19.10.11

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Πρώτο εγγόνι

Μόλις σε αποχαιρέτισα. Σε αποχωρίζομαι για λίγο, για λίγες μέρες μόνο. Που από τώρα μου φαίνονται αιώνες.
Δε θα σου ‘γραφα αν δεν ξεπεταγόσουν ξαφνικά μπροστά μου. Βλέπεις, ο τρυφερός σου μπαμπάς σ’ έβαλε φόντο και σ’ αυτήν την οθόνη∙ στην οθόνη και αυτού εδώ του υπολογιστή που μόλις άφησες πίσω σου. Έτσι, ανοίγοντάς τον, έπεσα επάνω σου. Είσαι καθισμένη στο καρότσι σου, φορώντας ένα καλοκαιρινό άσπρο μπλουζάκι που μόλις διακρίνεται, αλλά φορώντας κυρίως τα δύο χαρακτηριστικά σου που έχουν γίνει τα σήματα κατατεθέντα σου: το χαμόγελό σου, αυτό το γεμάτο γλύκα χαμόγελο που, καθώς δε σβήνει σχεδόν ποτέ, φωτίζει πάντα το έτσι κι αλλιώς φωτεινό σου πρόσωπο, και τα μάτια σου. Και μπορεί τα μάτια τα παιδικά να είναι πάντα παράθυρα ανοιγμένα διάπλατα στην ελπίδα, όμως τα μάτια τα δικά σου είναι ξεχωριστά, αφού δε γίνεται κανείς, όσο μακρινός κι αν σου είναι κι όσο ξένος, να μην τα προσέξει –φαντάσου εμείς οι δικοί σου!... Να φταίει μόνο το παράξενο, το τελείως ιδιαίτερο χρώμα τους το ακαθόριστο, που παίζει μεταξύ γκρίζου και πράσινου; Να φταίει το ξεχωριστό φως τους, αυτό που διαθέτει μονίμως μια λάμψη χαράς; Ή μήπως αυτό που φταίει είναι η ανήσυχη ερευνητικότητά τους, αυτή που πηγάζει από μέσα σου και τα κάνει να ψάχνουν ολοένα τριγύρω, σαν να προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν ή να αποκωδικοποιήσουν τον κόσμο που σε περιβάλλει και μάλιστα μεμιάς, όσο γίνεται γρηγορότερα, γιατί λαχταράς να το κάνεις αμέσως, με την ασύλληπτη ταχύτητα που έχει το φως…

    Δεν ξέρω, δεν έχω καταλάβει ακόμα, ποιο από τα παραπάνω σου αγαπώ περισσότερο. Μπορεί όμως να ‘ναι και τα χέρια σου. Τα δυο σου χεράκια, που στριφογυρίζουν συνεχώς γύρω από τον άξονα των καρπών τους σε μια κίνηση που σου ‘μαθε η καλή σου μανούλα. Μόνο που εκείνη το «κουπεπέ» πήγαινε να σου μάθει κι εσύ έμαθες κάτι αποκλειστικά δικό σου: τη διαρκή περιστροφή των χεριών σου με χάρη που ξεχειλίζει. Κάνοντας όλους αυτούς που σε αγαπούν να χάνουν το μυαλό τους.

