14.5.13

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Κάποτε… τώρα…


 Κάποτε οι ηγέτες μας τραγουδούσαν. Δε θα ξεχάσω ποτέ την εντύπωση που μου ‘κανε εκείνη η σπάνια ηχογράφηση του Ελευθερίου Βενιζέλου να τραγουδά με ψυχή το Διγενή Ακρίτα. Έπειτα οι πολιτικοί μας ξέχασαν τη γλώσσα του τραγουδιού και στη θέση της έβαλαν την ξύλινη γλώσσα, που κανέναν δεν αγγίζει, ίσα ίσα…
Κάποτε, συνηθίζω να το λέω και να το γράφω, ο λαός μας έφτιαχνε τα τραγούδια του. Δε θα ξεχάσω πόσο εντυπωσιάστηκα όταν ανακάλυψα δημοτικά τραγούδια ακόμα και για το Σαράντα. Με εντυπωσίαζε πάντα που ένας λαός έφτιαχνε τραγούδια ως χτες. Κι έπειτα σταμάτησε κι αφελέστατα αναρωτιόμουν γιατί. Τώρα ξέρω: πως ή μεταπολεμικά ήταν πολύ απασχολημένοι οι άνθρωποι με το να φτιάξουν τη ζωή τους ή δεν υπήρχε πια κάτι ή κάποιος που να τους εμπνέει, ώστε να το ή τον τραγουδήσουν. Ή και τα δυο μαζί. Τώρα ξέρω πως δεν ήταν το πώς που χάθηκε αλλά το τι. Και το γιατί.

Άρα, το θέμα είναι πως έχουν λείψει τα πρόσωπα που εμπνέουν. Και, για ν’ ακριβολογήσουμε, κάποιοι φρόντιζαν να λείψουν ακόμα και τα πρόσωπα που κάποτε ενέπνευσαν, να σβηστούν οι εικόνες των άξιων και ικανών που είχαν τη δύναμη να εμπνέουν, να αμαυρωθούν με ανυπόστατες κατηγορίες- οι συκοφαντημένοι δε ζούσαν και δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστούν τον εαυτό τους- και ως ένα βαθμό το κατάφεραν. Βλέπετε, ως χτες ζούσαμε μια τρελή εποχή όπου απαγορεύονταν τα πρότυπα, όχι μονάχα τα σύγχρονα μα και τα παλιότερα, απαγορευόταν κάθε τι που μας πήγαινε μπροστά και δε μας κρατούσε σταθερά πίσω, μαγαριζόταν όποιος ξεχώριζε, σπιλωνόταν για να μην ξεχωρίζει ούτε νεκρός και εκλιπών, γιατί η αριστεία και το αριστεύειν ενοχλούσε, προκαλούσε βαριάς μορφής αλλεργίες στους περισσότερους Έλληνες.

Είχαμε γίνει έτσι ένας λαός που μόνος του έσκαβε το λάκκο του και μόνος του έβαζε τα χεράκια του κι έβγαζε τα ματάκια του. Βλέπετε, ήταν πολύ της μόδας η αμφισβήτηση και είχαν πολλή πέραση κι είχαν πιάσει την καλή οι επαγγελματίες αμφισβητίες. Και οι αμφισβητίες αυτοί έκριναν εξ ιδίων τα αλλότρια. Έβγαζαν τα δικά τους βρόμικα ρούχα κι έντυναν μ’ αυτά τους καθαρούς, τους άξιους. Τόσο πολύ, βλέπετε, οι πάσης φύσεως αρχηγοί μας μας είχαν παρασύρει με το ίδιο τους το παράδειγμα, που το ακολουθούσαμε όταν δεν ξέραμε πως ήταν προς αποφυγήν, ώστε γίναμε από λαός δημιουργός –και όχι μόνο υπέροχων τραγουδιών- ένας λαός που, αντί να θαυμάζει και να υμνεί, όπως έκανε λίγο παλιότερα, συκοφαντεί και φθονεί (κι ας έχει αυτή η τακτική καταστρεπτικά αποτελέσματα για μας τους ίδιους), ένας λαός που βλέπει σκιές εκεί που δεν υπάρχουν, ενώ καταπίνουμε αμάσητες τις πιο χοντρές ανομίες, ένας λαός καχύποπτος άνευ λόγου και δύσπιστος, ένας λαός που η πλειονότητά του λατρεύει τη συνωμοσιολογία· που πιστεύει στην ενοχή όλων των άλλων εκτός από τη δική του, ακόμα κι όταν αυτή είναι αποδεδειγμένη. Όμως ακόμη και στα χρόνια που όλα αυτά ήταν στο φόρτε τους, κάποιοι λίγοι αναρωτιόντουσαν πώς γίνεται πρόσωπα αποδεκτά στην εποχή τους από τους σύγχρονούς τους να γίνονται τόσο διάτρητα μετά, από τους μεταγενέστερους. Όχι πως η αμφισβήτηση δεν είναι υγιές στοιχείο. Αλλά αυτή που μετατρέπει τη φήμη και τη συκοφαντία σε απόδειξη είναι ανήθικη. Και φυσικά ανυπόστατη. Μονάχα που απλώνεται σ’ ένα κοινό ευρύ που αρέσκεται να γκρεμίζει δίχως να χτίζει στη θέση του γκρεμισμένου.

