11/6/17

Λόγος & Αντίλογος: Οδοιπορικό στην Κούβα


ΟΔΟΣ 1.12.2017 | 862

Γνωρίζω προκαταβολικά ότι, η αφήγηση και οι εντυπώσεις μου θα προκαλέσουν ορισμένους. Κάποιοι θα την βρουν ασεβή, μιας και ο Fidel Castro, ηγέτης ή δικτάτορας της Κούβας, δεν έχει ακόμη ταφεί.

Άλλωστε, όταν άρχισα να γράφω το προσωπικό… αφήγημα, είχα ήδη προσέξει την «αντικειμενική» ΕΡΤ που κήρυξε την συγκινησιακή Επανάσταση στην μνήμη του επιεικώς αμφιλεγόμενου Fidel. Οπότε λογικά, όσο περνούσαν οι μέρες ο κλοιός της συναισθηματικής επιρροής, θα κλιμακώνονταν.

Αλλά για μένα, η είδηση ότι για το θάνατο του Fidel Castro κηρύχθηκε τριήμερο πένθος στην Βόρεια Κορέα και την Βενεζουέλα, δεν άφηνε και πολλές αμφιβολίες. Ηγέτες ή δικτάτορες, χαρισματικοί ή απλά δυνάστες, μερικές φορές οι διαφορές είναι δυσδιάκριτες. Η εξαθλίωση όμως, δεν έχει δύο όψεις.

Έτσι, όταν σήμερα Πέμπτη, η ΟΔΟΣ ίσως δημοσίευε μια σύνοψη από την επί 15νθήμερο ταξιδιωτική εμπειρία μου στην Κούβα, πριν από 2,5 χρόνια, προφανώς θα έβαιναν προς κορύφωση οι εκδηλώσεις πένθους. Που εγώ πάντως, τις πρώτες ημέρες του θανάτου του, δεν είδα στα πρόσωπα των ταλαίπωρων Κουβανών που έκαναν «δηλώσεις» για το τέλος του πατερούλη ή comandante της Κούβας.

Εντάξει, στα 11 εκατομμύρια, δεν ήταν λίγοι οι βολεμένοι. Αλλά σε σύγκριση με την ολότητα, η Κούβα δεν αποφεύγει να παραμένει κηλίδα στην Ιστορία και τον χάρτη.

Πάντως, τίποτε από όλα αυτά δεν αλλάζει το γεγονός ότι, και για εμάς τους δύσπιστους, απέναντι σε κάθε αυταρχική αυθεντία που κυβερνά χωρίς εκλογές και (άλλα) κόμματα, ο Fidel Castro ήταν η βασική αιτία για την παλιά περιέργειά μας να επισκεφθούμε την χώρα.

Ήταν το 2004 αρχικά, όταν φεύγοντας από Καστοριά, βρεθήκαμε στην συνέχεια στο Μαϊάμι, σε μικρή σχετικά απόσταση από την Κούβα.Ήταν εκεί που πρωτογνώρισα τους εξόριστους Κουβανούς, πολλές χιλιάδες απ’ αυτούς που κατόρθωσαν με πρόχειρα μέσα να ξεφύγουν από την κόλαση (για τους ίδιους) της Κούβας, κολυμπώντας, με σωσίβια, σαμπρέλες, λέμβους, σανίδες.

Δεν ήταν όλοι οι φυγάδες και εξόριστοι, αφού χιλιάδες άλλοι, δεν κατόρθωσαν ποτέ να περάσουν απέναντι. Απλά πνίγηκαν, έπεσαν θύματα των καρχαριών ή εκτελέστηκαν εν πλω από τις λιμενικές αρχές του Κομαντάντε. Aυτή είναι αλήθεια.





Στην Ελλάδα, είναι ελάχιστα αυτά που αφήνουν να πληροφορηθούμε για αυτούς. Διότι μάθαμε να καταδικάζουμε μόνο την αμερικανική γωνία του Guantanamo της Κούβας, εθελοτυφλώντας στην πραγματικότητα: ότι και έξω από την συνοριακή γραμμή της ενοικιασμένης από τις ΗΠΑ εδαφικής ζώνης, φυλακή είναι και το υπόλοιπο νησί. Με κάγκελα τα νερά της Καραϊβικής και την εθελούσια απομόνωση της νήσου. Η πορεία της Ελλάδας σήμερα, έχει αρκετά κοινά στοιχεία.

