30.11.11

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ: “Eritme Programi”: Η «σοσιαλιστική» διάλυση της ελληνικής κοινωνίας


Εκεί στα σταροχώραφα γέμισε μαυροπούλια
Πού χάθηκε ο Αυγερινός; Πού τον γυρεύει η Πούλια;
Κι από τη στράτα φάνηκε μονάχο μαυροπούλι.
Κοιτάει της Ίμβρος τα βουνά, κοιτάει και το Σχοινούδι
Και κλαίει της Ίμβρος τα χωριά και το αρχοντολόϊ
Κι αρχίζει το μινύρισμα, το μαύρο μοιρολόι.
Δε βρίσκει αμπέλια, ούτ’ ελιές, βρίσκει τη μαύρη πέτρα
Τον πόνο του στη θάλασσα στα κύματα της μέτρα.
Κι απάνωθε του στάθηκε τ’ ολόγιομο φεγγάρι
κι όλα τα σπίτια φώτιζε, σα νάταν χρόνοι άλλοι. 
Γιώργου Φραντζολά «Σχοινούδι»


Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης και συνεπεία αυτής, δυο καθαρά ελληνικά νησιά, η Ίμβρος και η Τένεδος, παραχωρήθηκαν στα 1923 στην Τουρκία. Ρητές προβλέψεις της Συνθήκης κατοχύρωναν για τα δυο νησιά ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης, προστατεύοντας τα δικαιώματα των Ελλήνων κατοίκων τους – που ουδέποτε τηρήθηκαν από τις τουρκικές αρχές. Ας σημειωθεί εδώ πως μέχρι τη Λωζάννη, η Ίμβρος κατοικείτο αποκλειστικά από Έλληνες κατοίκους, ο αριθμός των οποίων υπερέβαινε τις δέκα χιλιάδες.

Στα μετέπειτα χρόνια, η Τουρκία δεν έδειξε κανένα σεβασμό γι’ αυτά τα οποία υπέγραψε στη Λωζάννη, προβαίνοντας σε ποικίλα ανθελληνικά μέτρα σε βάρος των κατοίκων των δυο νησιών. Παρόλα αυτά, μέχρι τα 1964, η Ίμβρος διατηρούσε ακέραιο τον ελληνικό χαρακτήρα της, οι δε Έλληνες κάτοικοι της υπερέβαιναν τις έξη χιλιάδες και αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού του νησιού. Παρά την πληθυσμιακή διαρροή που είχε παρατηρηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν σε χώρες της Αφρικής και αλλού, αναζητώντας καλύτερη ζωή, εντούτοις το ελληνικό νησί διατήρησε το χαρακτήρα του, κυρίως διότι οι κάτοικοι του ασχολούνταν με τη γεωργοκτηνοτροφία και ήταν σταθερά προσκολλημένοι στα χώματα του νησιού, καταφέρνοντας να διατηρούν μια αυτάρκη οικιακή οικονομία.

Η διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα της παιπαλόεσσας νήσου, την καθιστούσε κάρφο στα μάτια των σκληροπυρηνικών εθνικιστών που διηύθυναν τότε το τουρκικό κράτος. Αναμενόμενο ήταν να επιδιώκουν με κάθε τρόπο την αλλοίωση του ελληνικού χαρακτήρα του νησιού και τον εκτουρκισμό του. Προφανώς επειδή δε μπορούσαν να προβούν στη βίαιη και αναφανδόν έξωση και εκρίζωση του ελληνικού στοιχείου, οι ιθύνοντες του βαθέως κράτους της Τουρκίας ήταν υποχρεωμένοι να κινηθούν μεθοδευμένα, προσεκτικά και με μακροπρόθεσμο πρόγραμμα. Κάπως έτσι άλλωστε κινείται πάντοτε η τουρκική εξωτερική πολιτική…

Στα 1964, σε μια αναζωπύρωση του Κυπριακού, κι ενώ στην Κωνσταντινούπολη προετοιμάζονταν οι απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων, που θα οδηγούσαν σύντομα στη συρρίκνωση της εκεί ελληνικής μειονότητας, οι τουρκικές αρχές προέβησαν στην κατάρτιση προγράμματος αφελληνισμού της Ίμβρου και για να πετύχει καλύτερα το πρόγραμμα τους, λειτούργησαν με την προσφιλή τους μέθοδο των μυστικών διαταγμάτων, αρχής γενομένης από τη με αρ. 35/27-5-1964 απόφαση της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας.

