23.12.08

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΜΝΑΤΣΑΚΑΝΙΑΝ: Η βατομουριά

Με αργά και διστακτικά βήματα το κοριτσάκι πλησίασε στη μητέρα του. Στην αγκαλιά της κρατούσε ένα μεγάλο λούτρινο αρκουδάκι και μερικές κούκλες της:
-Μανούλα, μου επιτρέπεις να πάρω το αρκουδάκι και αυτές τις κούκλες μαζί μας;
-Όχι. Η φωνή της μητέρας ήταν κρύα και απότομη. Θα πάρουμε μόνο τα απαραίτητα.
Τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του κοριτσιού. Κάθε βράδυ το κοριτσάκι αγκάλιαζε το αρκουδάκι της, του έλεγε τα αγαπημένα του παραμύθια, σαν καλή μαμά περίμενε πρώτα να κοιμηθεί το μωρό της και μετά κοιμόταν κι αυτή. Και τώρα φεύγουν μακριά, στη χώρα της μητέρας τους. Εκεί οι άνθρωποι μιλούν μιαν άλλη γλώσσα, σε ποιόν λοιπόν θα έλεγε το κοριτσάκι τα παραμύθια της, ποιός θα την καταλάβαινε;
-Μαμά, και πότε θα γυρίσουμε; ρώτησε ο μεγάλος της γιος, κουβαλώντας το ποδήλατο και τα πατίνια του.
-Ποτέ. Πάλι ακούστηκε η απότομη φωνή της μητέρας. «Θεέ μου, πώς άλλαξα έτσι; Γιατί τους μιλάω έτσι, τι φταιν τα παιδιά; Λες και έχω γίνει άλλος άνθρωπος. Ούτε εγώ η ίδια δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου».
Οι σκέψεις την βασάνιζαν: «Ξαφνικά και αναπάντεχα τίποτα δεν γίνεται στη ζωή… Μάλλον έτσι είναι».
Δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που μάζευε και πάλι τα πράγματα της εκεί, στο πατρικό της σπίτι. Τακτοποιούσε τα βιβλία της, μερικές αγαπημένες κούκλες από τα παιδικά της χρόνια, τις σημειώσεις και τα ημερολόγιά της, άλλα προσωπικά είδη… «Θα πάω, θα δουλέψω, θα βοηθήσω τους γονείς μου, θα μαζέψω και λίγα χρήματα για την προίκα μου. Έως τότε θα ηρεμίσουν τα πράγματα στην πατρίδα μου, θα γυρίσω, κάποια στιγμή θα παντρευτώ και θα είμαι κοντά στους γονείς μου…
«Εε, αν όλα στη ζωή τόσο γρήγορα και εύκολα πραγματοποιούνταν, η ζωή δεν θα είχε ενδιαφέρον». Ούτε η ίδια δεν ήξερε ποιόν δικαιολογούσε με αυτές τις σκέψεις της. «Αφού σε όλη μου τη ζωή δεν έχω πειράξει μερμήγκι !..»

Λίγες ημέρες μετά την άφιξή της από την πατρίδα, στο σπίτι των συγγενών της σε μια γιορτή, γνώρισε το μέλλοντα σύζυγο της. Σαν να ήταν σήμερα. Αναστατώθηκε, ξαφνιάστηκε. Το ίδιο φαινόταν ότι ένιωσε και ο νεαρός, αν και ήταν μεγαλύτερος της. «Όπου νάναι θα περάσει» σκέφτηκε η κοπέλα «Μάλλον επειδή δεν καταλαβαίνω την γλώσσα, γι΄ αυτό νιώθω έτσι περίεργα». Αλλά η αναστάτωση δεν περνούσε, αντίθετα προδοτικά κοκκίνισαν και τα μάγουλα. Την κάλεσε να χορέψουν. Προσπάθησαν να μιλήσουν, κάτι να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν τα κατάφερναν κι αυτό τους προκαλούσε γέλιο. Το βράδυ ο νεαρός την συνόδευσε ως το σπίτι της. Μόλις μπήκε στο σπίτι, η κοπέλα σωριάστηκε στη πολυθρόνα και άρχισε να γελάει. «Θεέ μου, είμαι μεθυσμένη,- σκέφτηκε. Αλλά απότομα συνήλθε. «Μα τι λέω, αφού δεν έχω πιεί. Μάλλον είμαι ερωτευμένη!». Ένα ρίγος πέρασε από την πλάτη της και αυτό την ανησύχησε .