Ας πάρουμε ένα δυνατό παράδειγμα, αυτό του Παύλου Μελά: στα αυτιά μου ηχεί ακόμα η φωνή του δικού μας επισήμου να επιτίθεται μειώνοντας την προσφορά των άλλων Ελλήνων που έσπευσαν εθελοντικά να σκοτωθούν για τη λευτεριά της τότε σκλαβωμένης γης ημών των Μακεδόνων (σε πλατεία της Έδεσσας τον π. Νοέμβριο αποκαλύφθηκε το Μνημείο Μανιατών Μακεδονομάχων-τι υπέροχο τεκμήριο ευγνωμοσύνης!). Ο αγώνας του όχι μονάχα άγονος και στείρος –μακάρι να ήταν έτσι!-, αλλά και τρομερά βλαπτικός: γιατί στην ξύλινη γλώσσα του(ς) κάνουν συνεχώς έκκληση στην ενότητα των Ελλήνων, αλλά από την άλλη ο ίδιος και οι ίδιοι δίνουν έμπρακτα το παράδειγμα του διχασμού. Και αναδρομικά μάλιστα. Τότε ίσως να τους περνούσαν κάποιες τέτοιες κορόνες που χάιδευαν τα αυτιά των επιφανειακά σκεπτόμενων –άρα μη σκεπτόμενων- ψηφοφόρων. Τώρα, εδώ και καιρό μάλιστα, ο λόγος τους διόλου δε μας πείθει. Ούτε το παράδειγμά τους φυσικά.

Γι’ αυτό και, όσο κι αν πάλεψαν με λάσπη να αποκαθηλώσουν τα ιερά πρόσωπα σαν το Μελά, που αναμφισβήτητα έγινε σύμβολο και θρύλος, δεν τα κατάφεραν να το πετύχουν. Γιατί δε γινόταν να εξαφανίσουν τα τραγούδια που ο λαός μας έγραψε εμπνευσμένος από την άγια (και εξαιτίας της θυσίας του) μορφή του, αλλ’ ούτε και τους πολλούς στίχους τους που τον αναγνωρίζουν για πρώτο: «ο Μέγας Αρχηγός», «ο Πρώτος Αρχηγός», «ο Πρώτος Καπετάνιος», «το πρώτο παλληκάρι»,…). Ο αληθινός Μελάς, λοιπόν, βρίσκεται παντοτινά κλεισμένος μες στους στίχους των δεκάδων τραγουδιών που ο λαός έφτιαξε με απέραντη τρυφερότητα για το ιερό του πρόσωπο. Αυτά τα τραγούδια θα βρίσκονται εδώ για πάντα-αδιάψευστες αποδείξεις του ποιος ήταν στ’ αλήθεια αυτός που με τόση μανία αμφισβήτησαν και πολέμησαν μεταγενέστεροι (υ)ιοί και κόρες που έβαλαν στόχο την αποκαθήλωσή του από τη συνείδηση του λαού, αλλ’ έμειναν μόνοι να τα μοιράζονται μεταξύ τους, γιατί ο λαός δεν τους ακολούθησε. Και βρίσκεται και μες στα ίδια τα γράμματα που έστελνε στη Ναταλία του, που μετά τον τόσο πρόωρο θάνατό του μάζεψε με πόνο κι αγάπη περισσή, τα έκλεισε τρυφερά σε βιβλίο και τα έθεσε στη διάθεση όσων θα ήθελαν να τον γνωρίσουν καλύτερα. Και όσο κι αν κάποιοι επαγγελματίες ξεθεμελιωτές το πάλεψαν, δεν κατάφεραν τίποτε. Το έζησα στο Δημοτικό Σχολείο Βαθύλακκου Κοζάνης, όπου για τα παιδιά-ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα είχα κληθεί –η καλή συνάδελφός μου κ. Πολύμνια Νάτση ευθύνεται για την πρόσκληση-και μίλησα με θέμα «Τα παιδιά στο Μακεδονικό Αγώνα», αλλά τα παιδιά, στα υπέροχα γράμματα που μου έστειλαν μετά με τον τίτλο: «Οι μικροί ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα», έβαλαν στο στόμα μου λόγια που δεν είπα για το Μελά και ξανά γι’ αυτόν και πάλι για τον ίδιο. Ας ακούσουμε ενδεικτικά την αναφορά στον ήρωα-σύμβολο του ιερού αυτού αγώνα στο γράμμα του Γιώργου Πολύμερου, μαθητή της Ε’ τάξης του Σχολείου, για να επιβεβαιώσετε γι’ ακόμη μια φορά αυτό που ήδη ξέρουμε όλοι: «(…) Ο πιο σημαντικός όμως ήρωας από όλους ήταν ο Παύλος Μελάς. Θυσιάστηκε για την πατρίδα, αλλά δυστυχώς αρρώστησε και αναγκάστηκε να κρυφτεί σε ένα χωριό κοντά στην Καστοριά. Εκεί σκοτώθηκε κι έτσι το χωριό πήρε το όνομά του προς τιμήν του(…)».