Τέλος πάντων, πίσω στο 2004, σε λίγες μέρες, βρεθήκαμε και πάλι κοντά, στην χερσόνησο του Γιουκατάν στο Μεξικό. Ήταν τότε που προχωρήσαμε σε κράτηση να επισκεφθούμε την Κούβα, ως απαγορευμένο καρπό των επισκέψεών μας. Πλην όμως, πολύ σύντομα αλλάξαμε άποψη και ακυρώσαμε το εισιτήριο.

Πρυτάνευσε η πολιτική, ομολογουμένως ψυχροπολεμική προκατάληψη: δεν θα γινόμασταν χρηματικοί χορηγοί μιας κομμουνιστικής δικτατορίας που καταπιέζει και καταδικάζει ένα φλογερό ισπανόφωνο λαό της Καραϊβικής. Με ένα κόμμα, χωρίς εκλογές εδώ και 57 χρόνια.

Όπου μόνο στην Αϊτή λόγω μαύρης μαγείας, ή εκεί όπου επικρατεί η μαφία, αλλά και στην Κούβα, συναντά κανείς τόσο πολύ τρόμο. Και φτώχεια. Χωρίς λόγο στην υπέροχη αυτή Καραϊβική θάλασσα.

Προτιμήσαμε να στραφούμε Δυτικά, στα βουνά των Ζαπατίστας και μετά στο θρυλικό Ακαπούλκο. Αν και ποτέ δεν μετανοιώσαμε για την ακύρωση, πάντως για το σημαντικό αυτό ταξίδι στην Κούβα, απαιτήθηκε να περάσουν αλλά δέκα χρόνια, ως το 2014 δηλαδή.

Εν τω μεταξύ το 2006 ο Fidel Castro, έχρισε… διάδοχό του, τον αδελφό του Ραούλ και τα ευχάριστα νέα ότι το καθεστώς της Κούβας χαλάρωνε τα δεσμά του στον λαό, αλλά και η επιθυμία να δούμε επιτόπου τις πληγές 55 ετών ουτοπίας, πρυτάνευσε. Όπως κυριαρχεί νομοτελειακά η ροπή του ταξιδευτή: Να ενδίδει στον πειρασμό. Στον απαγορευμένο καρπό της συνείδησής του.

Δεν θα διαμέναμε φυσικά στο πολυτελές 5άστερο ξενοδοχείο Nacional de Cuba της Αβάνα, που προτιμούν οι Έλληνες θαυμαστές της Επανάστασης και οι virtual επαναστάτες. Αυτοί που πηγαίνουν οργανωμένα δηλαδή. Και συνήθως προσέχουν μόνο την θέα που τους προσφέρει ο ρομαντισμός τους, τις μουσικές παραγγελιές από τις αυτοσχέδιες ορχήστρες στο Ηasta siempre, μια latin εκδοχή του “λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”, ή η απροθυμία τους να δουν την αλήθεια κατάματα.




Θα καταλύαμε όπως εμείς γνωρίζαμε στα ταξίδια μας, σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, σε (very) low cost ξενοδοχεία, στην Αβάνα, το Τρινιντάτ, το Βαραδέρο και αλλού.

Είχαμε 15 ημέρες περίπου στην διάθεσή μας, μέρες του Πάσχα 2014, ξεκινώντας από Καστοριά μέσω Ολλανδίας για την πόλη θαύμα του Παναμά, κι’ από εκεί, η Αβάνα δεν απείχε, παρά ελάχιστα. Έτσι και φθάσαμε.

Μετά την ενοικίαση ενός δωματίου στο σπίτι ενός ηλικιωμένου ζεύγους, παλιό όσο το σπίτι της γιαγιάς 60 χρόνια πριν στην μεταπολεμική Καστοριά, οι πρώτες εντυπώσεις μιας εαρινής, ιδιαίτερα ζεστής τροπικής νύχτας, στην έρημη από κόσμο Αβάνα, δεν ήταν οι πόρνες του παραδείσου, ήταν όμως τα εμβληματικά υπέροχα κτήρια αποικιακού και αρτ νουβώ ρυθμού.

Αλλά και τα απίστευτα ερείπια, κουφάρια των πολυώροφων αυτών υπέροχων κάποτε κτηρίων, με ρίζες αυτοφυών τροπικών φυτών να κρέμονται από τα μπαλκόνια και τα παράθυρά τους. Και άλλα απ’ αυτά να έχουν καταρρεύσει από την στέγη στο εσωτερικό τους, να κλείνουν δρόμους.

