5.5.13

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Μπέλλα




Να τα πάρουμε απ’ την αρχή. Μεγάλη γειτονιά ήμασταν και παιδιά γεμάτη. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι συχνά ανταμώναμε στο δρόμο για ομαδικά παιγνίδια. Ο δικός μας πυρήνας όμως, ήταν τρία κορίτσια, ηλικίας δέκα χρονών. Η Τζένη, η Ρίτσα και η υποφαινόμενη, η Αθηνούλα. Η Ευγενούλα ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της Καίτης και της Σοφούλας. Η Ρίτσα η μικρότερη της Θεανώς και της Πιπίνας. Εγώ ήμουν στη μέση. Ο Γιώργος με περνούσε τρία χρόνια και ο Τάκης ήταν ένα χρόνο μικρότερός μου. Μοναχοκόρη λοιπόν, και, μάλλον χαϊδεμένη. Δεν ήμουν αναγκασμένη να βοηθώ και πολύ στο σπίτι, όπως η Ευγενούλα, ούτε να φορώ τα αποφόρια των μεγαλύτερων αδελφών, σαν τη Ρίτσα.

Μαζί παίζαμε, μαζί πηγαίναμε και στο σχολείο. Μαζί σκαρφαλώναμε στα δέντρα για τη συγκομιδή των καρπών, ανάλογα με την εποχή. Και κλέβαμε και καμιά τουλίπα από τον ωραίο κήπο του γείτονα, όταν εκείνος έλειπε στα ξένα. Πράγμα βέβαια, που γινόταν κάθε Άνοιξη και που διαρκούσε κάπου τρεις μήνες, την καλύτερη περίοδο ανθοφορίας.

Ο γείτονάς μας ζούσε μόνος τα τελευταία χρόνια. Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, και τα παιδιά ήταν εγκατεστημένα στη Γαλλία, παντρεμένα, με παιδιά στην ηλικία μας. Όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης, μας φώναζε και τις τρεις και μας έδινε το κλειδί της καγκελόπορτας για να φροντίζουμε τα φυτά του. Κατά την επιστροφή, μάς γέμιζε σοκολάτες και καραμέλες, χαρά μεγάλη. Πώς λοιπόν να μην είμαστε υπεύθυνοι κηπουροί, έστω και αν κλέβαμε τουλίπες;

Κάποια φορά, το δεύτερο ή τρίτο χρόνο της επιστροφής του, έφερε και μια οικογένεια, τον ανεψιό του μας είπε, με τη γυναίκα και την κορούλα τους. Ο πατέρας ήταν αξιωματικός, που είχε μετατεθεί στην πόλη μας και η μικρή κορούλα ήταν ένα χρόνο μικρότερή μας. Η μητέρα σπάνια εμφανιζόταν, οι κακές γλώσσες έλεγαν, ότι έπαιζε όλη μέρα χαρτιά στη Λέσχη Αξιωματικών. Μας παρακάλεσε ο καλός μας γείτονας να παίζουμε και την ανεψιά του, μια και ήταν μόνη και ξένη .

Μας την έφερε κάτω στην αυλή την επόμενη μέρα. Παίξτε και τη μικρή, είπε και αφοσιώθηκε στην κηπουρική του. Η "μικρή" ήταν ένα πλάσμα διπλάσιο σε όγκο και κιλά από μας. Φορούσε πρωτευουσιάνικα ρούχα, με φράντζα στα μακριά και μαύρα της μαλλιά, και εμφάνιση κάθε άλλο παρά ελκυστική, τουλάχιστον όχι για τα δικά μας μάτια. Συστηθήκαμε όλες με τη σειρά. -"Κι εσένα, πώς σε λένε;" Ρωτήσαμε με μια φωνή. " Μπέλλα!" Μας απάντησε όλο περηφάνια. "Μπέλλα;" Τι όνομα είναι αυτό; Απορήσαμε.-Σημαίνει ωραία στα Ιταλικά, ήταν η απάντηση. Είμαι μοναχοπαίδι, και η μαμά μού έδωσε αυτό το όνομα γιατί είμαι πολύ ωραία.