Κι υπάρχει και μια ακόμη επιβεβαίωση των όσων γράφω παραπάνω και τη θέτω υπόψη όσων τυχόν επιμένουν στο ίδιο βλαπτικό μοτίβο· είναι η πραγματικότητα που βίωσε ο συγχωριανός μας εξαίρετος μουσικός κ. Δημήτρης Χαλκιάς: πως παλιότερα δε γινόταν γάμος στα Κορέστια δίχως ν’ ακουστεί στο τραπέζι το γνωστότερο τραγούδι του Παύλου Μελά, το «Σαν τέτοια ώρα στο βουνό»*. Έπειτα όμως, στη διάρκεια της γνωστής πια για το γενικό ξήλωμα και ξεχαρβάλωμα δεκαετίας του 80, άρχισε σιγά σιγά να καταργείται, καταλαβαίνετε πώς: με το λέγε λέγε που αποκαθήλωνε κι έτρωγε σαν σαράκι τα ίδια τα σωθικά μας, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε και χωρίς καν να το υποψιαζόμαστε….

Κι επειδή αυτό περίπου το θέμα διαπραγματεύτηκα σε πρόσφατη εκδήλωση του δραστήριου Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της πόλης μας, θα μου επιτρέψετε να κλείσω παραθέτοντας δύο -ποιητικά στ’ αλήθεια- αποσπάσματα από δύο βιβλία του σπουδαίου μας συντοπίτη συγγραφέα κ. Κ. Δούφλια, που βάζουν στη θέση τους όσους όλα αυτά τα χρόνια –ή, σωστότερα, αυτές τις δεκαετίες που μας οδήγησαν στην κρίση- επέμεναν βλακωδώς και τελείως αυθαίρετα να προσπαθούν ν’ αντιπαραβάλουν και ν’ αντιπαραθέσουν καπετάνιους που αρμονικά συνεργάστηκαν για τον ιερό κοινό σκοπό της ζωής τους:

«Αν κάνουμε μια σύγκριση ανάμεσα στον Κώττα και στο Μελά, βλέπουμε πως ο Κώττας είναι από τους ανθρώπους-σύμβολα που δεν τραγουδιούνται πολύ γιατί ακολουθούν τη φυσική τάξη του αρχηγού. Δεν τον είδαν με έκπληξη οι Μακεδόνες να ξεκινάει από το χωριό του τη Ρούλια (τώρα το λένε Κώττα) και να σηκώνει στο Βίτσι το ανάστημά του ενάντια στον εχθρό. Ήταν η φυσική τους προέκταση. Ήταν το φανέρωμα της λαχτάρας και των σκέψεών τους. Ήταν δικός τους κι ήταν επόμενο να τους προστατεύει. Τον είχαν στην καθημερινή τους κουβέντα, στο ψωμί τους, στο χωράφι τους, στο μαντρί τους, στην προσευχή τους. Γι’ αυτό δεν έγινε τραγούδι ούτε ζητωκραυγή. Γενικά, εκτός από λίγες περιπτώσεις, οι ντόπιοι αρχηγοί δεν τραγουδήθηκαν τόσο όσο οι άντρες που έφτασαν στα χωριά και στα βουνά της Μακεδονίας από την ελεύθερη Ελλάδα. Αυτοί ήταν το κάτι άλλο. Ήταν η μεγάλη υπόσχεση για συμπαράσταση. Ήταν στα μάτια και στη συνείδηση του Μακεδόνα ο ελληνισμός σαν Ολότητα κι όχι ο μικρόψυχος ελλαδισμός. Έτσι έφεραν τη χαρά και την έκσταση στο μακεδονικό λαό. Κι όταν έπεφταν έφερναν το θρήνο. Γιατί οι γριές Μακεδόνισσες, μέσα στην απλότητά τους, πίστευαν πως ξέφευγε ένας κρίκος από την αλυσίδα» (Κ. Δούφλια «Μακεδονία-Μακεδονικός Αγώνας», εκδ. Αιγαίο).

