14/11/11

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Εμείς και τα πουλιά - Τα πουλιά και εμείς

Ηταν αραγμένος στην ξαπλώστρα του όταν δυό σπουργίτια πέταξαν τιτιβίζοντας από πολύ κοντά του. Μπορεί την ακινησία του να την πέρασαν για φιλικότητα ή απλώς να τον συνήθισαν, γιατί αυτές τις μέρες έκανε ένα μέρος των διακοπών του στο μπαλκόνι του.
 Παρατήρησε ότι όλο και κάτι πιάνουν με το ράμφος τους. Δεν τρώνε μόνο μ’ αυτό. Παραμερίζουν τα φύλλα των δένδρων, σκαλίζουν τα κλωνάρια, τα καθαρίζουν απ’ τα παράσιτα, χαριεντίζονται μεταξύ τους. Δεν έχουν χέρια και επομένως το ράμφος τους τα εξυπηρετεί και σαν συλληπτικό όργανο. Ένοιωθε κάποιες φορές μια αρχέγονη τρυφερότητα προς τα φτερωτά- μικρά πουλιά της αυλής του. Ιδίως για τα σπουργίτια, που επιζούν με όλες τις καιρικές συνθήκες και ούτε καν μεταναστεύουν.
Είδε μια μέρα την γάτα τους να φεύγει μ’ ένα πουλάκι στο στόμα, και για να μην τρώσει, μάλλον, την ανθρωπιά του σκέφτηκε ότι είχε πεθάνει και τα πουλιά-γονείς το έριξαν έξω από τη φωλιά για να διασώσουν τα υπόλοιπα. Δεν έδειξε, όμως, τα ίδια συναισθήματα συμπόνιας όταν είδε ένα μικρούτσικο νυχτεριδάκι νεκρό, στις πλάκες της αυλής. Οι νυχτερίδες είναι κάτι άλλο, σκοτεινό και φοβιστικό που επιδιώκουμε να μένει μακριά μας, σύμφωνα με την φαντασιόπληκτη κουλτούρα μας.
Ένα άλλο πουλάκι, που κοιμόταν το βράδυ στο κιόσκι του, το γέμισε κουτσουλιές. Παραφύλαξε και το έδιωξε. Την επόμενη δεν ξαναπήγε, είχε πάρει το μήνυμα και βρήκε καινούργιο γιατάκι. Άρα τα πουλιά έχουν και μνήμη και κρίση. Θυμούνται πού μπορούν να φωλιάσουν και πιθανόν και γιατί κι, επομένως, δεν το διακινδυνεύουν εύκολα.
Μερικά χελιδόνια, όταν φύσηξε ένας αέρας κάπως δυνατότερα, κάθισαν με ανιούσα σειρά στην κεραία του αυτοκινήτου του, σα να περίμεναν ότι κάτι θα συμβεί. Και το αναρριχώμενο καλλωπιστικό φυτό μόλις βρήκε αντίσταση σ’ ένα δοκάρι, στο μπαλκόνι, δεν το παράκαμψε, αλλά γύρισε πάλι πίσω.
 Όλα τα ζωντανά, λοιπόν, γύρω του είχαν αποκτήσει τη γνώση -ή ήταν ρυθμισμένα- για το τι θέλουν και το επεδίωκαν κιόλας. Καιρός ήταν να κάνει κι αυτός το ίδιο.
 Με τη σκέψη αυτή κατά νου, μπήκε, κάποια στιγμή, στο μπαξεδάκι του κι έσκυψε να κόψει την κόκκινη ντομάτα από την βάση σχεδόν του ημίσκληρου-αναρριχητικού κορμού της ντοματιάς. Κι έμεινε αποσβολωμένος. Με την ντομάτα στο χέρι! Είχε στο κέντρο της μια τρύπα βαθειά, που φαίνονταν καθαρά ότι την είχε κάνει κάτι σουβλερό και τώρα πρόσφατα, γιατί οι χυμοί της ντομάτας έσταζαν επάνω του, σαν αιμορραγικό υγρό.
 Σκέφτηκε ότι το ατόπημα το έκανε κάποιο ποντίκι. Αλλά τρώνε τα ποντίκια ντομάτες; Δεν είχε ακούσει ποτέ, μέχρι τώρα, να τοποθετεί κανένας στο λαχανόκηπό του ποντικοπαγίδες! Αυτές τις βάζουνε συνήθως στα υπόγεια, σε χώρους σκοτεινούς κι όχι καλά αεριζόμενους.
Τα πουλιά, βέβαια, που κυκλοφορούσαν, που πετούσαν δηλαδή στην αυλή του, έτρωγαν μόνο τα κεράσια, τα βύσσινα και τσιμπολογούσαν σπόρους.
 Το ίδιο συμβάν επαναλήφθηκε και τις επόμενες μέρες. Εκνευρίστηκε δεόντως με ό,τι, τέλος πάντων, σφετερίζονταν τον κόπο του, τη δούλεψή του. Έτσι, μπαινόβγαινε συχνά στο χώρο για να παρακολουθεί τί γίνεται.