    Μικρή μου αγάπη,
Είναι καιρός τώρα, από τότε που γεννήθηκες, που επιμένουν να με ρωτούν πώς είναι η αγάπη που νιώθω για σένα κι αν είναι στ’ αλήθεια τόσο δυνατή όσο λένε. Ως τώρα απαντούσα ακαθόριστα κι εξακολουθώ τόσο ακαθόριστα ν’ απαντώ. Πώς, άλλωστε, γίνεται να ορίσεις όλο αυτό το αναποδογύρισμα στην τάξη των συναισθημάτων που υπήρχε στεριωμένη μέσα σου επί χρόνια; Την τάξη που ήθελε την αγάπη των παιδιών σου στην κορυφή, απαράβλητη, απαρασάλευτη, ασυναγώνιστη με όλες τις άλλες αγάπες μέσα σου; Κι έπειτα, με τη δική σου γέννηση, πώς να ορίσεις μια νέα αγάπη, που δε συγκρίνεται ούτε με την έτσι κι αλλιώς ασύγκριτη αγάπη των παιδιών σου; Μια νέα αγάπη που πάλεψε από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε(ς) να βρει τη θέση της, αλλά πολύ νωρίς κατάλαβε πως τέτοιο θέμα δεν τίθεται απλώς γιατί ανήκει σε ξεχωριστή κατηγορία… Γιατί δεν είναι θέμα μονάχα ποσοτικό (του παιδιού σου το παιδί δυο φορές παιδί). Είναι και θέμα ποιοτικό: εδώ δεν έχεις εσύ, η γιαγιά κι ο παππούς, την ευθύνη. Αυτή ανήκει στους γονείς. Ο ρόλος ο δικός σου είναι δευτερεύων, βοηθητικός∙ αλλά ξέρεις περισσότερα, έχεις κερδίσει από τη ζωή και τα διαβάσματά σου γνώση πολλή, που έχει συσσωρευτεί μέσα σου κι εσύ πρέπει να την τιθασεύσεις και να κρατηθείς. Γιατί οφείλεις να είσαι διακριτικός, να κρατάς τις αποστάσεις. Και να λες τη γνώμη σου –τη γνώση σου- μόνο όταν σε ρωτάνε. Όσο πολύ κι αν νοιάζεσαι, όσα πολλά κι αν ξέρεις. Ειδικά όταν είσαι παιδαγωγός…
    Αυτό, όσο δύσκολα κι αν κατορθώνεται, είναι όμως και απελευθερωτικό: καθώς στο βασικό θέμα της ευθύνης έρχεσαι δεύτερος, απελευθερώνεσαι από το άγχος του (σωστού) μεγαλώματος κι έτσι αγαπάς απρόσκοπτα. Κι η αγάπη κατακλύζει όχι μόνο το δικό της χώρο, αλλά και το χώρο που προκύπτει από την ευθύνη που συμμαζεύεται. Αυτό κάνει την αγάπη να φαίνεται περισσότερη, διπλάσια, και, ναι, είναι κι αλλιώτικη. Και σου δίνει μεγαλύτερη χαρά.

    Αλλά ξεχάστηκα, μικρή μου εγγονούλα, κι απομακρύνθηκα από τη φωτογραφία σου - φόντο στον υπολογιστή. Η οποία έχει αποτυπωμένο κι ένα τρίτο βασικό χαρακτηριστικό, όχι της προσωπικότητάς σου, αλλά της εμφάνισής σου∙ της εξωτερικής αρχικά, που, όμως, επειδή ποτέ δε σου λείπει κι επειδή λειτουργεί σαν να έχει ενσωματωθεί στην προσωπικότητά σου, δεν μπορώ, δε γίνεται να το παραβλέψω και να το προσπεράσω αδιάφορα:
Είναι ο μικρός πλαστικός σου πιγκουίνος, ο πρασινοκίτρινος μικρός πιγκουίνος που αγόρασε η μανούλα σου για θήκη της πιπίλας σου όταν βγαίνεις έξω για τη βόλτα σου. Αυτός ο μικρός πιγκουίνος, λοιπόν, που, μαγκωμένος στο μπλουζάκι σου, σαν να φωλιάζει επάνω σου, είναι η αχώριστή σου παρέα. Τον κοιτάζεις και χαμογελάς. Παίζεις μαζί του. Αλλά είναι και πηγή έμπνευσης για σένα. Αφού, όταν τον κοιτάζεις, τραγουδάς. Τραγουδάς εκείνο το γλυκό σου τραγούδι που, ενώ δεν έχει ακόμα λόγια, τα λέει όλα. Και τα πετυχαίνει όλα: να προκαλεί λογιών λογιών θετικά συναισθήματα σε μια εποχή που βάλθηκε να τα εκτοπίσει και να τ’ αντικαταστήσει με αρνητικά. Με πρώτο απ’ όλα αυτό της απαισιοδοξίας.
    Ο πιγκουίνος σου, όμως, ο Τεριρέμ, όπως μαζί τον ονομάσαμε –γιατί δεν μπορεί ο πιο αγαπημένος και πρώτος σου φίλος να μην έχει όνομα-, εκτός από το να σε εμπνέει και να τραγουδάς, σου δίνει και δύναμη κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο απ’ όλα. Το πιστοποιεί το παρακάτω περιστατικό, που ήταν και το πιο σημαντικό απ’ όλα όσα έζησα μαζί σου ως τώρα. Θυμάσαι πώς έγινε;