Και:
«Γιατί οι Μακεδόνες τραγούδησαν κι έκαμαν θρύλο τον Παύλο Μελά; Δεν ξέρω αν η απάντηση είναι εύκολη ή πόσο εύκολη είναι. Ο Κώττας ήταν ο πρώτος που άρχισε το ξεκαθάρισμα στα Κορέστια και στο Μοναστήρι. Μ’ αρέσει να τον θαυμάζω απεριόριστα. Ήταν ο πρώτος του αγώνα κι όμως οι Μακεδόνες δεν τον τραγούδησαν πολύ. Ίσως υπάρχει μια δικαιολογία πολύ εσωτερική. Ο Κώττας ήταν δικός τους, βγαλμένος από την ίδια την ψυχή τους. Από μικρός πήρε τα βουνά και αντρειώθηκε με τη μυρουδιά της φτέρης και της οξιάς. Ο πόλεμος γι’ αυτόν ήταν καθημερινό παιχνίδι. Γι’ αυτό γνώριζε καλά τα τερτίπια του. Όταν άρχισε το ξεκαθάρισμα δεν έφερε τη μεγάλη έκπληξη ή τον άπειρο ενθουσιασμό. Ήταν απλά η φυσική συνέχεια της ζωής του. Ο Μελάς όμως ξετινάχτηκε από την καλοπέραση και τη ζεστασιά κι ήρθε στη Μακεδονία για να βρει τη μοίρα του. Ο Μελάς δεν ήξερε τον πόλεμο. Απ’ όπου περνούσε περνούσε φανερά και χαμογελούσε. Τον ακολουθούσαν η προδοσία των κομιτατζήδων και τα τουρκικά αποσπάσματα. Ακόμα, χωρίς φόβο το λέω, τον ακολουθούσε η καταστροφή. Τούρκοι και Βούλγαροι με τσεκούρι και φωτιά έπεφταν στα χωριά που περνούσε και στους ανθρώπους που ερχόταν σ’ επαφή. Τούτο έφερε και τον πρόωρο χαμό του. Όμως ίσως αυτό το φανερό του πέρασμα μαζί με το γλυκό χαμόγελο και τη συγχώρεση, έφερε την ανάσταση στις καρδιές των Μακεδόνων. Έτσι ο Παύλος Μελάς έγινε ο μακεδονικός θρύλος Μίκης Ζέζας» (Κ. Δούφλια «Τα δημοτικά τραγούδια της Άνω Μακεδονίας», εκδ. Αιγαίο).

*«Ίσως να σου φανεί παράξενο, αλλά στη Βεύη και στο Βαρυκό της Φλώρινας το πρώτο τραγούδι που παίζουν τα όργανα μόλις σηκώνονται από το τραπέζι του γάμου είναι το “Σαν τέτοια ώρα στο βουνό”», ήταν η πληροφορία που μου ‘δωσε αμέσως μετά το τέλος της εκδήλωσης ο φίλος μου Πάνος Χατζής -άρα;


Αφιερωμένο εξαιρετικά στους πολλούς σχολιαστές του blog της ΟΔΟΥ που απάντησαν στο Ve tsekame με ελληνοπρέπεια.Αφιερώνεται επίσης σε όλους όσοι τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωσή μας.Αφιερώνεται, όμως, εξαιρετικά και στο συμπολίτη μας δικηγόρο Ηρακλή Κίτσο, που ξέρει να εκτιμάει τα αληθινά ανεκτίμητα και να παλεύει γι’ αυτά… 

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 31 Ιανουαρίου 2013, αρ. φύλλου 677


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.