8/9/15

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΝΔΡΕΩΛΑ: Κοινωνικοί προσδιοριστές της υγείας




Οι βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες επιβλήθηκαν στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, έχουν οδηγήσει τη χώρα σε πρωτοφανή επίπεδα ανεργίας, επηρεάζοντας άμεσα το επάγγελμα, το εισόδημα, και άλλους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας των Ελλήνων.
Οι πολιτικές λιτότητας δημιούργησαν επιπρόσθετα προβλήματα με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Για παράδειγμα λόγω των περικοπών στις δαπάνες για δημόσια υγεία έχουν επανεμφανιστεί ασθένειες, οι οποίες είχαν εξαλειφθεί, όπως η ελονοσία, λόγω της διακοπής προγραμμάτων ψεκασμού κατά των κουνουπιών.

Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται για την επίλυση των προβλημάτων της αγοράς, φαίνεται να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στις κοινωνικές δομές, με βασικό άξονα την ανεργία, η οποία οδηγεί σε μειωμένο εισόδημα – φτώχεια, με πρωταγωνιστές άτομα χωρίς ή με απαξιωμένο εκπαιδευτικό κεφάλαιο, τις μονογονεϊκές οικογένειες, τους νέους κάτω από 25 ετών και τους ηλικιωμένους πάνω από 65 ετών καθώς και άλλες ευάλωτες ομάδες της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών, άστεγων και χρηστών ναρκωτικών ουσιών.


  • Κοινωνικοοικονομικοί και πολιτικοί προσδιοριστές της υγείας

Οι κοινωνικοοικονομικοί προσδιοριστές της υγείας είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες οι άνθρωποι γεννιούνται, μεγαλώνουν, ζουν, εργάζονται και ενηλικιώνονται. Αυτές οι συνθήκες διαμορφώνονται από την κατανομή των χρημάτων, ενέργειας και των πόρων σε παγκόσμιο, εθνικό και τοπικό επίπεδο. Οι κοινωνικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της υγείας είναι κυρίως υπεύθυνοι για τις ανισότητες στην υγεία, οι οποίες θεωρούνται περιττές, αποφεύξιμες, αθέμιτες και άδικες (WHO, 2013).
Οι κοινωνικοί προσδιοριστικοί παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν στην ύπαρξη των ανισοτιμιών στην υγεία είναι οι παρακάτω:
• Η κοινωνικοοικονομική θέση εξαρτάται από επάγγελμα, το εισόδημα, και την εκπαίδευση.
• Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως είναι το φύλο και η εθνότητα.

Έτσι κοινωνικοί παράγοντες όπως το εισόδημα, η εκπαίδευση, το επάγγελμα, το φύλο, η εθνότητα, ο τόπος, η κοινωνική δικτύωση, κ.α επιδρούν καταλυτικά στο επίπεδο υγείας του πληθυσμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) αναγνωρίζει την αλληλεξάρτηση της υγείας και των κοινωνικών συνθηκών (WHO, 2010α). Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε η επιτροπή του Π.Ο.Υ. για θέματα κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας (C.S.D.H.), με σκοπό την ανάλυση και τη βαθιά κατανόηση της υγείας ως κοινωνικό φαινόμενο το οποίο επηρεάζεται από τη διατομεακή πολιτική δράση (WHO, 2010b). Στους στόχους για την ανάπτυξη επισημαίνεται ότι χωρίς σημαντική πρόοδο για τη μείωση της φτώχειας, την επισιτιστική ασφάλεια, την εκπαίδευση, τη χειραφέτηση των γυναικών και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις φτωχογειτονιές, πολλές χώρες δεν θα επιτύχουν τους στόχους για την υγεία (WHO, 2010α).

