20.7.11

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Hangover ...nment και αγανάκτηση ala carte


Αγανάκτηση (η) 1. Η ισχυρή δυσφορία για κάτι που θεωρείται άδικο, προσβλητικό ή ανήθικο. Η δικαιολογημένη οργή: o πρόεδρος εξέφρασε την αγανάκτησή του για τις δηλώσεις του αντιπάλου πολιτικού// Η αγανάκτηση του πλήθους// ιερή / προσποιητή/ γενική/διάχυτη/συγκρατημένη/βαθιά/εύλογη/πάνδημη/ζωηρή/λαϊκή// κύμα/θύελλα αγανάκτησης ΣΥΝ. Δυσφορία, θυμός, οργή, δυσαρέσκεια, δυσανασχέτηση 2. (λαϊκοτ.) οτιδήποτε προκαλεί αγανάκτηση: είχε πολλή κίνηση ο δρόμος, σκέτη αγανάκτηση.
  Λεξικό της Νέας ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη


Κι όποιος άνθρωπος μπορεί να βρει μονάχος του χαρά, αντιμέτωπος με όλες τις συμφορές που τον χτύπησαν, όπως χτυπούν τόσο και τόσο κόσμο, χωρίς χατίρια ή προτιμήσεις, είναι στ’ αλήθεια ήρωας.
«Η μυστική γραφή», Σεμπάστιαν Μπάρυ 


Όταν κανείς ξυπνά ύστερα από ολονύχτια κραιπάλη που συνοδεύτηκε με κατανάλωση πλήθους κακής ποιότητας ποτών, η κακουχία και ο πονοκέφαλος υπό την διεθνή ονομασία «Χανκόβερ» ξεκινούν από το πρωί. Η θεραπεία έγκειται τότε στη λήψη μεγάλης ποσότητας νερού ώστε να ενυδατωθεί ο αφυδατωμένος εγκέφαλος και ασπιρίνης ή κάποιου άλλου παρόμοιου αναλγητικού.

Πριν από δύο σχεδόν χρόνια ο «κυρίαρχος λαός» επέλεξε την κυβέρνηση του «Γιωργάκη» για να κυβερνήσει τον τόπο. Είχε προηγηθεί μια πενταετία πλήρους (σεμνής και ταπεινής, νόμιμης και ηθικής…) αμεριμνησίας, υποδειγματικής τεμπελιάς και καθολικής ανυπαρξίας της κυβέρνησης του «Κωστάκη» -του και «βραχέος» επονομαζομένου-.
Και είχε προηγηθεί επίσης μια μακρότατη περίοδος -η περίφημη μεταπολιτευτική- καθολικής και διοχετευμένης σε ολόκληρη τη διαστρωμάτωση του κοινωνικού ιστού αποσάθρωσης, ασυδοσίας, διαφθοράς, νεοπλουτίστικου ξιπασμού και καταναλωτικής ελεεινότητας κάθε λογής που -κατ’ ευφημισμόν- χαρακτηρίστηκαν σαν «αναπτυξιακό θαύμα» και «νέα εποχή» για τη χώρα. Το μέγιστο επίτευγμα αυτής της περιόδου υπήρξε η είσοδος μας στην ΟΝΕ που άνοιξε και το δρόμο για τα …χαμηλότοκα δάνεια του κράτους και των νοικοκυριών. Έτσι, για την θνησιγενή οικονομία και την ειλικρινέστατα μεθυσμένη και παραπαίουσα κοινωνία, το πάρτι θα συνεχίζονταν στο διηνεκές. Αυτό ήταν «το σήμα», αυτό και το όραμα…
Πριν καλά -καλά όμως ο «Γιωργάκης» καθίσει στην πρωθυπουργική του καρέκλα, το τσουνάμι των κακών οικονομικών ειδήσεων «τον σήκωσε και τον πήρε». Έκτοτε ο νυν πρωθυπουργός, ο άγουρος βλαστός από την κραταιά δυναστεία των Παπανδρέου, συνήθως ίπταται.
Από χώρα σε χώρα, από ανοιχτή αγκάλη ηγέτη και οικονομικού επιτετραμμένου σε αγκάλες διπλωματικών και τραπεζικών κύκλων. Από τη σοσιαλιστική διεθνή στο ίδρυμα Καντάφι. Κι από διαβούλευση σε διαβούλευση. Περνά ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά ανέπαφος και άτρωτος, καθότι αξιοζήλευτα γυμνασμένος -ή αναίσθητος;- εκτελεί ασφαλή διέλευση. Βρίσκεται όμως διαρκώς στον αέρα. Και παρασύρεται από τις ορέξεις του φυσικού στοιχείου: Στη δίνη των αγορών!  Ο «Γιωργάκης» αποκαλείται -αναβαθμισμένα- πλέον σκέτο Γιώργος. Ο οκνηρός «Κωστάκης» εξαφανίσθηκε από προσώπου γης χωρίς να πει λέξη…


ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΤΟΠΙΟ

Κακός άνεμος φυσά στον κόσμο. Ζούμε σ’ ένα ζοφερό κλίμα όπου έχει πληθύνει η πληροφόρηση έχει όμως περιορισθεί στον ελάχιστο βαθμό ή σκέψη και η βαθειά γνώση. Ζούμε την απελευθέρωση των ονείρων με την τεχνολογική επανάσταση και ζούμε εκ παραλλήλου τον αιώνα όπου η φτώχεια, η μισαλλοδοξία και ο δεισιδαιμονισμός του Μεσαίωνα ξαναβγαίνουν στο προσκήνιο με σοβαρές αξιώσεις να επικρατήσουν. Τα σκοταδιστικά σενάρια επηρεασμού, επίδρασης , συσχετισμού και κάθε μορφής παρανοϊκή συνωμοσιολογία έχουν εξοστρακίσει την υγιή σκέψη. Στον αιώνα του πραγματισμού -όπου αυτό που φαίνεται «είναι»- λογικά θα έπρεπε κι αυτό που δείχνεται να υπάρχει κι όλας. Κι όμως. ακόμα και η εικόνα δεν ισχύει έστω και αν θριαμβεύει. Αποδεικνύεται συχνά προϊόν προπαγάνδας ή φωτοσοπικής ράβε-ξήλωνε προέλευσης. Στήνονται ολόγυρα ξανά οι (κάποτε και πραγματικές) αγχόνες και οι δημόσιες πυρές, ξεκινούν και πάλι τα κυνήγια μαγισσών, οι δαιμονοποιήσεις, η δακτυλοδειχτούμενη ενοχή, η ποδηγετούμενη δημόσια κατακραυγή.
 Η πολιτική έχει προ πολλού εκπαραθυρωθεί κι έχουν απομείνει οι κύκλοι της οικονομίας , οι σοφοί σύμβουλοι των δημοσίων ανδρών και οι νομπελίστες των οικονομικών. (Αφού όμως η οικονομική επιστήμη είναι «η επιστήμη που συνήθως πέφτει έξω σε κάθε της πρόβλεψη» αλήθεια γιατί δεν έχει προβλεφθεί νόμπελ και για τη χειρομαντεία, τις καφετζούδες, τις χαρτορίχτρες και τους μάγους;). Δεν φαίνεται να υπάρχουν πουθενά στον κόσμο αληθινοί μπροστάρηδες. Το έλλειμμα ηγεσίας παραμένει σαφές και σχεδόν παγκόσμιο. Δεν ξεχωρίζουν πουθενά ηγέτες. Δεν υπάρχει πολιτική. Υφίστανται μονάχα οι θηριώδεις «αγορές», οι παντοδύναμοι τραπεζίτες και οι επιτετραμμένοι τους.


ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΜΕ ΑΣΧΗΜΑ ΝΕΑ


Ξυπνήσαμε πολύ αργά και με «Χανκόβερ». Δεν υπήρχαν φάρμακα μήτε νερό στο κομοδίνο. Δεν είχαμε αντιμετωπίσει ξανά το θέμα. Η εισβολή της κρίσης ήρθε σαν είδηση απ’ έξω. Από τους Financial Times, το Blοοmberg, τον Economist και τα λοιπά ΜΜΕ. Από την Ενωμένη Ευρώπη εκτοξεύθηκαν οι πρώτες ύβρεις, η διάρρηξη των ιματίων («Α..πα..πα..πα! Τέτοιο φίδι στον κόρφο μας τόσον καιρό…»). Δεν ήξεραν κι αυτοί (οι καημένοι!!!) . Είχαν παραπλανηθεί -μια και δυο και τρείς φορές- από τις μαγειρεμένες στατιστικές μας. Οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν ειδικευθεί στον τομέα αυτόν της …«δημιουργικής κουζίνας» των οικονομικών. Κι εμείς ξυπνήσαμε μέσα από ύπνο γλυκό, όπου είχαμε πέσει, παραδομένοι σε μια παράλογη ευδαιμονία που δεν ήταν του κόσμου αυτουνού.
Από τις πρώτες κιόλας δηλώσεις του πρωθυπουργού ΓΑΠ και του οικονομικού του περιβάλλοντος ακούσαμε πρώτα: «χάσαμε μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας» (το οποίο και πέρασε απαρατήρητο…). Και τίποτα δεν πέρασε από το μυαλό μας. Ύστερα ήρθε «ο Τιτανικός» και το ακυβέρνητο πηδάλιό του που μας πήγαινε κατεπάνω «στο παγόβουνο» και στο χαμό. «Αλλάζουμε ή βουλιάζουμε»! Ήταν κραυγή πανικού (όμως οι πραγματικοί ηγέτες δεν εκβάλουν κραυγές-αλλάζουν τον κόσμο και πείθουν ή μαγεύουν- τους λαούς ώστε να ακολουθήσουν). Κι ύστερα «το κράτος των διεφθαρμένων» δημόσιων ταγών (που κανένας τους δεν τιμωρείται με σαφή συνταγματική πρόβλεψη - βλ. « βουλευτική ασυλία»-) και πολιτών (συμπεριλαμβανομένων των «κοπριτών» που βεβαίως και υπάρχουν…). Κι έπειτα άρχισαν να βγαίνουν «τα πιστόλια πάνω στο τραπέζι» (που σημάδευαν το δικό μας κρόταφο αλλά εμείς και πάλι δεν το βλέπαμε). Και ένα πρωί αντικρίσαμε το ΔΝΤ στην εξώπορτα της απέραντης μεζονέτας -Ελλάδας. Κι αυτό πέρασε μέσα με φόρα, μαζί του κι οι δανειστές, οι πηγαινέλα εκπρόσωποι της Τρόϊκα κι όλοι οι υπόλοιποι καλοντυμένοι δοσάδες. «Μας έπιασαν στον ύπνο» σκεφθήκαμε ζαλισμένοι.
Τότε μάθαμε τι μπορεί να κάνουν τα spread’s, τα CDS’s και οι περίφημοι «Οίκοι αξιολόγησης» (στην περίπτωσή μας: οικτρής απαξίωσης!) , οι κερδοσκόποι και οι λοιποί δαίμονες στις θάλασσες που μας έστειλαν να πνιγούμε. Κι από τότε ο Υπερ-υπουργός Οικονομικών -ίσως ο πλέον αυτοδιαψευδόμενος, αναξιόπιστος και στρατηγικά ανίκανος που φάνηκε ποτέ στο πολιτικό προσκήνιο- βάλθηκε να υπογράφει τη σειρά των μέσο-μακροπροθέσμων «Μνημονίων» 1 & 2 εξ ονόματος του ελληνικού λαού (κανονικά «πρωτόκολλα παράδοσης –παραλαβής...). Στο επιτελείο της κυβέρνησης πρόσωπα άχρωμα, πρωτοφανή, άσημα και ασήμαντα χωρίς παλμό, χωρίς ψυχή, που δεν μπορούν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη ή να νοηματοδοτήσουν τη θυσία. Σπασμωδικές -βλέποντας και κάνοντας- κινήσεις στο ρυθμό που υπαγορεύουν οι αγορές, οι δανειστές, η Ευρωπαϊκή κεντρική Τράπεζα, το ΔΝΤ.
Η αντιπολίτευση, δυστυχώς σ’ ολόκληρο το φάσμα της, πάσχει από άκρατο λαϊκισμό. Του χειρίστου είδους και του πλέον ακατάλληλου για τις περιστάσεις. Συνυπεύθυνη, εν πολλοίς, στο μεγάλο φαγοπότι και την δανειακή πομφόλυγα που απερίσκεπτα διογκώθηκε επί δεκαετίες, συνυπεύθυνη και στα οικτρά αλισβερίσια του Δημοσίου, τώρα χαϊδεύει τ’ αυτιά του πάσχοντος λαού με σκοπό να αποκομίσει οφέλη, να στρατολογήσει στις κομματικές δέλτους και στρατιές τη χορεία των ανέργων, των πασχόντων και καμνόντων προλεταρίων: «Όχι στο μνημόνιο!». «Το χρέος να πληρώσουν οι τράπεζες!». «Την κρίση να πληρώσει ο καπιταλισμός!». «Δεν πληρώνω!». Μερικά από τα συνθήματα. Θα περίμενε κανείς σύνεση και σοβαρότητα στην ύστατη ώρα της άλλοτε ισχυρής Ελλάδας.
Μιας χώρας που βρέθηκε εν ακαρεί -από την χρηματιστηριακή άνθηση του ’99 και την ψευδοαναπτυξιακή έκρηξη της Ολυμπιάδας της Αθήνας- στον αυτόματο πιλότο και με κατευθυντήριες χαράξεις της πορείας της από εξωθεσμικά κέντρα…
Το κεφάλι σκύβουμε βουβά και υπομονετικά!


