16/7/15

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Το πλαίσιο και το ποσοστό οι καταλύτες




«Κύριο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι η μακρά ροπή της στη σύγκρουση και στην ηρωοποιημένη ανομία. Μόνο στα ελληνικά η λέξη «συμβιβασμός» περιέχει αποχρώσεις ταπείνωσης ή δολιότητας και όχι τη σύνεση που απαιτείται για να μπορούν να συνυπάρξουν διαφορετικά άτομα στην ίδια κοινωνία» έγραφε πρόσφατα στην εφημερίδα ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ κ. Π. Μαριτινίδης, ενώ μόνιμος αρθρογράφος της στο ίδιο φύλλο έγραφε ανάμεσα στ’ άλλα: «Είναι θλιβερό να αναζητούμε δικαιολογίες αντί για επιχειρήματα, να καταγγέλλουμε ο ένας τον άλλον αντί να στηρίζουμε όσους έχουν ιδέες, προτάσεις και όρεξη για δουλειά. Δοξάζουμε την τυπολατρία και ό,τι άλλο εμποδίζει την καινοτομία, ανεχόμαστε την υπονόμευση των θεσμών και μετά απορούμε με την ανομία και την αβεβαιότητα. Όλοι λέμε τα ίδια και πάντα στο ίδιο σημείο βρισκόμαστε. Είμαστε, πράγματι, θύματα. Θύματα του εαυτού μας, λάτρεις της ακινησίας».

Ένα από τα πολλά κι ωραία που σου συμβαίνουν όταν διαβάζεις ένα βιβλίο ή την αγαπημένη σου εφημερίδα είναι και το συναίσθημα της δικαίωσης, αυτό το «πες τα, Χρυσόστομε!» που λες όταν μιλάει κάποιος για λογαριασμό σου, λέει φωναχτά τις δικές σου σκέψεις. Έτσι γίνεται συνήθως. Μα η δικαίωση δεν ταιριάζει με τις αλήθειες που θίγει η πρώτη παράγραφος. Γιατί τα γραφόμενά της πονάνε: αφορούν την ίδια τη ζωή σου, όλα όσα εσύ ο ίδιος έχεις ζήσει και σ’ έχουν προβληματίσει, βγάζουν στην επιφάνεια τις δικές σου διαπιστώσεις, που σ’ έχουν πονέσει, σ’ έχουν απογοητεύσει…

Και τα πράγματα που συμβαίνουν εντός σου γίνονται ακόμη δυσκολότερα και πιο γκρίζα όταν επί πολλά χρόνια έχεις καταβάλει κάθε προσπάθεια να βοηθήσεις να φτιαχτεί ένας καλύτερος κόσμος, εκπαιδεύοντας τους αυριανούς πολίτες του· όταν έχεις ξοδέψει το μεγαλύτερο κομμάτι της ως τώρα ζωής σου εκπαιδεύοντας και ελπίζοντας· και προσπαθώντας να αντιμετωπίσεις τις διαπιστώσεις σου, που βλέπεις πως είναι διαπιστώσεις και άλλων, πως είναι κοινές διαπιστώσεις που μόνο ελπιδοφόρες δεν είναι.

Ήταν, λοιπόν, πριν από 20 περίπου χρόνια όταν ο μαθηματικός Ν. Παΐζης, η ψυχή του Προγράμματος ΜΕΛΙΝΑ, μας μίλησε για πρώτη φορά με ποσοστά: «Το Πρόγραμμα αυτό», μας είπε, «έχει την εξής φιλοδοξία: καθώς στον χώρο της Εκπαίδευσης υπάρχει ένα 15% που κάνει εξαιρετική δουλειά, ένα 20% είναι αδιάφοροι και ανάμεσά τους υπάρχει το 75%, οι εκπαιδευτικοί που γλυκοκοιτάζουν προς το 20%-αυτό το 75% προσπαθούμε να πάει προς την πλευρά του 15%, αυτούς φιλοδοξούμε να κερδίσουμε».

Έτσι είχαμε ακούσει τότε και άλλοι από εμάς τους ακροατές δεν το πρόσεξαν, άλλοι το ξέχασαν αμέσως, κάποιοι ίσως και να το θυμούνται ακόμη -έτσι δε συμβαίνει πάντα; Κι επειδή μιλάω για τον χώρο της Εκπαίδευσης, σπεύδω να πω ότι προσωπικά πιστεύω ότι στον χώρο αυτόν τα πράγματα ήταν κι εξακολουθούν να είναι- εξαιτίας και χάριν των παιδιών- καλύτερα απ’ ό,τι στους άλλους χώρους, που δεν έχουν να κάνουν με ψυχές, αυτό πιστεύω.

