14.12.08

ΜΕΡΟΠΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΓΓΕΛ: Ποιος είναι αυτός;

Πρόσφατα σε κάποιο κείμενο που υπογράφει ο Άγγελος Δεληβοριάς καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, διάβασα μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ας αφήσουμε λοιπόν τα σχολεία στην μακαριότητα της εκπαιδευτικής τους αποστολής, τα μουσεία στην ένδεια της νηφαλιότητάς τους και την τέχνη στην τραγική της μοναξιά».

Πόσο δίκαιο έχει αλήθεια για τα σχολεία –την κατάσταση της παιδείας στην χώρα μας την γνωρίζουμε όλοι καλά- για τα μουσεία τα οποία για να επιβιώσουν πρέπει να συναγωνιστούν τα ξένα μουσεία πρώτα, τα γήπεδα ποδοσφαίρου ίσως και τα ξενυχτάδικα μετά. Όσο για την τέχνη, εκεί τα πράγματα είναι δυσκολότερα και ίσως τραγικά. Φυσικά τα πάντα από την παιδεία ξεκινούν, κι αν η παιδεία έχει ως στόχο την ανύψωση του ανθρώπου με γνώση, ευαισθησία, κρίση, καλλιέργεια τότε η τέχνη που καλλιεργεί την ευαισθησία, που είναι χώρος επικοινωνίας χωρίς φραγμούς, είναι ουσιαστικός παράγων της παιδείας.

Όλες οι μορφές τέχνης, θέατρο, μουσική, εικαστικές τέχνες κλπ, καλλιεργούν τον άνθρωπο και διευρύνουν τον πνευματικό του ορίζοντα. Δυστυχώς στην χώρα που ζούμε είναι δύσκολο να μιλάμε για καλλιτεχνική παιδεία. Τα λεγόμενα καλλιτεχνικά μαθήματα έχουν μπει στα σχολεία, αλλά αντιμετωπίζονται απαξιωτικά και μερικές φορές με περίεργο τρόπο. Η εκπαίδευση εξ άλλου στον τόπο μας λειτουργεί σαν παραγωγική διαδικασία και τα πάντα υπακούουν σε αυτήν την κατεύθυνση.

Οι διδακτικές ώρες που διατίθενται στα καλλιτεχνικά μαθήματα θεωρούνται από τους περισσότερους κατασπατάληση ωφέλιμου χρόνου. Αυτή η αντίληψη βέβαια δύσκολα θα μπορούσε να ονομαστεί εκπαιδευτική. Η τεχνολογική εκπαίδευση είναι σίγουρα αναγκαία στις μέρες μας, αλλά εντελώς απαραίτητα είναι επίσης τα καλλιτεχνικά μαθήματα για να μπορέσει να διασώσει η παιδεία το ανθρώπινο πρόσωπό της. Αυτό είναι τελικά εκείνο που θα την σώσει, που θα σώσει τον ίδιο τον άνθρωπο από την μαζικοποίηση και την μετατροπή του σε ηλεκτρονικό σύστημα.

Φυσικά αν όλα ξεκινούν από την παιδεία, σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι άμοιρος ευθυνών και ο ίδιος ο εκπαιδευτικός. Η τέχνη θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται διαφορετικά αν υπήρχε γι’ αυτήν πραγματικός και σταθερός χώρος μέσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει.

Όσοι ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, έχουν πολλές ελπίδες να επισκεφθούν μουσεία, εκθεσιακούς χώρους, να συναναστραφούν και να παρακολουθήσουν από κοντά ανθρώπους και γεγονότα στον χώρο που ονομάζεται τέχνη. Οι άνθρωποι που κατοικούν στην επαρχία, είναι λιγότερο τυχεροί και πολύ σπάνια έχουν τέτοιου είδους ευκαιρίες. Ορισμένες φορές βέβαια δίνονται ευκαιρίες αλλά η αδιαφορία, η μιζέρια και πολλές φορές η άγνοια καταστρέφει και την καλύτερη προσπάθεια.

Σε μία τέτοια προσπάθεια θα αναφερθώ, και πραγματικά από την στιγμή της υλοποίησής της και πέρα, δεν το κρύβω ότι πολλές φορές σκέφτηκα, πως πριν αποφασίσουμε να εξοικειώσουμε τους άλλους με την τέχνη, θα ήταν φρονιμότερο ίσως να εξοικειωθούμε πρώτα εμείς οι ίδιοι με τα προβλήματα του τόπου, με το «κλίμα πολιτισμού» της πόλης μας και γενικότερα της παιδείας του χώρου που ζούμε και κινούμαστε.

