμενοι χάριν της πίστεως και του Έθνους κατά τον χριστιανικόν τούτον διωγμόν του 20ού αιώνος“.
Ο Βαλιούλης μετ’ εκπλήξεως και θαυμασμού παρατηρεί τα εξής:
“Και ενώ ημείς οι παραλειπόμενοι εθρηνούμεν και εκλαίομεν δίδοντες τον τελευταίον ασπασμόν με τους μελλοθανάτους, εκείνοι ψύχραιμοι απεχαιρέτων φωνούντες: «Ζήτω το Έθνος, στο οποίο αφήνομεν τας οικογενείας μας. Έχετε γεια, καλήν αντάμωση στον άλλο κόσμο…»“.
 Και συνεχίζει ο Π. Βαλιούλης:
«(…)Όρθρος ήτο βαθύς της Τετάρτης 8/21 Σεπτεμβρίου 1921 και ο είς μετά τον άλλον ανήρχοντο 69, το άνθος της αριστοκρατίας λόγω μορφώσεως και πλούτου, οι στύλοι Αμισού, Πάφρας και Αλάτζαμ, ανήρχοντο, λέγω, τας βαθμίδας του ικριώματος παραδίδοντες το πνεύμα εις τον Πλάστην, αφ’ ου, καθ’ α ασφαλώς έμαθον, δι’ όλης της νυκτός προσηύχοντο ψάλλοντες τελευταίον και την νεκρώσιμον αυτών ακολουθίαν, προϊσταμένου του αγίου Πρωτοσυγκέλλου.
    Μίαν ώραν μετά τον απαγχονισμόν αυτών, απογυμνωθέντες εντελώς, εκομίσθησαν εφ’ αμαξών έξω της Αμασείας και όλοι ομού ερρίφθησαν εις ένα λάκκον “χωρίς λιβάνι και κερί, χωρίς παπά και ψάλτη“.
    Εκρεμάσθησαν εις δύο στοίχους κατά σειράν, εν μέσω δε ο Πρωτοσύγκελλος, φέρων επί του στήθους την αιτίαν της καταδίκης πάντων.(…)».

    Συμπληρωματικά, στο βιβλίο του Φ. Συμεωνίδη «Η Αμισός» («Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», Κ. Φωτιάδη,11ος τόμος, σ.351) διαβάζουμε πως, όταν «Σιδηροδέσμιοι ωδηγήθησαν ανά τετράδας υπό ισχυράν συνοδείαν χωροφυλάκων» στο δικαστήριο, «προηγείτο όλων ο πανοσιολογιώτατος Πρωτοσύγκελλος Μητροπόλεως Αμισού Πλάτων Αϊβάζογλου, γέρων 70 ετών, ως ποιμενάρχης», ο οποίος είχε δώσει την προαναφερθείσα «αγέρωχο και θαρραλέα» απάντηση. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως ανάμεσα στους 69 απαγχονισθέντες στην Αμάσεια ήταν και ο Νίκος Καπετανίδης, δημοσιογράφος-εκδότης της εφημερίδας της Τραπεζούντας «Εποχή», προτομή του οποίου έχουμε στο πάρκο μας της Ολυμπιακής Φλόγας. Επίσης, στους μάρτυρες της Αμάσειας συγκαταλέγεται και ο Ζήλων Ευθύμιος , βοηθός Επίσκοπος του Μητροπολίτη Αμασείας Γερμανού Καραβαγγέλη, που, λόγω του εξανθηματικού τύφου τον οποίο προκάλεσαν οι αθλιότατες συνθήκες κι οι ακαθαρσίες μέσα στις φυλακές όπου έμειναν φυλακισμένοι από τις 18 Ιανουαρίου του 1921, ήταν από τους πρώτους που προσβλήθηκε και άφησε την τελευταία του πνοή στα τέλη Μαΐου 1921 και τον ακολούθησαν πολλοί άλλοι.