Αλλά πιστεύω και κάτι ακόμα: πως, ακόμα κι αν κάποιος διαφωνεί με τα παραπάνω ποσοστά, αν είναι ειλικρινής, αν δε λαϊκίζει και δεν κολακεύει, θα πρέπει να παραδεχτεί πως σίγουρα κάπως έτσι ήταν τότε κι είναι ακόμα πιο σίγουρο πως τα ποσοστά έχουν χειροτερέψει –μάλλον πολύ- από τότε, με τον κατήφορο που είχαμε πάρει. Το αποδεικνύει το γεγονός πως, τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κορύφωσης της κρίσης στη χώρα μας, έχουν πληθύνει οι φωνές ανθρώπων ξεχωριστών που, μιλώντας για τα δικά τους βιώματα, έλεγαν τις ίδιες αλήθειες: για τον ατομικισμό που περίσσεψε, για τον αλτρουισμό που λιγόστεψε, για την ευθύνη που εξαφανίστηκε, για τον θαυμασμό που αντί να χτίζει γκρεμίστηκε, για τον φθόνο που κατάφαγε τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, για τον ασυμμάζευτο κομματισμό που μας κομμάτιασε, για όλα αυτά κι ένα σωρό άλλα που οδήγησαν στην καταστροφή έναν λαό που θα μπορούσε να μεγαλουργήσει, έναν λαό που του άξιζε να μεγαλουργήσει. Και του αξίζει ακόμα…

Είναι λοιπόν μείζονος σημασίας το θέμα των ποσοστών για τα οποία συζητάμε. Το βλέπουμε και στην πιο συνηθισμένη δικαιολογία που φυτρώνει στα χείλη κάποιου που «συλλαμβάνεται» να σφάλλει: «αφού το κάνουν και άλλοι (πολλοί)». Μόνο που το συγκεκριμένο δεν αποτελεί επιχείρημα, είναι μονάχα μια δικαιολογία που νομίζουμε πως μας απαλλάσσει αυτομάτως από την προσωπική μας ευθύνη, η οποία υπάρχει ακόμα κι αν το σφάλμα μας το κάνουν κι ένα σωρό άλλοι. Αλλά εμείς έτσι έχουμε μάθει και πολύ δύσκολα ξεμαθαίνουμε, αυτό είναι μια φριχτή κι απογοητευτική αλήθεια.

Μείζονος σημασίας, όμως, εκτός από το ποσοστό, είναι και το πλαίσιο, το καθεστώς στο οποίο εντάσσονται οι νέοι μας στα σχολεία όπου φοιτούν και, στη συνέχεια, στον επαγγελματικό χώρο όπου εντάσσονται (έστω κάποτε, με τη φοβερή ανεργία που πλήττει τα παιδιά μας). Αυτό το πλαίσιο βάζει στους νέους μας τα θεμέλιά τους: τους διδάσκει τα δικαιώματά τους –αυτό είναι φυσικά θεμιτό και πολύ βασικό-, αλλά τους διδάσκει και τα «δικαιώματά» τους, που δεν απορρέουν ούτε από τη νομοθεσία ούτε από τη δεοντολογία. Κι εδώ είναι που χάνεται το παιχνίδι: ο νέος εργαζόμενος, βλέποντας τους παλαιότερους συναδέλφους του, αποκτά –εκτός από πρότυπα- και συνήθειες. Αν τα πρότυπα είναι υγιή, η πορεία που ακολουθεί είναι σωστή κι ο νέος ακολουθεί πορεία ανοδική. Αν όμως συμβεί το αντίθετο, τότε κατά κανόνα και σύμφωνα με τη φύση του ο νέος, ξεπερνώντας το πρότυπό του, ξεπέφτει, χωρίς να το καταλαβαίνει μάλιστα.

Τα παραδείγματα είναι πολλά-δε θα ‘θελα να αναφερθώ σ’ αυτά, δε νομίζω πως χρειάζεται. Χρειάζεται όμως απαραιτήτως να τονίσω τη δική μας ευθύνη, εμάς των μεγαλύτερων, που δώσαμε κακό παράδειγμα και χαλάσαμε αυτούς που έκαναν το λάθος να μας αντιγράψουν. Έτσι, ήταν επόμενο εμείς που υπηρετήσαμε με πάθος και αφοσίωση το καθεστώς της τέλειας ισοπέδωσης, το καθεστώς του «κόβουμε το κεφάλι που ξεχωρίζει», εμείς που εξοντώνουμε με την κλασική μέθοδο της συκοφαντίας και του λιθοβολισμού δια των λόγων αυτόν που τολμάει να χαλάει την πιάτσα μας με τις ιδέες του και τη δουλειά του, εμείς που υπηρετούμε πιστά το καθεστώς του εξορισμού γενικώς της αριστείας και του αρίστου ειδικότερα, ήταν λοιπόν επόμενο να φτιάξουμε με το παράδειγμά μας μαθητές που μας ξεπέρασαν σε όλα τα παραπάνω. Δυστυχώς για όλους μας.