Όπως εύστοχα σημειώνει ο Γιώργος Τενεκίδης, τα μέτρα των τουρκικών αρχών που είχαν στόχο τον πλήρη εκτουρκισμό των δυο νήσων, πλαισιώνονταν από ένα προσεκτικά μελετημένο σχέδιο, ώστε κατά την εφαρμογή του, η Άγκυρα να μη συναντήσει κανένα εσωτερικό ή εξωτερικό εμπόδιο.
Η επικοινωνιακή πολιτική ήταν το πρώτιστο μέλημα του τουρκικού κράτους: ανθελληνικά συνθήματα και καλλιέργεια αντιμειονοτικού κλίματος, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική μειονότητα ήταν υπεύθυνη για τα δεινά της Τουρκίας, ενίσχυε το Μακάριο και πλούτιζε, εκμεταλλευόμενη τον τουρκικό λαό. Από την άλλη, η Τουρκία ήταν βέβαιη πως η Αθήνα θα παραμείνει αδιάφορη και ενδοτική – όπως και εν τέλει έγινε.

Η αρχή λοιπόν γίνεται από την παιδεία: κλείνουν τα ελληνικά σχολεία και απαγορεύεται η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, με συνέπεια οι Ίμβριοι να αδυνατούν να μορφώσουν τα παιδιά τους με ελληνική παιδεία. Έχουν να επιλέξουν είτε να τα στείλουν στο τουρκικό σχολείο, είτε σε μειονοτικά σχολεία της Πόλης, πράγμα προφανώς δύσκολο, είτε να εκπατριστούν, να φύγουν από το νησί τους. Λίγο πριν, και με το ίδιο σκεπτικό, είχαν προβεί σε στοχευμένες διώξεις κατά σημαινόντων προσώπων της Ιμβριακής κοινωνίας, με φυλακίσεις και εκτοπίσεις στην Ανατολή. Όταν ένας λαός απορφανίζεται από τους φυσικούς του ηγέτες, και στερείται τη γλώσσα και την εκπαίδευση, γίνεται πιο ευάλωτος…

Τα επόμενα μέτρα ήταν καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα. Η οικονομία της Ίμβρου στηριζόταν στη γη. Οι κάτοικοι ήταν κατά κύριο λόγο γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Συστηματικές απαλλοτριώσεις καλλιεργήσιμης γης και βοσκοτόπων, με χαρακτήρα δήμευσης και εξευτελιστικές αποζημιώσεις, στέρησαν από τους Ίμβριους εργασία και εισόδημα. Ο εκπατρισμός ήταν αναπόφευκτος.
Για όσους αντιστέκονταν υπήρχαν και επόμενα στάδια: Εγκατάσταση στο νησί αγροτικών φυλακών και έλευση βαρυποινιτών που συστηματικά βιαιοπραγούσαν κατά των κατοίκων, καθιστάμενοι καθημερινή απειλή. Εγκατάσταση εποίκων από την Ανατολή, με στόχο την ολική αλλοίωση του χαρακτήρα και της δημογραφικής σύνθεσης της νήσου.
Παράλληλα επιχειρήθηκε η πολιτιστική αλλοίωση, με αλλαγές των ονομάτων των νησιών και των οικισμών τους και την προσπάθεια απάλειψης οποιοδήποτε στοιχείου θύμιζε τον ελληνικό χαρακτήρα τους.