Κι ένα σούρουπο, λίγο πριν πάνε τα πουλιά για ύπνο, βλέπει να βγαίνει από τον κήπο του ένα πουλί με καφέ και γκρίζες αποχρώσεις κρατώντας στο ράμφος του ένα κομματάκι ντομάτα. Πετάει, λοιπόν, το παλιόπουλο επάνω στο κιόσκι, που σημειώτεον το είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια, και αφήνει το κομματάκι της ντομάτας απάνω σ’ ένα κεραμίδι. Το τί επακολούθησε θα προσπαθήσω να το περιγράψω: μια ομάδα πουλιών, θάτανε ίσα με δέκα, κατέφτασαν αμέσως κι άρχισαν με τη σειρά το τσιμπολόγημα. Έβγαζαν λεπτές τσιριχτές φωνούλες, μπάσα τιτιβίσματα και δόστου φτεροκοπήματα. Κοιτούσε ξαφνιασμένος˙ όλα τα πουλιά του φάνηκαν σαν ακάλεστοι άγνωστοι στο δικό του τραπέζι.
Πήρε μια μεγάλη σκούπα που είχε στην άκρη της αυλής του και ξού! ξού! ξού! την τίναξε προς το μέρος τους φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη. Στην αρχή τον αγνόησαν, τόσο που ήταν αφοσιωμένα στο φαγοπότι τους. Με την επιμονή του, όμως, κατάφερε να τα διώξει.
 Την άλλη μέρα έβαλε καρπουζόφλουδες και πεπονόφλουδες λίγο παραπέρα από τις ντοματιές για να τα δελεάσει. Δεν κατάφερε τίποτα. Ούτε που καταδέχτηκαν να τις πλησιάσουν, που και να τις τσιμπήσουν.
 Την μεθεπόμενη συνεχίστηκε το ίδιο βιολί. Μόνο ένα πουλί έπαιρνε τη ντομάτα και την έδινε έπειτα και στα υπόλοιπα.
 Ήταν άραγε ένα απλό πουλί ή κάποιο που κρατούσε η σκούφια από χρόνια παλιά, μπορεί και μυθικά ακόμα; Ήταν μήπως προϊόν μετάλλαξης που είχε κρατηθεί μέχρι τώρα μυστική;
 Κάποια στιγμή το έπιασε επ’ αυτοφώρω. Σαν τρελό έκανε πετώντας από δω κι από κει, ψάχνοντας διέξοδο. Τα κατάφερε πάλι και δεν είχε απάνω του τίποτα το αξιοπερίεργο.
 Τον κλόνισε λίγο, όμως, η ομαδικότητα του αθλήματος. Ένας, βέβαια, ήταν ο κουβαλητής, αλλά πολλοί γεύονταν τη ντομάτα.
Θυμήθηκε την θεία Λένα, την αδερφή της μαμάς του, που μαγείρευε πάντα αυτή και ταΐζε όλο τους το σόι. Της είχε, μάλιστα, κι αδυναμία. Λες το πουλί να ήτανε μια φτερωτή θεία Λένα; Πιθανό ήταν να είχε περισσότερο εγωισμό από τα άλλα, ή μπορεί να είχε μικρότερη συναίσθηση του «αμαρτήματός» του. Και πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα; Γιατί δεν φαίνονταν να θέλει, κι εκείνο το ζημιάρικο, να καταλάβει πως ήταν ένας κοινός καταπατητής. Μήπως θα έπρεπε να έρθει μαζί του σε συμφωνία; Κι αν κρεμούσε στη μέση του περιβολιού μια ώριμη ντομάτα, θα έστεργε να τσιμπάει μόνο αυτή;
 Ακολούθησε μέσα του μια «σπουργητολογία», αν τα πουλιά δηλαδή έχουν την έννοια του «δικού» τους και του «ξένου», αν έχουν την αίσθηση ότι κάθε ένα από αυτά είναι ξεχωριστή μονάδα, αν διαφέρουν μεταξύ τους, μήπως λένε ψέματα φλυαρώντας, και αν το καθένα έχει κάποιο ρόλο στην κοινωνία τους.
 Δεν πάρθηκε καμία δεσμευτική απόφαση, ακόμα.
 Βέβαια, με το παρόν κείμενο ξεμπρόστιασα ένα από αυτά, κάπως- αλλά κι αυτό δεν είναι σίγουρο, γιατί μπορεί να τα αρέσει η….δημοσιότητα.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.9.2011, αρ. φύλλου 609




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.