Τέλος, σχετικά με το τι συνέβη μετά τον απαγχονισμό τους, (και πάλι από το κείμενο του Μητροπολίτη Δράμας Παύλου «Το Μαρτύριον του Αρχιμανδρίτου Πλάτωνος Αϊβαζίδου») ο συγγραφέας Γεώργιος Ανδρεάδης γράφει πως:
«…Μερικές γυναίκες της Αμισού, που αγωνιούσαν για την τύχη των ανδρών τους, αποφάσισαν εκείνη την άγρια εποχή να πάνε στην Αμάσεια, για να δουν τι ακριβώς συμβαίνει. Όταν έφθασαν στην Αμάσεια, ήταν πια αργά. Στη γέφυρα του Ίρι ποταμού, ακριβώς απέναντι από την πλατεία, όπου ήσαν οι κρεμασμένοι, τους σταμάτησε η αστυνομία. Οι άμοιρες, από τη γέφυρα είδαν τα αιωρούμενα κορμιά των κρεμασμένων και ανάμεσά τους και τους άνδρες τους. Τραβούσαν τα μαλλιά τους, χτυπιόντουσαν και έκλαιγαν, στο αντίκρισμα του φριχτού θανάτου που βρήκε τους συζύγους τους. Δεν είχαν το δικαίωμα να πάρουν ούτε τα πτώματα για ταφή… Και ενώ η αστυνομία δεν επέτρεπε τους συγγενείς να πλησιάσουν τα αιωρούμενα πτώματα των ανθρώπων τους, άφησε επίτηδες χαμάληδες και ανθρώπους του υποκόσμου να περιφέρονται ανάμεσα στα πτώματα, να παίζουν με αυτά και να αφαιρούν παπούτσια και ρούχα από τους κρεμασμένους. Τόσο απαίσιο ήταν το θέαμα ώστε και Τούρκος αξιωματικός, όταν είδε έναν αλιτήριο να περιπαίζει το σώμα του γέροντα πρωτοσυγκέλλου, αγανάκτησε, έδιωξε με κλοτσιές τον υπόκοσμο, λέγοντας: “Δεν τους φτάνει το κακό που τους έτυχε;“
    Η είδησις του θανάτου του Πλάτωνος εν τη γενετείρα του Ιερά Νήσω Πάτμω και τη Μονή της μετανοίας του προυξένησεν άφατον λύπην, αλλά και αισθήματα εθνικής υπερηφανείας. Την 14ην Νοεμβρίου η Αδελφότης της παλαιφάτου Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ετέλεσε πάνδημον μνημόσυνον» με «επιμνημόσυνον λόγον και εγκωμιαστικόν άμα περί της εθνικής δράσεως του εκλιπόντος».

* Τον Τσόντο και τον καπετάν Νταλίπη, όπως γράφει ο Γερμανός Καραβαγγέλης στ’ Απομνημονεύματά του (σ.108) σε επιστολή του προς τον ίδιο και το γιο του εθνομάρτυρα Δημήτριο Νταλίπη από τα Κορέστια, τους δύο αυτούς οπλαρχηγούς είχε σώσει ο Καραβαγγέλης από βέβαιο θάνατο. Μάλιστα, η ημερομηνία αυτής της επιστολής, 15 Δεκεμβρίου 1934, που γράφτηκε στο Baden της Αυστρίας, της προηγούμενης που στάλθηκε από το Γεώργιο Τσόντο στον Καραβαγγέλη, όταν αυτός ήταν Μητροπολίτης Αμασείας, αλλά και άλλων σωζόμενων επιστολών τους μαρτυρούν τις επαφές που συνέχισαν να έχουν οι δυο τους και μετά το 1908.

Βιβλιογραφία:
-Γερμανού Καραβαγγέλη «Απομνημονεύματα», Ε.Μ.Σ.-Ι.Μ.Χ.Α.
-Κωνσταντίνου Φωτιάδη «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», εκδ. Ηρόδοτος
-Αρχιμανδρίτη Παύλου Αποστολίδου, νυν Μητροπολίτη Δράμας «Το Μαρτύριον του Αρχιμαδρίτου Πλάτωνος Αϊβαζίδου
-Θεόδωρου Τσίρη «Η προσφορά της Εκκλησίας και του Ιερού κλήρου στη Μ. Ασία από το 1913 ως το 1922»
-ηλ. σελίδα «Ορθόδοξος Συναξαριστής»

Το κείμενο είναι απόσπασμα της ομιλίας της κ. Σ. Ευθυμιάδου-Παπασταύρου με θέμα «Μακεδονικός Αγώνας-Εύξεινος Πόντος: Δύο τόποι σε μιαν εκπληκτική συνάντηση», που έγινε στις 18/9/2011, Ημέρα μνήμης της Μικρασιατικής καταστροφής, στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.