Στην έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα το 2014 γίνονται σαφείς αναφορές για τα δομικά προβλήματα των μέτρων τα οποία ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, τα οποία εξασφαλίζουν την προστασία προνομιούχων ομάδων. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι οποίες ασκούνται στην ευρωπαϊκή επικράτεια, δεν αφήνουν περιθώρια πραγματικής ανάπτυξης, εκτοξεύοντας την ανεργία σε πρωτοφανή επίπεδα., καταλύοντας το κράτος πρόνοιας. Το κράτος πρόνοιας είναι αναπόσπαστο κομμάτι των τεχνολογικά προηγμένων δημοκρατιών και σε μικροοικονομικό επίπεδο τα κοινωνικά προγράμματα αντισταθμίζουν σοβαρά λάθη της αγοράς (Pierson, 1994). Υπάρχουν σοβαρά εμπόδια και περιορισμοί στην Ευρωπαϊκή πολιτική όσον αφορά θέματα κοινωνικού περιεχομένου.

Η κοινή νομισματική πολιτική πρέπει να συνοδεύεται από κοινούς οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς (Sakellaropoulos 2012). Έτσι τα κράτη μέλη όπως η Ελλάδα, τα οποία καλούνται να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα, επιφορτίζονται με την επιβολή των διαρθρωτικών αλλαγών για την διασφάλιση αρχικά της οικονομικής βιωσιμότητας των κοινωνικών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να διατηρήσουν τις αρχές της καθολικότητας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Η «ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική» και η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν πλέον σαν δύο ξεχωριστές διαδικασίες (Pierson, 1998). Η κοινή ευρωπαϊκή αγορά έρχεται σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, λόγω των θεσμικών αντιφάσεων, όπως η αρχή της επικουρικότητας, η οποία αποτελεί εμπόδιο σε κρίσιμα ζητήματα όπως η βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας των κρατών μελών με δημοσιονομικά προβλήματα. Τα δομικά προβλήματα, όπως η αυξημένη ανεργία, η γήρανση του πληθυσμού, το υπάρχον νομικό πλαίσιο οδηγούν σε κοινωνική κατάρρευση τα κράτη μέλη.

Συγκεκριμένα, παρατηρούνται αύξηση της ανεργίας, νέες μορφές εργασιακής απασχόλησης - οι οποίες αποτελούν για τους νέους συγκοινωνούν δοχείο με την ανεργία (ΙΝΕ, 2014), εκμετάλλευση του ανθρώπινου δυναμικού, υποβάθμιση των τίτλων σπουδών, μειωμένο εισόδημα, απαξίωση του εκπαιδευτικού κεφαλαίου. Συγχρόνως εμφανίζονται ξενοφοβικές και ρατσιστικές τάσεις, με έντονη παρουσία στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Δεν παραλείπονται εκμετάλλευση και παρενοχλήσεις στον εργασιακό χώρο, οι οποίες έχουν σχέση με το φύλο και την ανάγκη για εργασία. Όλα τα παραπάνω περιπλέκουν και οξύνουν ακόμη περισσότερο την οικονομική και δημοσιονομική κρίση, με την «κρίση εργασίας», την «κρίση φτωχοποίησης» και την «κρίση ανισοτήτων» (34,6% του πληθυσμού, 3.795.100 άτομα, 2013 - ΕΛΣΤΑΤ 2014) και αποδυναμώνουν τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας για την αντιμετώπισή της στο μέλλον (ΙΝΕ, 2014).


  • Τα χαρακτηριστικά της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια τάση εξορθολογισμού των δαπανών, για την ενδυνάμωση των οικονομιών των κρατών-μελών της και επιδιώκεται ο σχεδιασμός μιας μακροπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής με σαφείς στόχους και προτεραιότητες, ο οποίος επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την πολιτική των κρατών-μελών της εμπλέκοντας χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος σε συστημική κρίση ιδίως σε τρεις τομείς: τραπεζική κρίση, κρίση δημόσιου χρέους και, κρίση στο εμπορικό ισοζύγιο εντός της Ευρωζώνης (ΙΝΕ, 2012).
Μετά την αποτυχία των μεταρρυθμίσεων της προηγούμενης περιόδου, η Ελλάδα βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να ζητήσει βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.). Η Ελλάδα υποχρεώθηκε - δεσμεύτηκε για συγκεκριμένες χρηματοδοτικές προσαρμογές προς τα κάτω. Το αίτημα για βοήθεια από το Δ.Ν.Τ. συνοδεύτηκε από την εφαρμογή σκληρών, ακραία φιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας και τον περιορισμό των κοινωνικών παροχών (Οικονόμου, 2012). Η δημοσιονομική πειθαρχία που επιβάλλεται έχει προκαλέσει συρρίκνωση του Α.Ε.Π. και αύξηση της ανεργίας, εκμετάλλευση του ανθρώπινου δυναμικού, μείωση του εισοδήματος, απαξίωση του εκπαιδευτικού και πολιτισμικού κεφαλαίου και υποβάθμιση των τίτλων σπουδών. Οι προσδοκίες των νέων για εργασία, οι οποίες σε άλλη εποχή και άλλο κοινό, ήταν εντελώς ρεαλιστικές, συχνά διαψεύδονται, νωρίτερα ή αργότερα από τις ετυμηγορίες της αγοράς εργασίας (Bourdieu, 1979).

Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος του προγράμματος προσαρμογής αποδείχθηκαν σημαντικά. Η οικονομία παραμένει σε ύφεση ενώ η παραγωγή έχει μειωθεί κατά σχεδόν 25 τοις εκατό από 2007 (UN, 2014). Άλλα αρνητικά φαινόμενα είναι η μετανάστευση των νέων και η υπογεννητικότητα. Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας είναι καταλυτικά: το 2013 καταγράφηκαν 94.134 γεννήσεις, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 111.794. Το 2012 γεννήθηκαν 100.371 παιδιά, έναντι 106.428 το 2011. Αντίστοιχα οι θάνατοι, κατά το 2012, παρουσίασαν αυξήθηκαν σε 116.670, έναντι 111.099 το 2011.

Εφέτος, και έως το τέλος Αυγούστου γεννήθηκαν 56.280 και πέθαναν 71.236. Το φαινόμενο της υπογεννητικότητας συνοδεύεται από αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία (ΤΕΕ, 2014). Αυτό σε συνδυασμό με τη γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των απαιτήσεων για κοινωνικές παροχές. Οι παραπάνω αντίθετες τάσεις προκαλούν συρρίκνωση των δαπανών για την υγεία - ως ποσοστό του Α.Ε.Π., υποβαθμίζουν την επάρκεια και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και συντελούν αρνητικά στους κοινωνικοοικονομικούς προσδιοριστές της υγείας εντείνοντας τις ανισότητες στην υγεία.

Η τελευταία έκθεση του Ο ΟΣΑ, σχετικά με την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα της κρίσης, είναι ενδεικτική της κατάστασης. Η έρευνα του ΟΟΣΑ δείχνει πως η υποκειμενική ευημερία επιδεινώθηκε στις χώρες που πλήττονται πιο βάναυσα από την κρίση: Από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι και το 2012, οι πολίτες ανέφεραν πως η ικανοποίηση από τη ζωή τους μειώθηκε κατά περισσότερο από 20% στην Ελλάδα, 12% στην Ισπανία και 10% στην Ιταλία (ΙΝΕ, 2013). Οι βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες επιβάλλονται για την βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και κοινωνικών παροχών, οδηγούν τις κυβερνήσεις των χωρών σε δυσβάσταχτα μέτρα ασκώντας μεγάλη πίεση στους πολίτες. Το μερίδιο των κοινωνικών μεταβιβάσεων που παρέχονται στην Ελλάδα από τη γενική κυβέρνηση είναι μικρότερο από αυτό που παρατηρείται για το σύνολο των χωρών της ΕΕ-15 (συγκεκριμένα είναι 35,4% στην Ελλάδα έναντι 42,1% στο σύνολο των χωρών της ΕΕ-15) (ΙΝΕ, 2011).


  • Επιπτώσεις της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης και των μέτρων που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της

(α) στο σύνολο του πληθυσμού

Ηοικονομική κρίση προκαλεί δραματικές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή, δεδομένου ότι η μείωση ή και η απουσία εισοδήματος προκαλεί απώλειες στην ευημερία και ωθεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στη φτώχεια (Κυριόπουλος, Τσιάντου 2009). Επιπρόσθετα, η αύξηση της ανεργίας θέτει μέρος του πληθυσμού εκτός της κοινωνικής ασφάλισης και τον αποκλείει από τις υπηρεσίες υγείας και συρρικνώνει τη χρηματοδότηση των υγειονομικών υπηρεσιών στην Ελλάδα.