Σκεφτήκαμε ότι οι μαμάδες μπορούν να διαλέγουν μόνες το όνομα για τα μοναχοπαίδια τους. Ωστόσο, εκείνο το "ωραία" δεν μας ακουγόταν και πολύ ταιριαστό...Εντύπωση μας έκανε πάντως, έτσι κι αλλιώς. Ιταλικό όνομα! Γιατί εμείς, σώνει και καλά, να έχουμε ελληνικά; Από τότε άρχισε και ο προβληματισμός μας. Θέλαμε σίγουρα να μάθουμε, πώς ήταν τα ονόματά μας στα Ιταλικά. Αγώνας δρόμου, αλλά η συμφωνία ήταν να ψάξει η κάθε μια για το δικό της, και να αποκαλούμε έπειτα η μια την άλλη με το ιταλικό της όνομα.

 Στάθηκα τυχερή από την αρχή της έρευνας. Μινέρβα, μου είπε ο πατέρας μου, γιατί ρωτάς όμως; Έτσι, από περιέργεια... Πιο δύσκολο για τις άλλες δύο, τελικά πάντως τα κατάφεραν. Εουτζένια η πρώτη, Ελεουτέρια η δεύτερη. Και έτσι αρχίσαμε τη χρήση των νέων ονομάτων. Περήφανες και καταχαρούμενες, το ανακοινώσαμε και στη Μπέλλα, ότι από εδώ και στο εξής θα έπρεπε να μας φωνάζει με τα ιταλικά μας ονόματα, αν ήθελε να την παίζουμε.

Στην αρχή η Μπέλλα δεν πλησίαζε στα σπίτια μας, μάς συναντούσε μόνο στην αυλή του θείου της ή στο δρόμο. Μια φορά, την έστειλε ο θείος για μερικά θελήματα και σκέφτηκε να περάσει να με πάρει για παρέα. Μινέρβα!!, φώναξε. Καμιά απάντηση. Επανέλαβε το όνομά μου άλλες δύο φορές, ώσπου την άκουσε ο Τάκης και τη ρώτησε ποιον θέλει. Όταν τού είπε την αδελφή του τη Μινέρβα, απάντησε πως δεν είχε καμία αδελφή μ` αυτό το όνομα, και η μόνη κοπέλα στο σπίτι ήταν η Αθηνούλα. Κάτι πήρε το αυτί μου και τινάχτηκα αμέσως έξω. Κάναμε τα ψώνια μαζί, ενώ η αγωνία μου μεγάλωνε, τι θα συναντήσω όταν γυρίσω σπίτι το βράδυ.

 Το δούλεμα και η κοροϊδία από τα δύο αδέλφια μου δεν περιγράφεται. Ο πατέρας γέλασε κι αυτός, και προσπάθησε να μου εξηγήσει, πόσο πιο όμορφα ήταν τα δικά μας ονόματα.. Καταντροπιασμένη και αφάνταστα πληγωμένη, μετέφερα τα νέα στις άλλες. Συνεχίσαμε παρ` όλα αυτά τη χρήση τους μεταξύ μας.
 Την επόμενη εβδομάδα άρχισε το σχολείο και η Μπέλλα ήταν στην ίδια τάξη με τον Τάκη. Γυρίζει αυτός το μεσημέρι στο σπίτι σκασμένος στα γέλια, και την ώρα του φαγητού, ανακοινώνει:
 -Είχαμε και μια νέα συμμαθήτρια σήμερα. Σταμάτω τη λένε. Μένει στο σπίτι του κυρ Βαγγέλη!.
 Κόψαμε με το μαχαίρι τις ιταλικές προσλαλιές...

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Ιανουαρίου 2013, αρ. φύλλου 676

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.