Οι συναντήσεις γίνανε πιο συχνές, πιο τρυφερές, πιο ποθητές. Συναντιόταν μετά από την δουλειά, χέρι-χέρι περπατούσαν στην παραλία. Ο νεαρός ζωγράφιζε πάνω στην άμμο το σχέδιο του σπιτιού του, που θα φιλοξενούσε την ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή τους. Πάνω στην άμμο…
-Θα με γνωρίσεις στους γονείς σου; ξαφνικά τον διέκοψε η κοπέλα.
-Γιατί όχι; Αύριο κιόλας.
Όλη την επόμενη ημέρα η κοπέλα συγύριζε, μαγείρευε. «Θα τους προσφέρω τα δικά μας φαγητά, θα τους αρέσουν, είμαι σίγουρη. Πιστεύω να τους αρέσω κι εγώ. Ελπίζω να με αγαπήσουν. Γιατί όχι; Τι μου λείπει; Έχω την μόρφωσή μου, της σπουδές μου, ξέρω να κάνω τόσα πράγματα. Και η εμφάνιση μου είναι καλή. Χαμογέλασε στον εαυτό της μπροστά στον καθρέφτη. Θα τους αγαπάω κι εγώ. Αφού οι δικοί μου είναι μακριά και εγώ έχω ανάγκη από γονείς, συγγενείς». (Αχ, τι απερισκεψία, τι αφέλεια και βλακεία εκ μέρος της. Γιατί ο κόσμος όταν ερωτεύεται, χάνει το μυαλό του;)

Το τραπέζι ήταν έτοιμο, χτύπησε το κουδούνι. Μπήκαν οι καλεσμένοι. Η μέλλουσα πεθερά όχι μόνο δεν την χαιρέτισε, αλλά πέρασε από δίπλα της χωρίς καν να την προσέξει. Δύο φορές ο νεαρός προσπάθησε να ανοίξει συζητήσει για την κοπέλα και να την γνωρίσει στη μητέρα του, αλλά μάταια. Η μητέρα του άλλαζε τη συζήτηση και έλεγε τα δικά της με τους υπόλοιπους. Μόνο στο τέλος, φεύγοντας, δήθεν τυχαία, ρώτησε: «πότε θα φύγει αυτή η ξένη κοπέλα;». Το κορίτσι κατάλαβε. Η πεθερά δεν την αγάπησε και γι αυτήν θα παραμένει πάντα ξένη… (Αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω σε εκείνη την ημέρα και να αφήσει όλα και να φύγει μακριά, σε άλλη πόλη, σε άλλο κράτος!.. Να μην επέτρεπε να συμβούν όλα εκείνα που ακολούθησαν!.. Τι πόνος! Γιατί δεν έφυγε τότε;)