Το περασμένο Μάϊο και αφού είχαν πραγματικά προηγηθεί από μέρους μου και από μέρους της κας Ειρήνης Γεωργοσοπούλου Μισκία, προέδρου τότε της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καστοριάς, σημαντικές προσπάθειες για να έρθει σε επαφή ο καστοριανός λαός (παιδιά και εκπαιδευτικοί της πόλης) με το έργο του Λουκά Σαμαρά, οργανώθηκε και στήθηκε μία δύσκολη και δαπανηρή εκδήλωση. Φυσικά η προσπάθεια ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, άδεια για φωτογράφηση και επανεκτύπωση έργων του Σαμαρά από την Pace Gallery, επαφή με την επιμελήτρια της έκθεσης Λουκά Σαμαρά, επιλογή χώρου, στήσιμο έκθεσης, προσκλήσεις, ενημέρωση όλων των σχολικών μονάδων, μεταφορά της έκθεσης στο δημαρχείο κλπ.
Οι δυσκολίες ήταν πολλές ειδικά σε ό,τι αφορά το στήσιμο της έκθεσης, μια που όλοι γνωρίζουμε καλά πως στην πόλη μας θα πρέπει να παρακαλέσεις για χώρο και κατόπιν να ευχαριστήσεις αντί να σε ευχαριστούν.

Φυσικά μία εκδήλωση θεωρείται επιτυχημένη, όχι μόνο από την όλη προσπάθεια που μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι υπεράνθρωπη, αλλά και από το αποτέλεσμα. Και αυτό πραγματικά ήταν απογοητευτικό αν σκεφτεί κανείς τις 450 προσκλήσεις προς πολιτιστικούς συλλόγους, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, φορείς, δημόσια πρόσωπα κ.λ.π και την ενημέρωση όλων των σχολείων της πόλης σχετικά με το γεγονός. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω πως όχι μόνο την ημέρα της εκδήλωσης η προσέλευση εκπαιδευτικών-παιδιών ήταν απογοητευτική, αλλά καθ’ όλη την διάρκεια παραμονής των έργων του Λουκά Σαμαρά στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου συνέβη ακριβώς το ίδιο.

Δεν είναι η πρώτη φορά όταν κανείς παρακολουθεί τέτοιου είδους εκδηλώσεις που διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Ίσως οι προσδοκίες μας να ήταν μεγάλες γιατί απευθυνθήκαμε σε σχολεία, εκπαιδευτικούς, σε παιδιά και γιατί η όλη προσπάθεια είχε στόχο την γνωριμία κυρίως όλων αυτών με τον παγκοσμίου φήμης καστοριανό καλλιτέχνη.

Θα μπορούσα να αναφέρω διάφορα πικρά σχόλια για τον Λουκά Σαμαρά και όχι μόνο που σημειώθηκαν κατά την διάρκεια της εκδήλωσης αλλά ακόμη και πριν και μετά από αυτήν, δεν το κάνω. Αφιερώνω το κείμενο που ακολουθεί (είναι το τελευταίο που γράφω για τον Λουκά Σαμαρά) και εύχομαι κάποτε οι άνθρωποι που ορίζουν τον πολιτισμό στον Δήμο Καστοριάς να τιμήσουν αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη όπως του αξίζει.

Όσο για τους μαθητές υπάρχει χρόνος για τον καθένα από αυτούς να γνωρίσει ένα σπουδαίο καλλιτέχνη. Ίσως σε κάποια επίσκεψή τους σε ένα μεγάλο μουσείο, ίσως μέσω ίντερνετ, ίσως εάν η πόλη του διαθέτει πινακοθήκη, ή ίσως όταν ο άνθρωπος, ο Έλληνας, θα μπορέσει να επικυρώσει τον στοχασμό του Τόμας Μαν ότι «η πορεία της ανθρωπότητας είναι πορεία προς τον άνθρωπο» και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο όταν οι τέχνες επωαστούν στο πρωτογενές κύτταρο του πολιτισμού, δηλαδή το σχολείο.

Κύτταρο πολιτισμού θα μπορούσε να είναι και η δική μας πόλη η οποία υπάρχει και αναπνέει μέσα σ’ ένα αξιοζήλευτο περιβάλλον από μοναδικούς πολιτιστικούς θησαυρούς παρ’ όλες τις κακοποιήσεις που δέχτηκε και δέχεται. Τα προβλήματα βέβαια της πολιτιστικής προόδου του τόπου μας είναι τεράστια και η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή από το πώς τη φαντάζεται κάποιος. Ίσως άποψη των πολλών είναι ότι είναι πολυτέλεια η ανάπτυξη της αισθητικής, της καλλιέργειας, της ευαισθησίας και της τέχνης τη στιγμή που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε καθημερινά τα προβλήματα της επιβίωσης.