Το πρόγραμμα αυτό του τουρκικού κράτους είναι γνωστό με τη μυστική κωδική του ονομασία, ως «εριτμέ προγκραμού», δηλαδή πρόγραμμα διάλυσης και αφομοίωσης. Καθώς στόχευε μονόπλευρα στην έξοδο των Ελλήνων κατοίκων των δυο νησιών, το πρόγραμμα πέτυχε το στόχο του. Από ένα αμιγή σχεδόν ελληνικό πληθυσμό που στα 1964 ακόμη υπερέβαινε τις έξη χιλιάδες, απέμειναν λίγες εκατοντάδες στην πλειοψηφία τους ηλικιωμένοι. Οι υπόλοιποι σκόρπισαν στα πέρατα της οικουμένης και βεβαίως πολλοί ήρθαν στην Ελλάδα, όπου πρέπει να σημειωθεί ότι το επίσημο κράτος γύρισε την πλάτη στους Ιμβρίους, αδιαφορώντας για την τύχη τους. Στην ουσία βέβαια, η πολιτική του «Εριτμέ προγκραμού» στέρησε από την Τουρκία ένα υγιή, νομοταγή και φιλοπρόοδο πληθυσμό, την επιβάρυνε οικονομικά, καθώς έπρεπε να δαπανά για τη συντήρηση των άσχετων με το χώρο εποίκων και παράλληλα αλλοίωσε ριζικά την εικόνα των νησιών.

* * *

Μέσα από την περιληπτική αυτή ιστορία του δράματος του ελληνικού λαού της Ίμβρου και της Τενέδου, θέλησε ο γράφων να θυμίσει και να θυμηθεί. Είναι προφανές από τον υπότιτλο του παρόντος κειμένου, ότι η καθοδική πορεία της Ελλάδας κατά την τελευταία διετία, σε πολλά σημεία θυμίζει το δράμα της Ίμβρου. Ασφαλώς, τα δεδομένα δεν είναι ίδια, οι ομοιότητες όμως είναι πολλές.

Κατ’ αρχήν, όπως έχει αρχίσει πια ξεκάθαρα να αποκαλύπτεται, έχει χαραχτεί για την πατρίδα μας ένα μεθοδευμένο και σκοτεινό πρόγραμμα διάλυσης. Η διαφορά είναι πως στην παρούσα περίπτωση το πρόγραμμα σχεδιάστηκε έξωθεν και υιοθετήθηκε από μια αιρετή κυβέρνηση, που αντί να ασκήσει εθνική πολιτική υπεράσπισης των δικαίων και των συμφερόντων του ελληνικού λαού, στηρίζοντας την εθνική οικονομία, καταπατά τη λαϊκή εντολή, τα υπεσχημένα αλλά και το Σύνταγμα, ταυτίζεται με ξένα συμφέροντα και αγωνίζεται για την ικανοποίηση των δανειστών της χώρας.

Οι πτυχές του προγράμματος εντούτοις μοιάζουν πολύ. Όλα άρχισαν με επιτήδεια επικοινωνιακή πολιτική: τα ανθελληνικά σχόλια και οι λίβελοι του ευρωπαϊκού τύπου, ξεκίνησαν ύστερα από τον εξευτελισμό της χώρας, που προκάλεσαν πρωθυπουργικές δηλώσεις. Ενώ η αλλοίωση των στατιστικών στοιχείων προς επίτευξη του σκοπού της υπαγωγής της χώρας στην εξάρτηση, αιωρούμενη ως φήμη και ως σπάθη και προάγγελος απονομής ευθυνών, έκλεισε τον κύκλο της υποταγής. Στη συνέχεια, η πολιτική που οδηγεί στον κοινωνικό αυτοματισμό, όπου τεχνηέντως και με ευθύνες των κυβερνώντων και των «μνημονιακών» ΜΜΕ, η μια κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα στρέφεται εναντίον της άλλης, ολοκληρώνει τον κύκλο της προπαγάνδας.