Σε ένα-δύο μήνες παντρευτήκανε. Έκαναν ένα μικρό τραπέζι με λύγους καλεσμένους. Η μητέρα του δεν ήρθε στο γάμο του γιου της με την ξένη. Θεωρούσε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του γιου της και «ότι αργότερα θα βάλει μυαλό και όλα θα διορθωθούν…»
«Μήπως όντως και οι δύο κάνανε το μεγαλύτερό τους λάθος;» σκεφτόταν η γυναίκα, καθισμένη σε μια από της βαλίτσες της και ανάβοντας τσιγάρο. «Γιατί είναι λάθος; Το να αγαπήσει κάνεις ξένη κοπέλα, ή ξένο άντρα είναι λάθος; Η αγάπη είναι έγκλημα; Η μήπως τώρα πράττω λάθος;» ρίχνοντας βλέμμα στις βαλίτσες της, σκεφτόταν η γυναίκα. «Αλλά όχι. Με τίποτα. Πίσω δρόμος δεν υπάρχει. Φτάνει πια». Νευρίασε και η ίδια με τον εαυτό της και με την αφέλεια της να δικαιολογεί τους πάντες. «Ποτέ δεν άκουσα από το στόμα της πεθεράς μου το όνομά μου» λες και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί σε κάποιον η γυναίκα.
Και πάλι έπεσε σε αναμνήσεις. «Κανά δυο φορές ο σύζυγος της προσπάθησε να διορθώσει την μητέρα του: «Μαμά, η ξένη έχει όνομα, είναι η γυναίκα μου, η μητέρα των παιδιών μου». Αλλά μάταια. Αργότερα και ο σύζυγός της κουράστηκε και έπαψε να παίρνει το μέρος της, συνήθισε και στο όνομα «ξένη»… «Η ξένη ήρθε, η ξένη έφυγε, η ξένη δεν είναι σπίτι…». Άκουγε η γυναίκα και έκανε υπομονή, ακόμα άντεχε.

«Η ξένη γέννησε αγόρι», άκουσε η γυναίκα την πεθερά της να λέει στο τηλέφωνο σε κάποιον. Γεννήθηκε και το δεύτερό της παιδί: «Η ξένη έκανε και άλλο».
Μέρα με την η μέρα μεγάλωνε το μίσος της πεθεράς της μπρος την γυναίκα και τα παιδιά της. Έβλεπε όλο και λιγότερες πιθανότητες να την χωρίσει από τον γιο της.
Μια μέρα δεν άντεξε άλλο η γυναίκα και φώναξε με όλη της τη δύναμη: «Μα καλά, εγώ είμαι για σας ξένη, δεν είμαι δικιά σας. Τα παιδιά αυτά όμως στο σπίτι σας γεννήθηκαν, με το δικό σας ψωμί μεγάλωσαν. Εγώ δεν τα έφερα από την πατρίδα μου», φώναξε και σωριάσθηκε στη καρέκλα. Κανείς δεν της έδινε σημασία .Όλη την υπόλοιπη ημέρα η γυναίκα έμεινε βουβή, τα δάκρυά της στέγνωσαν…
Το άλλο πρωί πήγε στη δουλειά της. Μπαίνοντας στη τάξη, χαιρέτισε και ρώτησε τους μαθητές της:
-Έχουμε στη τάξη παιδιά από ξένους γονείς ή από μικτούς γάμους; Ποιοι είναι; Σηκώστε χέρι. Σήμερα θα κάνουμε ένα διαφορετικό μάθημα. Θα μιλήσουμε για τον άνθρωπο, για την φύση, για την ανθρώπινη φύση. Όλοι μας είμαστε φτιαγμένοι από τον ίδιο Θεό, έχουμε ίσα δικαιώματα στο να αγαπάμε, να αγαπηθούμε από τους άλλους. Παρακαλώ να μην ακουστούν οι λέξεις «ξένος», «ξένη».

Μιλούσε η γυναίκα, μιλούσε ασταμάτητα, λες και ήθελε να πει όλ’ αυτά, που την έπνιγαν τόσα χρόνια, ήθελε να την καταλάβουν οι άνθρωποι, να την αφήσουν ήσυχη. Αλλά «στου κουφού τη πόρτα όσο θέλεις βρόντα».
Μπαίνοντας στο σπίτι, στα αφτιά της τα λόγια της πεθεράς της, που μιλούσε με κάποιον: «Να, ήρθε η ξένη». Η ξένη αμίλητη πέρασε στο δωμάτιο της, η πεθερά της στο δικό της.
Πέρασαν χρόνια. «Λέω να πάω με τα παιδιά στους γονείς μου το καλοκαίρι. Θα δω τους δικούς μου, τα παιδιά θα γνωρίσουν τους συγγενείς μου, θα δουν και καινούρια μέρη, είπε στον άντρα της. Μήπως αλλάξουν τα πράγματα, όσο θα λείψω;» σκέφτηκε. Ο σύζυγός της δέχτηκε.