Πάντα πίστευα πως πολιτισμός δεν είναι οι εκδηλώσεις που χρηματοδοτούνται από το ομώνυμο υπουργείο, ούτε ίσως οι σκέψεις διανοούμενων της κοινωνίας μας, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κάθε πολίτης έχει την δυνατότητα να νηματοδοτεί την καθημερινότητα του να αξιολογεί του στόχους του, να λαμβάνει μέρος ακόμη και σε απλά γεγονότα που μπορούν να απεγκλωβίσουν την καθημερινότητα του. Θα πρέπει όμως και ο ίδιος ο πολίτης να θέλει να απεγκλωβιστεί, κάτι για το οποίο έχω αρχίσει πλέον να αμφιβάλλω.

Η πολιτιστική αναβάθμιση της πατρίδας μας είναι ίσως περιχαρακωμένη γιατί ο πολιτισμός της δεν ξεφεύγει από την λογική των λογιστικών αριθμών και των φολκλορικών εκδηλώσεων και γιατί η πολιτική του θεαθήναι είναι πάντα ένα σίγουρο μέσο που οδηγεί την πολιτιστική ανάπτυξη πιο πίσω και από το αδιέξοδο που βρίσκεται τώρα.
Υπάρχουν φωνές που ακούγονται (π.χ. η εξαιρετική προσπάθεια από το σύλλογο Σπασμένο Ρόδι) και μεμονωμένες παρουσίες που η κραυγή τους μένει δυστυχώς μετέωρη μέσα στην πολιτιστική νάρκωση του τόπου.

Ο Δήμος Καστοριάς και όλοι οι τοπικοί πολιτικοί φορείς έχουν επιδείξει τραγική αδιαφορία αποφεύγοντας να επενδύσουν ουσιαστικά στον πολιτισμό με ολέθρια αποτελέσματα. Δίχως Πνευματικό Κέντρο- χαίρονται και καμαρώνουν τις δωρεές συμπολιτών – κοροϊδεύοντας χρόνια για το δήθεν κτήριο που θα στέγαζε την Πινακοθήκη (σήμερα εργαστήρι μουσικών οργάνων), αφήνουν την πολιτιστική κατάσταση να φυτοζωεί και να ακροβατεί από σύλλογο σε σύλλογο και από ιδιώτη σε ιδιώτη.

Ο τόπος μας έχει πλούσιο δυναμικό, ζωγράφους, γλύπτες, ποιητές, φωτογράφους, συγγραφείς κλπ. Για όλους αυτούς δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα και η στοιχειώδης αναγνώριση με αποτέλεσμα να είναι απομονωμένοι. Υπάρχουν καστοριανοί δημιουργοί ευρείας φήμης και παγκόσμιας, εντελώς άγνωστοι στην ίδια τους την πατρίδα με τα έργα τους να φιλοξενούνται σε διάφορα μουσεία του κόσμου αλλά και στην Εθνική πινακοθήκη Αθηνών μέχρι και στην πινακοθήκη Μετσόβου. Μόνο στην πατρίδα τους είναι αγνοημένοι και περιφρονημένοι.
Ως πότε άραγε;

Η γενιά μας και η αυριανή γενιά ήδη πληρώνουν από την αδιαφορία των ιθυνόντων.
Ως πότε άραγε θα μιλούμε για πολιτισμό, για πολιτιστικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες δίχως Πνευματικό κέντρο, Πινακοθήκη, χώρους πολιτισμού.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την εκδήλωση εικαστικού χαρακτήρα με σκοπό την γνωριμία με τον Λουκά Σαμαρά. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάϊο στο χώρο του Κ.Π.Ε όπου παρουσιάστηκαν:
-Έκθεση έργων του Λουκά Σαμαρά (φωτογραφίες μεγάλων και μικρών διαστάσεων από πρωτότυπα έργα του).
-Έκθεση με θέμα “Ένα κουτί για τον Λουκά Σαμαρά».
-Βίντεο προβολή: Λουκάς Σαμαράς
-Ομιλία για τον καλλιτέχνη με ταυτόχρονη προβολή σλάϊτς για το έργο και τη ζωή του καλλιτέχνη.
-Εικαστική δημιουργία των παιδιών με θέμα: Κουτιά-κρύπτες για τον Λούκα Σαμαρά.
Ευχαριστώ θερμά όλους όσους παρευρέθηκαν στην εκδήλωση. Επίσης τους μαθητές Βίβιαν Βάρνη, Δημήτρη Γκίτσο, Γιάννη Γκίτσο, Λύδια Μισκία, Δημήτρη Πολίτα, Σοφία Πουργουντζίδου.