Και άλλα να είναι ετοιμόρροπα, στα κάκιστα τους χάλια, με Κουβάνους να ζουν με ένα κερί ή μια λάμπα πετρελαίου, ή και ρεύματος μέσα σ’ αυτά. Ρακένδυτοι, κακοπλυμένοι, ακόμη και ανυπόδητοι. Βομβαρδισμός, και λιμός, λοιμός και καταποντισμός. Η απόδειξη, ότι για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή.

Παρά ταύτα, τα κτήρια απαράμιλλης αισθητικής, όλα μικρά αριστουργήματα σε μια πόλη όμορφα ρυμοτομημένη από το παρελθόν, με την πασίγνωστη προκυμαία El Malecon να προσφέρει διέξοδο θαλάσσιας αύρας στους πολίτες, με μεγάλες λεωφόρους και τα χαρακτηριστικά πανάρχαια αυτοκίνητα να σου δημιουργούν την εντύπωση ότι, η Αβάνα θα ήταν -αν έμενε ελεύθερη ή έστω ο εαυτός της- η ομορφότερη πόλη της Λατινικής Αμερικής. Μακράν η ομορφότερη. Ίσως και του κόσμου.




Την ημέρα οι αποκαλύψεις είναι ακόμη πιο πικρές. Χούντα μέσα στην χούντα. Οι ευνοημένοι του συστήματος να καταπιέζουν τους πολλούς, να ασκούν ένα είδος αισχροκερδούς ιδιωτικής παραοικονομίας (π.χ. το δικαίωμα να νοικιάζουν τα συνήθως φτωχικά δωμάτια των σπιτιών τους με τα υποτυπώδη, έναντι 40-50 ευρώ (!) την νύχτα, ή να μισθώνουν τα αυτοκίνητα αντίκες σε Ευρωπαίους), την στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα ζει στην αθλιότητα. Ένας δάσκαλος αμείβεται με 12 δολλάρια τον μήνα, ένας γιατρός 15 δολλάρια. Οι υπόλοιποι τίποτε, ή έστω μέχρι 10 δολλάρια.

Ατέλειωτες ουρές στωϊκών με απλανές βλέμμα, στα κρατικά παντοπωλεία με τα άδεια ράφια, σαν την Αλβανία όταν έπεσε ο Κομμουνισμός, ή την Αντίς Αμπέμπα στην Αιθιοπία, όλοι με τα δελτία στο χέρι να προμηθευθούν 1-2 ψωμάκια, λίγα λαχανικά, το κατεψυγμένο κοτόπουλο ή την κατεψυγμένη γαλοπούλα του μήνα για την οικογένεια.

Κρέας δεν υπάρχει καθόλου, μόνο οι γυναίκες σε προχωρημένη εγκυμοσύνη μπορούν να προμηθευτούν ελάχιστο βοδινό ή χοιρινό. Και όλα αυτά γιατί; Για να ζει βασιλικά η νομενκλατούρα.




Σχεδόν κανείς δεν τραγουδά αυθόρμητα. Όχι τουλάχιστον χωρίς λεφτά, κι’ όσα λένε στην Ελλάδα είναι απλοί μύθοι. Κούβα: Αναμφίβολα η ισπανόφωνη χώρα της Λατινικής Αμερικής με την λιγότερη μουσική ελευθερία και ευτυχία.

Μόνο επαγγελματικά, οι ευνοημένοι εννοείται του καθεστώτος και μόνο έναντι αμοιβής από τους τουρίστες, που χαίρονται να νομίζουν ότι πιο κάτω θα συναντήσουν τον Τσε αυτοπροσώπως. Είναι και η τεκίλα που ρέει άφθονη και πανάκριβη – και πώς να μην είναι όταν την πίνεις παρέα με την οπτασία του Ε. Χέμινγουεϊ στο αγαπημένο του μπαρ.

Όμως η εμπορία της υπέροχης μουσικής τους, είναι τελικά το λιγότερο. Γιατί το εμπόριο της μνήμης του Τσέ Γκε Βάρα, που είναι θαμμένος στην Σάντα Κλάρα στην ενδοχώρα, είναι ακόμη πιο ορατό, στα όρια μιας χώρας σε καρικατούρα κατάσταση. Που δεν ξέρει που είναι και τι μέλλεται.

Να σκέφτεσαι όλη την ώρα: κρίμα! Μισός και πλέον αιώνας, χαμένος, καμένος, στην ζώνη του λυκόφωτος.