Η ελληνική εθνική οικονομία διαλύεται και οι Έλληνες οδηγούνται μαζικά στην ανεργία και την ανέχεια. Όπως και τότε με τη βίαιη διάλυση της οικονομίας του ελληνισμού των κατεχόμενων νήσων του βορείου Αιγαίου. Διότι βεβαίως, η εξελισσόμενη κατάλυση του εργατικού δικαίου από τους σημερινούς παρεπιδημούντες εν Ελλάδι «σοσιαλιστές» και η μετατροπή του σε εργοδοτικό δίκαιο και η εξοντωτική φορολόγηση με στόχο την εμφανή περιουσία και τα νόμιμα εισοδήματα, μέσα από ένα κυκεώνα αντισυνταγματικών νομοθετημάτων, υπό την απειλή των κλειστών φυλακών και της διακοπής ηλεκτροδότησης, παράλληλα με ένα «γκαιμπελικό» μηχανισμό ελέγχου της οικονομικής καθημερινότητας των πολιτών, που σχεδιάζονται και ευλογούνται από τους κάποτε διδάξαντες το Συνταγματικό Δίκαιο, τί άλλο από ωμή κρατική βία συνιστούν;

Η ακίνητη περιουσία βάλλεται και απαξιώνεται, ώστε σταδιακά να εκποιηθεί υπό τους χειρότερους όρους και να περάσει σε ξένα χέρια. Εν προκειμένω, φανταστείτε μόνο τι θα γίνει όταν εκποιηθεί η Αγροτική Τράπεζα, στην οποία είναι υποθηκευμένο το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης. Ως και η Ziraat Bankası εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά της, επιδιώκοντας την έμμεση νέο-οθωμανική κατοχή της ελληνικής γης…

Η μεσαία τάξη, το κομμάτι δηλαδή εκείνο της κοινωνίας που θα μπορούσε να υψώσει φράγματα αντίστασης απέναντι στον ξενοκίνητο κυβερνητικό αυταρχισμό και ανάχωμα στα κακόβουλα σχέδια των δανειστών της χώρας, πλήττεται ριζικά, ώστε να εξουθενωθεί. Στοχευμένα δε, απαξιώνονται και αποδυναμώνονται όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι. Πίσω από τον ψευδεπίγραφο μανδύα της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων, καταστρέφονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες και μετατρέπονται σε υπόδουλους ανεπάγγελτους. Κάποιοι προφανώς επιθυμούν να μην έχει η ελληνική κοινωνία ταγούς και διανόηση, αλλά μόνο επιστημονικό προλεταριάτο, που ως εύπλαστη μάζα θα μετατραπεί σε φτηνό εργατικό δυναμικό.

Το τι συμβαίνει στην εκπαίδευση, νομίζω πως το γνωρίζουν από πρώτο χέρι τουλάχιστον όσοι έχουν παιδιά. Υπό το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού των σχολείων, οδηγηθήκαμε σε σχολεία χωρίς εκπαιδευτικούς και χωρίς βιβλία. Συντόμως τα σχολεία θα περάσουν στην αποκλειστική διαχείριση των δήμων, οπότε η οικονομική αδυναμία θα οδηγήσει αναγκαστικά στην περεταίρω συγχώνευση τους. Ο πόλεμος κατά της ελληνικής γλώσσας βέβαια ξεκίνησε πολύ πριν, καθώς όραμα κάποιων, που δυστυχώς διευθύνουν τα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, είναι η εισαγωγή της αγγλικής ή ίσως και της γερμανικής ως γλώσσας της εκπαίδευσης. Κι αν ο γράφων επιμένει να στηλιτεύει με τα κείμενα του τους κυβερνώντες και την πολιτική τους, το κάνει ακριβώς επειδή θέλει αύριο να κοιτά τα παιδιά του στα μάτια και να μη χαμηλώνει το βλέμμα από ενοχές, επειδή είχε σταθεί στην άκρη του δρόμου…