.


ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΥΚΑ ΣΑΜΑΡΑ

Κυρίες, κύριοι φίλες και φίλοι, αγαπητά μου παιδιά

Βρεθήκαμε εδώ σήμερα για να ταξιδέψουμε μαζί στο χώρο που λέγεται τέχνη.
Η τέχνη είναι επικοινωνία. Τα εικαστικά είναι κι αυτά μια μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας. Μας αποσπούν από τη μοναξιά μας τοποθετούν σ’ έναν κόσμο όπου δίνουμε κι παίρνουμε, συμμετέχουμε, άρα επικοινωνούμε. Η εικαστική γλώσσα όπως η γλώσσα του προφορικού και του γραπτού λόγου έχει τις δικές της αρχές και τους δικούς της νόμους, που έχουν άμεση σχέση με τους νόμους της φύσης, της ψυχολογίας, και όχι μόνο αφού η Τέχνη είναι ένας τρόπος έκφρασης, μια μορφή επικοινωνίας που συναντάμε στις ανθρώπινες κοινωνίες από την αρχή της ύπαρξής τους. Τέλος ας γνωρίζουμε ότι η Τέχνη εξελίσσεται, αμφισβητεί, δεν δέχεται κανόνες και συνταγές, δεν υποτάσσεται.

Αφορμή λοιπόν αυτής της σπουδαίας Γιορτής της Τέχνης που οργανώσαμε σήμερα -γιατί είναι μια πραγματική γιορτή χαράς και κατ’ επ’ επέκταση δημιουργίας η επαφή και γνωριμία με το έργο ενός σπουδαίου καλλιτέχνη- στάθηκε ένα κουτί. Ένα εικαστικό κουτί -δημιουργική πράξη- που έφερε μια ομάδα παιδιών σε επαφή με το έργο του Καστοριανού διάσημου καλλιτέχνη Λουκά Σαμαρά. Ακολούθησε η δημιουργία ενός οπτικοακουστικού με τα παιδιά του εργαστηρίου (εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Πασχάλη Μούσιο γι’ αυτή του την προσπάθεια και για την συνεργασία μας και ίσως όλα θα είχαν τελειώσει εκεί εάν δεν υπήρχε το όνομα Λουκάς Σαμαράς.

Το όνομα αυτό ακούστηκε στη Καστοριά αρκετές φορές. Ο τύπος πανελλήνια (1η αναφορά έγινε στον τόπο μας από την τοπική εφημερίδα ΟΔΟ) ασχολήθηκε με τον Σαμαρά και κυρίως κατά τη διάρκεια της αναδρομικής του έκθεσης τον Απρίλιο του 2005 στην Ελλάδα στο χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης. Δυστυχώς η πλειοψηφία των Καστοριανών και ειδικότερα τα παιδιά έχουν άγνοια για τέτοιου είδους θέματα.

Η ευκαιρία, λοιπόν, να γίνει γνωστός ο Σαμαράς και το έργο του στην πόλη που γεννήθηκε ήταν κοντά αλλά και τόσο μακριά για μένα αφού σίγουρα μόνη μου δεν θα μπορούσα να υλοποιήσω μια τέτοια εκδήλωση. Ο άνθρωπος λοιπόν που πίστεψε, στήριξε αυτή την ιδέα, και προσπάθησε με όλες τις δυνάμεις του για την υλοποίησή της ήταν η κα Ειρήνη Γεωργοσοπούλου Μισκία. Χωρίς αυτήν δεν νομίζω πως θα βρισκόμασταν όλοι εδώ τώρα. Την ευχαριστώ θερμά όπως επίσης ευχαριστώ τη βιβλιοθήκη Καστοριάς, το ΚΔΑΠ, και το ΚΠΕ. Ας μπούμε λοιπόν στην ουσία της συνάντησής μας που είναι η γνωριμία μας με τον Λουκά Σαμαρά αυτόν τον ιδιαίτερο καλλιτέχνη με τις ελληνοβυζαντινές ρίζες.