Φταίει, λοιπόν, και πάρα πολύ μάλιστα το πλαίσιο, που διαμορφώνει ο καθένας μας γύρω του. Γιατί όλοι μας διαμορφώνουμε ένα πλαίσιο, αρνητικό ή θετικό, κυρίως με το παράδειγμά μας, πολύ λιγότερο με τα λόγια μας. Προσωπικά πίστευα σ’ αυτό πάντοτε, τελευταία πιστεύω ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και ποτέ δε συμφωνούσα με το αποθαρρυντικό «Ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη». Αντιθέτως, απαντούσα πάντοτε πως «Μπορεί ένας κούκος να μη φέρνει την άνοιξη, αλλάζει όμως το τοπίο γύρω του», οπότε καθένας μας διαμορφώνει ένα πλαίσιο γύρω του, απομένει, λοιπόν, ο καθένας από εμάς να αποφασίσει αν θα ‘ναι θετικό ή αρνητικό το πλαίσιο που ο ίδιος δημιουργεί. Τελεία και παύλα.

Προσωπικά και καθώς βαδίζω προς το τέλος της δικής μου σταδιοδρομίας, έχω να πω ότι ο χρόνος τρέχει σαν το νερό κι ούτε που το καταλαβαίνουμε πότε πλησιάζουμε στο τέλος μιας διαδρομής. Και στο σημείο αυτής της καμπής είναι που θέλουμε το πρόσημο της προσφοράς μας να έχει υπάρξει θετικό, να έχουμε βάλει το λιθαράκι μας όχι στην καταστροφή, αλλά στην πρόοδο όσο γίνεται περισσότερων ανθρώπων.

Μα για να έχουμε υπάρξει χρήσιμοι οδηγοί θα πρέπει να έχουμε διδάξει με την ίδια μας τη ζωή την άγια ευθύνη, τη συνέπεια, να έχουμε διδάξει πως η ζωή είναι χρέος και όλα αυτά που ξεχάσαμε γιατί τα αντικαταστήσαμε με «ιδανικά» σαν την καλοπέραση, τον ωχαδερφισμό, το «δε βαριέσαι», το «άσε για αύριο ό,τι δε γουστάρεις να κάνεις σήμερα» και άλλα τέτοια που δε μας βγήκαν σε καλό.

Και αυτό που απομένει είναι να τα συνειδητοποιήσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα πια όλα τα παραπάνω και να κάνουμε στροφή, αν διαπιστώσουμε πως δεν πορευτήκαμε σωστά. Το χρωστάμε στους άλλους, το χρωστάμε και στον εαυτό μας.

Γιατί η ζωή ως το τέλος της είναι ένας αδιάκοπος αγώνας. Γιατί, όπως διάβαζα στον τρίχρονο εγγονό μου, τον Νικόλα, προχτές, «η Αρετή ζήτησε από τον Ηρακλή να ακολουθήσει στη ζωή του τον δικό της δρόμο, τον δύσκολο δρόμο αυτών που κουράζονται βοηθώντας τους άλλους, τους γύρω τους…».

Του διάβαζα και την ίδια στιγμή ευχόμουν με όλη μου τη δύναμη να αλλάξουν το γρηγορότερο τα ποσοστά που τότε είχα ακούσει και τρόμαξα, τα ποσοστά που δε γνωρίζω πώς έχουν εξελιχθεί από τότε, πριν από είκοσι περίπου χρόνια, κι ευχήθηκα ν’ αλλάξει το γρηγορότερο και το πλαίσιο.

Γιατί το χρωστάμε στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας να τα βοηθήσουμε όσο μπορούμε περισσότερο να μη χάσουν τον δρόμο –όπως εμείς κάναμε κι όχι πάθαμε-, να μη χάνουν τον στόχο τους –που πρέπει να τους αξίζει-, για να μπορέσουν να φτάσουν στον υψηλό προορισμό τους. Γιατί η ζωή μας είναι μία και είναι πολύ σημαντική για να την ξοδεύουμε στα δευτερεύοντα και επουσιώδη που βλέπουμε να κυριαρχούν γύρω μας.
Και τα παιδιά μας πρέπει αυτό να το ξέρουν…


Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν διαβάσω τις περί αριστείας δηλώσεις του Υπουργού της έρμης μας Παιδείας. Λυπάμαι αλλά δε γίνεται να συμφωνήσω. Μεγάλωσα, βλέπετε, με το «Ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον» του γυμνασίου, με το «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» του δημοτικού και με το «αιέν αριστεύειν» των προσκόπων, οπότε δε θα μπορέσω… Και ως δασκάλα δεν έπαψα να παλεύω αυτό να καταφέρω: να βοηθήσω κάθε μου μαθητή -κυρίως τον αδύνατο- να γίνεται σήμερα καλύτερος απ’ ό,τι ήταν χτες. Αλλ’ από την άλλη ούτε τα φτερά των καλών μαθητών ψαλίδισα ούτε και τους καθήλωσα. Κι όταν κάθε παιδί καταλάβαινε πως στόχος του δεν ήταν να περάσει τον άλλον, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό όπου υστερούσε, τότε ήμασταν ευχαριστημένοι όλοι από την πραγματική επιτυχία. Προσωπικά αυτό προσπαθούσα τόσα χρόνια να πετύχω, λέτε να ήταν λάθος;

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26 Φεβρουαρίου 2015, αρ. φύλλου 777.  Φωτογραφία: J.Antony Gormley, Σκυμμένος άνθρωπος, γλυπτό με σίδηρο 26 m ύψος, και 60 τόνους βάρος. Lelystad Ολλανδίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.