Αν είσαι ξένος, στις αγορές παντού σε ξεγελάνε με το διπλό νόμισμα που κυκλοφορεί, όση εμπειρία κι’ αν έχεις από ταξίδια. Απαγορεύεται εξ άλλου και το ίντερνετ.

Κι αν δεν είσαι Κουβανός, δεν μπορείς να ταξιδέψεις στην ενδοχώρα μαζί με τους απλούστερους ντόπιους, όπως θέλαμε και κάνουμε εμείς και εκεί, όπως σε όλα τα ταξίδια μας. Μπορείς να μετακινηθείς, αλλά υποχρεωτικά με vip λεωφορεία, με πανάκριβη τιμή, μαζί σου και η ολιγαρχία a la Cuba. Ωραία επανάσταση! Επίσημα παιδιά ενός κατώτερου θεού.

Στην διαδρομή η θέα τραγική και κωμική ταυτόχρονα. Στον 21ο αιώνα, στις Αντίλλες, λίγα μίλια από τις (και) ελληνοκρατούμενες Μπαχάμες, στην Κούβα δηλαδή, βρίσκεις καουμπόϋδες με άλογα, κάρα σκεπαστά με καραβόπανο με άλογα για λεωφορεία!!, σαν κι’ αυτά που υπήρχαν στην Άγρια Δύση τον 18ο αιώνα, πετρελαιοπηγές τύπου 19ου αιώνα, βούβαλοι με άροτρα, όλα γελοία και δραματικά για τον απλό, καλοσυνάτο και φιλικό λαό.

Είτε είναι απόγονοι δούλων από την Αφρική είτε μιγάδες, είτε όχι, μιας και είναι άνθρωποι δικοί μας, αφού οι πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, είναι παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα νοτιοευρωπαίων μεταναστών, Ισπανών, Ιταλών και αρκετών Ελλήνων. Το ταπεραμέντο τους άλλωστε προδίδει την προέλευσή τους.




Καθώς το βλέμμα των περισσότερων πάλλεται από χαρά όταν σε βλέπουν, δεν αργείς να αντιληφθείς ότι πρόκειται για ένα λαό, ίσως τον πιο καταπιεσμένο φιλοαμερικανικό λαό που συναντά κανείς –μετά τους Έλληνες της Αστόρια όταν βρίσκονται στην Ελλάδα.

Φυσικό δεν είναι να αγαπάς την Αμερική, όταν η Φλώριδα απέχει ελάχιστα (ούτε 90 μίλια); Ξεχωρίζει η Χίος από την Σμύρνη; Η Κως από την Αλικαρνασσό; Η Αίγινα από την Αθήνα; Ο Μάρτης από την Σαρακοστή;

Μοιραία απ’ όλα αυτά γεννιέται διαρκώς η απορία: Αν για το ομολογουμένως και κατά τα φαινόμενα μέτριο επίπεδο υγειονομικής περίθαλψης, ή το επαρκές (αλλά στρατευμένο) εκπαιδευτικό σύστημα, αξίζει να ζει κάποιος σ’ αυτό το νησί φάντασμα του εαυτού και του θρύλου του, που είναι θύμα και θύτης ταυτόχρονα.

Και η απορία, για το πώς οι Έλληνες επαναστάτες της revolution δεν βλέπουν τα ίδια δράματα που βλέπαμε εμείς και την καταπίεση, στην αστυνομία, παντού, και την αναπάντητη απορία:

-Γιατί να ευθύνεται η Αμερική, δηλαδή οι ΗΠΑ, δηλαδή μια μόνο χώρα από τις διακόσιες που υπάρχουν στον κόσμο με το εμπάργκο της, την στιγμή που οι όλες υπόλοιπες χώρες δεν είχαν εμπάργκο; Αλήθεια μπορεί κανείς να μου λύσει αυτή την απορία;




Και να που η απάντηση είχε τις εξηγήσεις της. Μετά από πολλές επισκέψεις πόλεων και χωριών, κατευθυνθήκαμε σε μια μεγάλη χερσόνησο Jardines del Rey, στο βόρειο τμήμα της χώρας, ακατοίκητη υπέροχη σαβάνα, βιότοπος για σπάνια πτηνά, απέραντη περιοχή χωρίς χωριά και πόλεις, με μυθικές θάλασσες άγνωστες στην Ελλάδα, από τις ωραιότερες όλου του κόσμου και όχι μόνο της Καραϊβικής, με αρκετά 4, 5 και 6 αστέρων ξενοδοχεία, όλων κυρίως Καναδικών συμφερόντων (καθώς ούτε φυσικά ο Καναδάς είχε εμπάργκο).