Το όνομα του Λουκά Σαμαρά το περιβάλλει ένα μυστήριο, ένας θρύλος. Ίσως ποτέ άλλοτε τέχνη και καλλιτέχνης δεν ταυτίστηκαν τόσο απόλυτα. Ο Λουκάς Σαμαράς ζωγράφισε, μελέτησε και φωτογράφισε τον άνθρωπο, παρέμεινε αγνός και τίμιος με την τέχνη, μοναχικός ερημίτης πιστός στις αρχικές του ιδεολογίες. Δύο από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου φιλοξενούν δυο Έλληνες που πέρασαν στην ιστορία της τέχνης με μεγάλα γράμματα: τον Ελ Γκρέκο και τον Λουκά Σαμαρά, πατέρα της σύγχρονης αμερικανικής τέχνης. Ο Λουκάς Σαμαράς είναι ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στην Καστοριά το 1936 από τον Δαμιανό Σαμαρά και την Τρυγώνα Σιώτκα. Τα πρώτα 12 χρόνια της ζωής του τα έζησε στην Καστοριά. Γαλουχήθηκε από το περιβάλλον του ανάμεσα στις βυζαντινές εκκλησίες τη λίμνη και τ’ αρχοντικά. Το 1939 ο πατέρας του Σαμαρά ταξιδεύει για δουλειές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1940 ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και ο Σαμαράς βιώνει στην Καστοριά τα δύσκολα εκείνα χρόνια της πείνας και της στέρησης. Ο πατέρας του μετανάστης στην Αμερική δέχτηκε την γυναίκα του και τον γιο τους ένα πρωινό του 1948 στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Τα πρώτα του χρόνια στην νέα του πατρίδα ο Λουκάς τα πέρασε ανάμεσα στο σχολείο και στο μαγαζί του πατέρα του στο Μανχάταν. Κάποτε ο Λουκάς θα πει: “Όταν έφτασα στην Αμερική ένιωθα εντελώς παρείσακτος. Δεν ήξερα Αγγλικά και με ρίξανε σε ένα δημόσιο σχολείο και ο μόνος τρόπος επιβίωσής μου ήταν τα καλλιτεχνικά. Εκεί δεν ήμουν αναγκασμένος να μιλήσω, γιατί μπορούσα να ζωγραφίζω”. Στο μεταξύ η οικογένειά του Σαμαρά αποκτά και νέο μέλος, την αδερφή του Carol. Ο Λουκάς τελειώνοντας το Γυμνάσιο Memorial είναι σίγουρος πως ο δρόμος της ζωής του είναι η Τέχνη. Το 1955 γίνεται αμερικανός πολίτης, κερδίζει κρατική υποτροφία για τη Σχολή Καλών Τεχνών και Επιστημών. Σπουδάζει ιστορία στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και υποκριτική στη σχολή της Στέλλας Άντλερ. Παρουσιάζει το πρώτο του έργο στην γκαλερί “Γκρην” του Σόχο. “Μία αναπαράσταση της κρεβατοκάμαρας του”. Φτιάχνει επίσης παστέλ και τα πρώτα του κουτιά που είναι μικρά ξύλινα κιβώτια. Γράφει διηγήματα, επιδίδεται στα happenings (συμβάντα). Κατασκευάζει ταινίες μικρού μήκους. Επίσης αρχίζει να δημιουργεί κατασκευές με καθρέφτες, γλυπτά, φωτογραφίζει και εκδίδει περιοδικά.

Οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της Νέας Υόρκης μιλούσαν ήδη με θαυμασμό γι’ αυτό το καταπληκτικό ταλέντο. Στις αρχές του 1970 είναι πλέον καθιερωμένος ως πρωτοπόρος καλλιτέχνης που σφράγισε την εποχή του και επηρέασε τους σύγχρονους του, αλλά και τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Οι τιμές των έργων του εκτινάζονται στα ύψη. Αγοράζει διαμέρισμα στο Μανχάταν και επενδύει σε έργα τέχνης. Οι τεχνοκριτικοί άρχισαν να γράφουν διθυράμβους για τις θαυμάσιες ζωγραφικές συνθέσεις, τα γλυπτά, τα περίφημα πολύχρωμα ψηφιδωτά κουτιά του και τα εντυπωσιακά κολλάζ.
Στα πρώτα του έργα ανήκουν οι συνθέσεις “φαγητών” από πορσελάνη, σίδερα και άλλα υλικά, ενώ γύρω στα 1960 άρχισε τη μεγάλη σειρά των έργων του τα “Κουτιά”, κατασκευασμένα από διάφορα υλικά. Προχωρώντας ακόμη πιο πέρα δημιούργησε κι άλλα αντικείμενα, συνθέσεις βιβλίων με παρεμβολές αιχμηρών αντικειμένων, όπως ξυραφάκια, καρφίτσες, πινέζες και άλλα δημιουργώντας ένα απειλητικό και συγχρόνως επιθετικό κλίμα για τον θεατή.