Η οικονομική κρίση μπορεί να αποτελέσει απειλή για την υγεία. Σε όσες χώρες έχουν ενταχθεί σε προγράμματα του Δ.Ν.Τ έχει αυξηθεί η βρεφική και μητρική θνησιμότητα (Vrachnis et al. 2014). Τα ίδια ευρήματα αναφέρουν και οι Schraad-Tischler D. και Kroll C. (20 14) στην έκθεσή τους για την κοινωνική δικαιοσύνη στην Ευρώπη. Ο δείκτης της βρεφικής θνησιμότητας αυξήθηκε στην Ελλάδα από το 3,1 το 2011 σε 3,4 το 2014. Τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα έχουν επηρεάσει την παιδική υγεία κυρίως λόγω του μειωμένου εισοδήματος και της ανεργίας των γονέων και οι θάνατοι από αυτοκτονίας έχουν αυξηθεί κατά 45% μεταξύ 2007 και 2011, (Kentikelenis et al, 2014).

Στην περίπτωση κατά την οποία ο δείκτης ανεργίας αυξάνεται >3% για μακρά περίοδο, η επίπτωση στη θνησιμότητα από αυτοκτονίες ανέρχεται σε 4−4,5% (Κυριόπουλος, Τσιάντου 2009). Τα ευρήματα αυτά ενισχύει και η μελέτη των Economou et al (2007) σε 13 ευρωπαϊκές χώρες, η οποία έδειξε στατιστικά σημαντική σχέση της ανεργίας και της θνησιμότητας (ανά 100. 000 κατοίκους). Ειδικότερα, η αύξηση της ανεργίας κατά 1% συνεπάγεται αύξηση στο δείκτη θνησιμότητας κατά 2,18 (δηλαδή 2,18 θανάτους/100.000). Επίσης, η ίδια μελέτη κατέδειξε τη θετική συσχέτιση της ανεργίας με τη θνησιμότητα από ισχαιμική καρδιοπάθεια. Στην μελέτη των Schraad-Tischler και Kroll (2014) καταγράφεται πτώση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα από τα 66,5 έτη το 2011 σε 64,8 έτη το 2014.

(β) Επιπτώσεις στις διάφορες κοινωνικές ομάδες

Οι πολιτικές και τα μέτρα τα οποία εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης επηρεάζουν του σύνολο του πληθυσμού, όπως αυτό αποτυπώνεται στους γενικούς στατιστικούς δείκτες. Αυτό το οποίο δεν είναι εμφανές στα γενικά στατιστικά δεδομένα είναι η ανισσόροπη κατανομή των αρνητικών συνεπειών της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες. Οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονται με βασικό άξονα την ανεργία, η οποία οδηγεί σε μειωμένο εισόδημα – φτώχεια, με κύριους πρωταγωνιστές τα άτομα με μειωμένο ή απαξιωμένο εκπαιδευτικό κεφάλαιο, τις μονογονεϊκές οικογένειες, τους νέους κάτω από 25 ετών και του ηλικιωμένους πάνω από 65 ετών.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ των χωρών, όπου –όπως είναι αναμενόμενο– οι χώρες χαμηλής και μέσης ανάπτυξης πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αναπτυγμένες χώρες, αλλά και στο εσωτερικό των χωρών, έτσι ώστε οι χειρώνακτες εργάτες και τα άτομα με χαμηλή εκπαίδευση να υφίστανται τις πλέον δυσμενείς επιπτώσεις σε σχέση με τα άτομα υψηλής εκπαίδευσης της μεσαίας και ανώτερης τάξης (Κυριόπουλος, Τσιάντου 2009). Οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, επηρεάστηκαν περισσότερο από το γενικό πληθυσμό, κάτι το οποίο δεν είναι εμφανές στα συγκεντρωτικά δεδομένα. Αρνητικές επιπτώσεις είναι πιθανό να συγκεντρώνονται σε μερικές από τις πιο ευάλωτες και λιγότερο ορατές ομάδες της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών, άστεγων και χρηστών ναρκωτικών ουσιών (WHO, 2014).