Και στα οποία κλείνονται οι Καναδοί και άλλοι -όπως Ευρωπαίοι- τουρίστες (απ’ αυτούς που δεν ταξιδεύουν στην Κούβα για προσκύνημα) σε πολυτελή γκέτο, με τους Κουβανούς υπάλληλους και εργάτες, ιδίως τους πρώτους να είναι οι σούπερ ευνοημένοι του κομμουνιστικού παραδείσου και να κερδίζουν τουλάχιστον 150 ευρώ (!) την ημέρα μόνο από φιλοδωρήματα, που ξεπλένουν έτσι την διεθνή ντροπή, όσων δεν έχουν κηρύξει εμπάργκο, για την εκμετάλλευση της Κούβας σε βάρος της ολότητας. Και όλους μαζί να εγκαλούν τις… ΗΠΑ για το εμπάργκο της.

Γίναμε τουλάχιστον μάρτυρες υπέροχων θαλασσών και του ξεπουλήματος, με το αζημίωτο προφανώς των κρατικών αξιωματούχων. Ασύλληπτα πλούτη, πάμπτωχη η ολότητα.

Και ύστερα, κόντευαν 15 πια ημέρες εκεί, αρχίζοντας να επιστρέφουμε στην Αβάνα, αυτή την φορά στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο μιας μοναχικής νεαρής γυναίκας που κερδίζει το ζην με τον γνωστό αρχαίο τρόπο, δωμάτιο με τεράστιο στρογγυλό κρεβάτι και υπέροχο μπαλκόνι να δεσπόζει πάνω στον πιο κεντρικό και πολύβουο πεζόδρομο της Αβάνα, να μας χαιρετά.

Με τις ορχήστρες στα μπαράκια να ξεκινούν τον ύμνο για τον Τσε, μόλις προβάλλει στην στροφή ο τουρίστας, και να σταματούν αμέσως μόλις προσπεράσει. Με το πορτραίτο του Φιντέλ Κάστρο να επιβλέπει την πόλη και την χώρα της ουτοπίας και της εκμετάλλευσης.

Και την οπτασία μιας ελληνορθόδοξης ενορίας με μερικές δεκάδες πιστούς να συμμετέχουν στις λιτανείες του Επιταφίου μαζί μας, 10 ημέρες πριν, γύρω-γύρω στην παλιά πόλη της Αβάνας νύχτα, με τα αναμμένα κεριά στα χέρια και τα φτωχά ελληνο-ισπανικά να αποδεικνύουν ότι (σχεδόν) παντού θα βρεις Έλληνες.




Επιστρέψαμε στην Καστοριά με αισθήματα αγάπης και συμπάθειας για τον λαό της Κούβας. Θαυμασμού αλλά και συντριβής για την υπέροχη αλλά σκλαβωμένη μουσική και χώρα τους. Για την καρτερία του και την στωϊκότητά του.

Ομολογώ ότι πολλά απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά, τα αναγνωρίζω 2,5 χρόνια μετά και στην Ελλάδα. Συμπτώσεις ίσως.

Σήμερα δεν ξέρω πώς είναι εκεί. Μεσολάβησε η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, η επίσκεψη του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.

Ώστε υποθέτω πώς μετά τον βιολογικό θάνατο του Φιντέλ, αφού πρώτα μετατρέψουν το μαυσωλείο του σε πόλο τουριστικής έλξης, στο Σαντιάγκο, φαντάζομαι η Κούβα θα γίνει σύντομα όπως η Τσεχία, η Πολωνία και η Ουγγαρία μετά την πτώση του κομμουνισμού, βασιλικότερη του Βασιλέως.

Αμερικανότερη της Αμερικής, διότι έστι ουν Αμερική και η Κούβα.

Μόνο στην Ελλάδα θα συνεχίζουν, φευ, να βαυκαλίζονται βαθειά πνιγμένοι στις προκαταλήψεις τους. Στον δρόμο που χάραξε ο Φιντέλ μέχρι την νίκη της Επανάστασης. Έστω κι αν είναι ο ίδιος με αυτόν του Κιμ Γιουν στην Β.Κορέα.

Η «άμεση» δημοκρατία θέλει θυσίες. Σωστά;

Για την αντιγραφή
Α.Λ.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 1 Δεκεμβρίου 2016, αρ. φύλλου 862


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.