Δουλεύει με ποικίλα υλικά και τεχνικές, όπως παστέλ, χρωματιστά μολύβια, κάρβουνο, λάδι, χάντρες, καθρέφτες με αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν παράξενο μικρόκοσμο.
Τα κουτιά του είναι “αναμνήσεις” μιας ολόκληρης ζωής, αλλά λειτουργούν και ως “σύμβολα” του παρελθόντος. Οι γυάλινες κατασκευές του επαναλαμβάνουν τα αντικείμενα άπειρες φορές, παραπλανούν, εγκλωβίζουν, τεμαχίζουν. Ο καθρέφτης χρησιμεύει στον Σαμαρά ως προσωπείο απόκρυψης του αληθινού προσώπου και της αγωνίας του. Η δημιουργικότητα του Σαμαρά είναι αστείρευτη γεγονός που αντανακλάται στην πολυμορφία των έργων του. Το αποκορύφωμα της δημιουργικής του έξαρσης ήταν οι περίφημες σειρές των Πολαρόϊντ με τις αυτοπροσωπογραφίες και τα πορτραίτα φίλων του και γνωστών.
Η εμμονή στο πρόσωπο και στο σώμα του αποκαλύπτουν την εξάρτησή του από τη μυθολογία της βυζαντινής εικόνας.

Ο ίδιος δηλώνει ως ο τελευταίος Βυζαντινός όταν δίνει συνέντευξη στον εαυτό του. “Δεν θα ήθελα να είμαι νεοτίποτα. Αλλά αν έπρεπε να μου δώσεις ένα παλαιό όνομα, τότε φώναξέ με τον τελευταίο Βυζαντινό”. Ο Σαμαράς είναι δημιουργός, ηθοποιός, θεατής του ίδιου του του έργου. Ο ίδιος σε συνεντεύξεις του θέτει στον εαυτό του υπαρξιακά ερωτήματα, αναζητά την ταυτότητά του, ψάχνει κάτι να βρει, δηλώνοντας:
Μεγαλώνοντας, τα πρωταρχικά στοιχεία που κουβαλάς μέσα σου από την καταγωγή σου, από τον πατέρα και την μητέρα σου, από τα συγγενικά πρόσωπα ή από τις καταστάσεις που έχεις βιώσει, αντικατοπτρίζονται στον τρόπο που λειτουργείς, στον τρόπο που περπατάς, που χαιρετάς ή κινείσαι. Τότε ψάχνεις να δεις τι πραγματικά είναι πίσω απ’ αυτά. Κοιτάζοντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη, αντικρίζεις τους γονείς σου. Είναι κάτι σοκαριστικό: την μια στιγμή κοιτάζεσαι και αναγνωρίζεις τον πατέρα σου και μετά ξανακοιτάς και βλέπεις την μητέρα σου. Αφού λοιπόν αυτά τα στοιχεία υπάρχουν συνειδητοποιημένα μέσα σου, μπορείς να παίζεις μαζί τους εάν θέλεις.

Το 1976 ο Σαμαράς αγοράζει μια ραπτομηχανή και ξεκινά μια σειρά έργων από ύφασμα, την οποία αργότερα θα ονομάσει (Ανακατασκευές). Τα πρώτα έργα μοιάζουν με υφασμάτινα πάτσγουορκς που περιέχουν ελληνικά γράμματα τα οποία συμβολίζουν τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του. Το 1978 παρουσιάζει τα έργα του από ύφασμα στην έκθεση (Ανακατασκευές του Σαμαρά) στην Pace Gallery και σχολιάζει ο ίδιος: “Φτιάχνω αυτούς τους μανδύες για τη μητέρα μου. Η μητέρα μου πέθανε πριν δυο χρόνια σχεδόν. Δεν ήμουν εκεί να το δω. Δεν ήμουν εκεί να τη δω. Όμως αυτά είναι σάβανα για να την τυλίξουν. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Έχουν αξία. Δεν είναι ωραία, αλλά είναι το καλύτερο που μπορούσα να κάνω για εκείνη”.

Στις προθέσεις του Σαμαρά είναι να εξερευνήσει το μυστηριώδες. Οι κατασκευές του αιφνιδιάζουν πάντα. Στη δεκαετία του ’80 παρουσιάζει μπρούντζινα αγαλματίδια, φτερωτά πλάσματα ή ξαπλωμένες μορφές που συσπώνται και μπλέκονται. Επίσης φτιάχνει μεγάλο αριθμό σχεδίων με χρωματιστά μολύβια και παστέλ και τη σειρά Πανοράματα (Panorama) σύνθετες φωτογραφίες του εαυτού του και άλλων. Ταυτόχρονα κατασκευάζει καρέκλες, κεφαλές, αντικείμενα καλυμμένα με απομιμήσεις πολύτιμων λίθων.
Το 1990 μετακομίζει σε νέο διαμέρισμα σε ένα από τα υψηλότερα και κομψότερα κτίρια του Manhattan. Κάθε μέρα επί δυο μήνες μετέφερε σε πλαστικές και χάρτινες σακούλες τα πιο εύθραυστα αντικείμενά του από το παλιό του σπίτι στο νέο. Όπως και στις υπόλοιπες κατοικίες του το διαμέρισμα αποτελεί ταυτόχρονα και το εργαστήριό του. Σχεδιάζει μόνος του τα έπιπλα για το νέο του χώρο.