Πολύς κόσμος, φεύγοντας από την πατρίδα του, παίρνει μαζί του χώμα από το τάφο τον δικών του, οι άλλοι παίρνουν νερό, φωτογραφίες. Η γυναίκα σκέφτηκε να πάρει μια ριζούλα βατομουριάς. «Θα φυτέψω στην αυλή μας, θα το φροντίζω και, όταν μεγαλώσει θα έχουμε πολλά βατόμουρα από την πατρίδα μου».
Με πολλή τρυφερότητα και αγάπη φρόντιζε η γυναίκα τον θάμνο, τον πότιζε και του μιλούσε στη γλώσσα της, για να μην νιώθουν μοναξιά οι δυο τους. Λες και ήταν το τρίτο της παιδί. Και αυτό δεν άρεσε στη πεθερά. Στο θάμνο κοιτούσε με την ίδια αντιπάθεια, όπως στη γυναίκα. Αφού και οι δυο ήταν ξένοι.
Το φθινόπωρο ο θάμνος έδωσε καρπούς. «Σε δυο μέρες θα μαζέψω και θα φτιάξω γλυκό» σκέφτηκε η γυναίκα.

Το άλλο πρωί, όταν άνοιξε το παράθυρο για να αερίσει το δωμάτιο της, είδε όλους τους καρπούς της βατομουριάς μαζί με τα φύλλα κομμένα και πεσμένα κάτω. Έτρεξε έξω ανάστατη, λες και είχαν πειράξει τα παιδιά της. Αλλά ποιο το όφελος; Φώναζε η γυναίκα, έλεγε όλα, πόσα είχαν μαζευτεί μέσα της τόσα χρόνια, δεν άντεχε άλλο. Αυτή τη φορά ανακατεύτηκε και ο σύζυγος της. Οι τρεις τους φώναζαν, καθένας έλεγε τα δικά του, θεωρώντας ότι αυτός έχει δίκιο. Κουρασμένη, αδύναμη, πληγωμένη μέχρι το βάθος της καρδιάς της, πήγε στο δωμάτιό της , έπεσε στο κρεβάτι της και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα. Έτσι με τα ρούχα την πήρε ο ύπνος. Το πρωΐ με δυσκολία σηκώθηκε από το κρεβάτι , ένιωθε πολύ αδύναμη. Άνοιξε το παράθυρο για να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Το σώμα της παρέλυσε, δεν μπορούσε να βγάλει μηλιά .Αυτό που έβλεπε της έφερε πόνο και τρόμο με το μέγεθος της κακίας και το μίσους του. Η βατομουριά έλειπε λες και δεν υπήρχε ποτέ. Την είχαν ξεριζώσει και στη θέση της είχαν βάλει μία πέτρα. Όλα ξεκαθάρισαν για αυτήν.

-Μανούλα, ήρθε το ταξί, περιμένει, έξω, διέκοψε τις σκέψεις της η κόρη της.
-Μαμά, αλήθεια, εμείς δε θα γυρίσουμε ποτέ; Όλα σωστά τα σκέφτηκες; σαν μεγάλος ρώτησε ο γιος της .
-Πάρα πολύ σκέφτηκα, παιδί μου. Αυτό είναι το σωστό.
-Μαμά, όμως εμάς εκεί δε θα φωνάζουν ξένους, όπως εδώ εσένα; ρώτησε το κοριτσάκι με αθωότητα.

Η γυναίκα πάλι σωριάστηκε στις βαλίτσες και ξέσπασε σε κλάματα .Αυτό δεν το είχε σκεφτεί.
μετάφραση από τα αρμενικά: Καρινέ Μπανταλιάν

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 27.11.2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.