Το ότι διαφαίνεται ένα καινούριο μεταναστευτικό κλίμα, καθώς απελπισμένοι Έλληνες ψάχνουν καλύτερη τύχη και εκπατρίζονται, θαρρώ πως είναι ορατό και γνωστό τοις πάσι. Ασφαλώς δε δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα ανοιχτές φυλακές με την ευθεία ερμηνεία του όρου, όμως η εκτίναξη στα ύψη της εγκληματικότητας είναι σαφές πως έχει τρομοκρατήσει τον ελληνικό λαό. Όσο για τους εποίκους από την Ανατολή, οι εκατοντάδες χιλιάδες οι πέρα από την Ευφρατησία προερχόμενοι παράνομοι μετανάστες, νομίζω ότι κάνουν τις δυο περιπτώσεις να προσομοιάζουν έντονα. Και βεβαίως η ευθύνη της παρούσας κυβέρνησης είναι κεφαλαιώδης: η ηγεσία του υπουργείου άλλοτε Δημόσιας τάξης και τώρα διαφάνειας ή όπως αλλιώς ανοήτως έχει μετονομαστεί από τους σκαιούς και φαιούς κυβερνώντες – αλλά πάντως μη ευταξίας, νομίζει πως αποκλειστικός της προορισμός είναι να στρέφει τα «ματ» κατά των διαδηλωτών, προασπίζοντας τη μακαριότητα της εξουσίας της. Η δε «σοσιαλιστική» κυβέρνηση, που για κακή μας τύχη κρατά στα χέρια της τις τύχες της χώρας μας, αρέσκεται σε συστηματική φραστική τρομοκράτηση του λαού, μέσα από τους μηχανισμούς προπαγάνδας που διαθέτει και μέσα από τα ποικίλα ευφυολογήματα των στελεχών της.

Έτσι φτάσαμε στις οικτρές μέρες του φθινοπώρου του 2011. Η ζωή των Ελλήνων έχει μετατραπεί σε κόλαση, όπως τότε στα ζοφερά χρόνια του 1964-90 στην Ίμβρο και στην Τένεδο. Δε ξέρω αν θα γίνουμε Ινδία, Βουλγαρία ή Αργεντινή, σίγουρο είναι όμως ότι η χώρα που θα παραδώσει αυτή η κυβέρνηση δε θα έχει καμιά σχέση με εκείνη την οποία παρέλαβε. Διότι παρέλαβε κράτος με προβλήματα και ετοιμάζεται να εγκαταλείψει κατεχόμενο κρατικό μόρφωμα.
Κάποιοι μάλιστα -εντός και εκτός της Ελλάδας- θέλουν να μετατρέψουν τον ελληνικό λαό σε πληθυσμιακό μόρφωμα, σε χαλιναγωγημένο όχλο χωρίς ταυτότητα και τη χώρα σε οικόπεδο προς εκποίηση με ευκολίες πληρωμής. Θα τα καταφέρουν άραγε, ή έρχεται η λύση του δράματος;

Θέλω να κλείσω το σημείωμα αυτό αισιόδοξα. Όπως γράφει κάπου ο Ίμβριος Γιάννης Γιαννάκης, «η ιστορία δεν έχει τέλος, έχει μόνο αρχή. Κι οι χτύποι της καρδιάς μας δείχνουν το δρόμο…». Επειδή για μένα, όπως και για τους Ίμβριους, η Ίμβρος δε θα γίνει ποτέ Γκιοκτσέαντα, η Ελλάδα δε θα γίνει ποτέ Γκρηχενλάνδη… Οι θυμόσοφοι Ίμβριοι λοιπόν που πάμπολλα δεινά και δοκιμασίες έχουν περάσει, ουδέποτε παραιτήθηκαν από τα αναφαίρετα δικαιώματα τους στο ελληνικό νησί, ουδέποτε εξέπεσαν από αυτά και ουδέποτε έπαψαν να τα διεκδικούν από τη Διασπορά, όπου βρίσκονται. Οι Ίμβριοι λοιπόν έχουν ένα ρητό, που συνήθιζαν να το κεντούν ως επίγραμμα και να το κρεμούν σε περίοπτο σημείο του σπιτιού τους, στην «καλή κάμαρ’», και το οποίο ο γράφων απευθύνει στην παρούσα κυβέρνηση και στην αποτυχημένη πολιτική της: «Κι αυτό θα περάσει».


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13.10.2011, αρ. φύλλου 611


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.