Λέει: «Όταν ζεις μόνος σου γίνεσαι το ακροατήριο, ο άλλος στην ίδια σου την ζωή»
Πιστεύω ότι η παιδική ηλικία του Σαμαρά στην Καστοριά γύρω στα 1940-48 και η εφηβεία του επίσης στη Νέα Υόρκη 1955-56 καθόρισαν τις επιλογές του και την ίδια του την ψυχή. Ο βυζαντινός πλούτος της Καστοριάς σίγουρα τον επηρέασε. Η δημιουργία χρυσών κοσμημάτων έχει αφετηρία τον τόπο καταγωγής του την Καστοριά. Τότε που μικρός πήγαινε στην εκκλησία και έβλεπε τους παπάδες με άμφια και κοσμήματα. Ο ίδιος αναφέρει: “Μια από τις πιο δυνατές εικόνες που έχω από το παρελθόν μου είναι όταν πέθανε η προγιαγιά μου. Μαζί με ένα ξάδελφο μου περπατήσαμε μερικά μίλια για να πάμε σε κάποιο σπίτι σε μια άλλη πλευρά της πόλης να δανειστούμε αυτήν την θαυματουργή εικόνα την οποία μεταφέραμε στο σπίτι της προγιαγιάς μου”.

Το 2000 ο Σαμαράς παρουσιάζει τη νέα του δουλειά με τίτλο (Τραύματα). Πρόκειται για πίνακες μεγάλων διαστάσεων σε χρυσαφί τόνο με κόκκινες πινελιές στο κέντρο.
Επίσης αντικείμενα καλυμμένα με πολύχρωμη παχύρρευστη ακρυλική μπογιά, στα οποία ο Σαμαράς δίνει σύνθετη ονομασία με πρώτο συνθετικό της ελληνικής λέξης Chroma (Chromacubes, Chromacylinders). Ακολουθούν οι φωτοφαντασιώσεις. Ο Σαμαράς φωτογραφίζει για πρώτη φορά εξωτερι κούς χώρους κυρίως το Central Park της Νέας Υόρκης και χρησιμοποιεί υπολογιστή για να επεξεργαστεί τις φωτογραφίες. Το 2004 ξεκινάει μια καινούργια σειρά έργων. Πρόκειται για σύντομες ταινίες που έχει επεξεργαστεί στον υπολογιστή με το πρόγραμμα Quick Time. Η σειρά ονομάζεται Photoflicks (Φωτοταινίες). Οι φωτοταινίες παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην έκθεση που έγινε το 2005 στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας ανάμεσα σε 450 έργα του Λουκά Σαμαρά. Επίσης εκεί παρουσιάζεται για πρώτη φορά το έργο (Αγκάλιασμα) το οποίο αποτελείται από ξύλο, καθρέπτες, κόλλα και κατασκευάστηκε ειδικά για την αναδρομική του αυτή έκθεση.
Κλείνοντας αυτή τη μικρή αναδρομή στο έργο του Σαμαρά θα ήθελα να πω ότι δεν είναι εύκολο να δοθεί έστω και σχηματικά μια επισκόπηση του καλλιτεχνικού του έργου. Ενός απερίγραπτα μεγάλου έργου που έχει παρουσιαστεί στις μεγαλύτερες πρωτεύουσες του κόσμου και βρίσκεται διεσπαρμένο σε μουσεία, πινακοθήκες και συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ο Σαμαράς εξ’ άλλου δεν επανέρχεται στα ήδη κεκτημένα του αλλά συνεχώς μεταμορφώνεται. Έμαθε να ζει με τον εαυτό του και να μπορεί να βλέπει ακόμη και έξω από την ίδια του τη σαρκική ύπαρξη. Είναι βέβαιο πως δε μπορώ να γνωρίζω αν η ζωή του Λουκά Σαμαρά είναι ή μοιάζει με παραμύθι ανάμεσα σε μαγικά κουτιά, καθρέπτες ψυχής, δαίμονες, τέρατα σειρά Πολαρόϊντ, ζωγραφικές συνθέσεις και γλυπτά. Γνωρίζω σίγουρα όμως πως ο ασκητής Σαμαράς δημιούργησε εικόνες τέχνης παγκόσμιας αποδοχής, με πρωταγωνιστή τον κρυμμένο του εαυτό -τον θωρακισμένο άνθρωπο- αυτόν που ελάχιστοι τολμούν να αναζητήσουν στον καθρέφτη της δικής τους αυτοσυνειδησίας.