Αν και η Ελλάδα ήδη είχε το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στη ζώνη του ευρώ πριν από το 2009, τα μέτρα λιτότητας, και ιδιαίτερα οι απολύσεις και περικοπές σε μισθούς και επιδόματα, έχουν σπρώξει ακόμα περισσότερους ανθρώπους στη φτώχεια. Περίπου το 11 τοις εκατό του πληθυσμού ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας Αυτά τα επίπεδα φτώχειας έχουν συμβάλει στην αύξηση της ανισότητας και του κοινωνικού αποκλεισμού (UN, 2014). Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στους φτωχούς, οι οποίοι είναι ευάλωτοι στην επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης, που προκύπτουν από την οικονομική στενότητα, έχουν ως συνέπεια να είναι ευάλωτοι σε σοβαρές βλάβες στην κατάσταση της υγείας τους (Economou, 2012).

Η δημοσιονομική κατάσταση η οποία επικρατεί στην Ελλάδα φαίνεται να επηρεάζει και κοινωνικές ομάδες οι οποίες παραδοσιακά δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα φτώχειας. Μετά την επιβολή των μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες όπως είναι η κοινωνική ασφάλιση, η στέγαση, η διατροφή, η ένδυση και η υπόδηση (ΙΝΕ, 2010).

Η δομική αστάθεια η οποία έχει δημιουργηθεί από την επιβολή αλλαγών και τις στρατηγικές για την αντιμετώπιση της συστημικής κρίσης έχουν ωθήσει σε ουσιαστική οικονομική και κοινωνική καταστροφή τον ελληνικό πληθυσμό. Το πρόγραμμα έχει ωθήσει την οικονομία σε ύφεση, σε κίνδυνο το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας του πληθυσμού και γενικά υπονόμευσε την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα. Δυστυχώς, ο ρόλος του κράτους ως παρόχου σε προσβάσιμες δημόσιες υπηρεσίες υγείας έχει υποταχθεί στον ολοένα και πιο απατηλό στόχο της αποκατάσταση ενός βιώσιμου κρατικού προϋπολογισμού (UN, 2014). Τα παραπάνω αποτυπώνονται στον δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης ανάμεσα στις χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης (Schraad-Tischler, Kroll, 2014). Η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση στον σχετικό πίνακα.


  • Συζήτηση

Οι στόχοι και η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αναφορικά με τη Δημόσια Υγεία συνοψίζονται στο Άρθρο 25 της Οικουμενικής Διακήρυξης, στο οποίο επισημαίνεται ότι: «όλοι έχουν δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο, το οποίο να επαρκεί για την υγεία και ευημερία των ίδιων, όπως και των οικογενειών τους, συμπεριλαμβανομένων της διατροφής, της ένδυσης, της στέγασης, της ιατρικής περίθαλψης και των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών, καθώς επίσης και το δικαίωμα ασφάλειας σε περίπτωση ανεργίας, ασθένειας, ανικανότητας, χηρείας, γήρατος, ή έλλειψης πόρων διαβίωσης εξαιτίας καταστάσεων πέρα από τις δυνατότητές τους...».

Η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα (2014) επισημαίνει την καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα και προσδιορίζει ως κύριο αίτιο τα μέτρα τα οποία έχουν επιβληθεί. Οι πολιτικές, οι οποίες ασκούνται για την επίλυση των προβλημάτων της αγοράς, φαίνεται να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στις κοινωνικές δομές. Η ενεργοποίηση του κράτους πρόνοιας ως αναπόσπαστο κομμάτι των τεχνολογικά προηγμένων δημοκρατιών, η αυτόνομη διοίκηση και η δημιουργία κοινωνικών συνεταιρισμών που παρέχουν υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής υποστήριξης καθώς και κοινωνικών συνεταιρισμών που λειτουργούν ως φορείς ένταξης ευπαθών κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας (ΙΝΕ, 2010β) μπορούν να αποτελέσουν το μεταβατικό στάδιο είτε προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή προς την αποδέσμευση από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές.



Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 30 Απριλίου 2015, αρ. φύλλου 786




Επιλογή σχετικών αναρτήσεων:

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος8/9/15

    Το φακελάκι! Το φακελάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος8/9/15

    #"Το φακελάκι! Το φακελάκι!"#

    H καραμέλα! Η καραμέλα! [η γνωστή...]

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.