    Ήταν εκείνη τη νύχτα που, παρά το γεγονός πως τρεφόσουν ακόμη αποκλειστικά με το μητρικό γάλα που προστατεύει, είχες κολλήσει εκείνο το φοβερό συνάχι που δυσκόλευε την αναπνοή σου. Και, καθώς επέμενες και τη νύχτα εκείνη να καταφεύγεις στην παρηγοριά της πιπίλας σου, φράζονταν και οι δύο δρόμοι της πολύτιμης ανάσας σου. Κι ήταν τότε ακριβώς που γκρίνιαζες ολονυχτίς, όταν εμείς, μαζεμένοι γύρω σου κι ανήμποροι να σε βοηθήσουμε, μείναμε άναυδοι με το σήμα που μας εξέπεμψες: κάπου εκεί ανάμεσα στα γκρινιάσματά σου, στις πολλαπλές εκφράσεις της ίδιας μεγάλης δυσφορίας σου, ακούστηκες να τραγουδάς. Μες στο μισοσκόταδο είχες καρφώσει τη ματιά σου στον αγαπημένο σου Τεριρέμ κι άρχισες το τραγούδι σου∙ το πιο υπέροχο απ’ όλα τα τραγούδια που έχεις πει ως τώρα, γιατί το είπες μες στην πιο μεγάλη σου δυσκολία.
    Αυτή ήταν, πολυαγαπημένη μικρή μου Σόνια, και η πιο δυνατή συγκίνηση που μου έχεις χαρίσει ως τώρα, μετά τη στιγμή της γέννησής σου. Κι αυτή η στιγμή, που μας έκανε όλους να χαμογελάσουμε με ανακούφιση, ήταν που έφερε αυτόματα στο νου μου το θαυμαστό λόγο του Σαίξπηρ:
«Να τραγουδάς χαρούμενα με πονεμένη την καρδιά
και να γελάς στη λύπη
 είναι των δυνατών δουλειά».
    Εσύ δεν τα κατάλαβες όλα αυτά. Ούτε τότε ούτε ποτέ. Και δε θα τα μάθαινες αν δεν καρφώνονταν στη μνήμη μου και δεν τα ‘γραφα για να τα διαβάσεις μεγαλώνοντας.
    Γιατί το τραγούδι σου εκείνης της νύχτας φανέρωσε τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου εσύ και γενικά ο άνθρωπος. Είναι η ορμή για ζωή, η δύναμη να ξεπερνάμε τα όποια εμπόδια, είναι εντέλει η λαχτάρα για ζωή που μας κάνει να μεριάζουμε τις δυσκολίες και να προχωράμε.
    Γιατί η ζωή, εκτός από τ’ άλλα, είναι μια διαρκής κι επιτακτική ανάγκη να προχωράμε εμπρός. Κι έχει μια απίστευτη δύναμη, όσο κι αν μας δείχνει το σκληρό της πρόσωπο κάποιες φορές, να μας τραβάει προς το μέρος της. Τοποθετώντας στην πρώτη γραμμή του αγώνα της τους δυνατούς.
Αυτοί είναι οι νικητές της ζωής. Και σ’ αυτούς ελπίζω και προσεύχομαι να ανήκεις και συ, μικρή και πολυαγαπημένη μου εγγονούλα…

1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος30/10/11

    Να ζήσει και να ευτυχήσει η μικρούλα Σόνια,αλλά και να μοιάσει... στη γιαγιά της Σόνια !

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.