Σημ. Οι φωτογραφίες από πρωτότυπα έργα από την έκθεση του Λουκά
Σαμαρά είναι πλέον τοποθετημένες σε ειδικές κατασκευές (κορνίζες με τζάμι)
και βρίσκονται στην κατοχή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καστοριάς.





ΗΜΟΥΝ Έλληνας και αυτό σήμαινε Δίας, Θησέας, Ερμής, Αθηνά, Ηρακλής, Θεμιστοκλής, Ηρώ και Λέανδρος, Περσία, Γυμνότητα, Σοφία, Λευκό μάρμαρο και Έρωτας. Ήμουν Μακεδόνας και αυτό σήμαινε Αλέξανδρος, Μυστηριακή λάμψη του Βυζαντίου, Χριστός και παράδεισος, Τουρκία, φόνος και Ανάσταση. Ήμουν Καστοριανός κι αυτό περιλάμβανε τα σπίτια, τη λίμνη, τους γέροντες, έθιμα, πόλεμο, τη μάνα μου και την οικογένειά της… Όταν διάβαζα για τα ρωμαϊκά θεάματα, τους εποικιστές της νέας Αγγλίας, τους αιγύπτιους γραφιάδες συνέδεα κάθε τέτοια μακρινή εικόνα με μια γειτονιά, ένα καλοκαίρι ή κάποιο σημείο της Καστοριάς.
Νιώθω σαν η ιστορία του κόσμου να έλαβε χώρα στα παιδικά μου χρόνια.
Μεγαλώνοντας, τα πρωταρχικά στοιχεία που κουβαλάς μέσα σου και από την καταγωγή σου, από τον πατέρα και την μητέρα σου, από τα συγγενικά πρόσωπα ή από τις καταστάσεις που έχεις βιώσει, αντικατοπτρίζονται στον τρόπο που λειτουργείς, στον τρόπο που περπατάς, που χαιρετάς ή κινείσαι. Τότε ψάχνεις να δεις τι πραγματικά είναι πίσω απ’ αυτά. Κοιτάζοντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη, αντικρίζεις τους γονείς σου.
Είναι κάτι σοκαριστικό: την μια στιγμή κοιτάζεσαι και αναγνωρίζεις τον πατέρα σου και μετά ξανακοιτάς και βλέπεις την μητέρα σου. Αφού λοιπόν αυτά τα στοιχεία υπάρχουν συνειδητοποιημένα μέσα σου, μπορείς να παίζεις μαζί τους εάν θέλεις.
Πολιτισμός. Αυτή είναι μια ακόμη ένδειξη της διχασμένης μου ύπαρξης. Η Ελλάδα είναι η προϊστορία μου, το παρελθόν μου, το υποσυνείδητο, η φαντασίωση. Η Αμερική είναι η ιστορία μου. Η συνειδητή ενήλικη ζωή μου, η πραγματικότητα. Γράφω πρώιμα την αυτοβιογραφία μου. Γιατί; Άλλαξα καθόλου τον κόσμο; Μόνο πάνω σε μένα δουλεύω.
Αλλά όχι μόνο για μένα. Το γράφω για τους προγόνους μου, γιατί δεν έχουν άλλο ίχνος παρά μέσα από μένα. Για τη γενέθλια πόλη μου γιατί διέπλασε την ψυχή μου. Η πόλη μου περιείχε όλες τις πληροφορίες για να καταλάβει κανείς την κοινωνία. Αν ξαναπήγαινα εκεί, όπως έκανα πριν τρία χρόνια σίγουρα θα απογοητευόμουν πάλι. Είναι μια άλλη πόλη. Όταν τη σκέφτομαι ξεδιαλέγω ανάμεσα σε μυριάδες βιώματα χρόνια και φαντασιώσεις όπου δεν υπάρχουν ούτε πεθαμένοι ούτε πρόοδος. Οι λύπες κι οι χαρές είναι αντιστρέψιμες όπως ένα μέρος του μυαλού μου περιμένει με προσμονή τι θα φέρει το αύριο, ένα μέρος αναμοχλεύει το παρελθόν και κλαίει, χαμογελά,
μαθαίνει




Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 13 και 20.11.2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.