Η ΚΡΙΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΧΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

Η «Κρίση»! Με συνιστώσα ηθική, πολιτική, πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική βεβαίως. Και με μια παγκοσμιότητα στη διάσταση και τη διάδοσή της. Το ελληνικό κοινωνικό σώμα, παράλυτο αποδέχεται την κατάσταση παντελώς ανίκανο να αντιδράσει αφού τα αντανακλαστικά του έχουν αμβλυνθεί και κακοποιηθεί επί δεκαετίες. Το πρόθυμο ίδιο σώμα -που ανήκουν οι κουκουλοφόροι;- που κόντεψε να κάψει την Αθήνα πριν από δυο χρόνια τώρα απλώς «αγανακτεί». Αυτό το ίδιο που ήταν μέχρι πριν λίγο ικανό να μεταθέτει και ν’ ακυρώνει χωματερές, που θέσπισε το «κίνημα δεν πληρώνω διόδια», που παλιότερα έκοβε την Ελλάδα στα δυo διεκδικώντας παραλογισμούς, που κατέβαζε χειρόφρενα και διακόπτες αδιαφορώντας για το κοινωνικό σύνολο, τώρα χωρίς την εμψύχωση των κηδεμόνων του (κομμάτων και κρατικοδίαιτων εργατοπατέρων-πατρώνων) επί δυο σχεδόν χρόνια είχε αφεθεί στην λεπτή χειρουργική επέμβαση των «ειδικών». Λοβοτομή -εκσπλάγχνωση- σύνδεση με αναπνευστήρα. Σε περιβάλλον αποστειρωμένο ο ασθενής και υπό αναισθησιολογική μέθη, παρέμεινε για καιρό σε ημικωματώδη κατάσταση. Τώρα ξάφνου αντιδρά και … «αγανακτεί»!
«Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή την συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήταν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες. Εφ’ όσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και ανθεκτικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, είδ’ άλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητά του να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους. Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης , είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους ανθρώπους του υπακοή (εμπνεόμενη λιγότερο από αφηρημένα-κοσμο θεωρητικά και περισσότερο από συγκεκριμένα -προσωπικά κίνητρα). Όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει «να ενεργήσει για τις υποθέσεις τους» δηλαδή τους βοηθεί «να τακτοποιηθούν» και τους εξασφαλίζει με την επιρροή του πλεονεκτήματα στον συναγωνισμό με τους οπαδούς άλλων κομμάτων»1.
 Ιδού ο μέγας υπεύθυνος που προξένησε τη νόσο για την οποία χρειάζεται τώρα η εγχείρηση και η μακρά νοσηλεία που είμαστε αναγκασμένοι να υποστούμε: Η κομματοκρατία. Ο κομματάρχης και η αγέλη. Το δούναι και λαβείν με τους ιδεολογικούς οπαδίζοντες. Ιδού η γλυκεία μέθη του αιώνος. «Κομματικόν κοπάδιον» όπως το λέγει ο Εμμ. Ροϊδης παρέμεινε η ελλαδική επικράτεια, από την εποχή του Κωλέττη ακόμα απαράλλαχτο και μεγεθυνόμενο επικινδύνως σινάφι, με τσοπάνηδες, μαντριά, τσιφλίκια, δοβλέτια, ημετέρους , τσανακογλείφτες και βολεμένους πάσης φύσεως, σαν να μη εξέλιπαν αυτοί ποτέ από την πτώση της Τουρκοκρατίας και εντεύθεν στο Ευρωπαϊκό αυτό -υποτίθεται- κράτος…
Προηγήθηκε ο θλιβερός Δεκέμβρης του 2008. Ο αποτεφρωτήρας της Αθήνας. Όλοι αναρωτήθηκαν τότε που βρίσκονταν όλη αυτή η βία η συσσωρευμένη στα σπλάγχνα και στον «ανθό» της κοινωνίας. Ύστερα σαν μισοξυπνήσαμε, στον εφιάλτη ακόμα μέσα, χρειάστηκε να δούμε να ψήνονται σαν τα ποντίκια τρεις νέοι εργαζόμενοι της Τράπεζας Μarfin μόλις ένα χρόνο πριν για να εξακολουθήσουμε να παραμένουμε ανήσυχοι.


ΑΓΑΝΑΚΤΟΥΜΕ ΜΑΖΙΚΑ

Και τώρα τι μας προέκυψε; Αυτό το άμορφο, ανένταχτο «κίνημα των αγανακτισμένων». Κουρδισμένη αγανάκτηση, προγραμματισμένη και μεταδιδόμενη σαν ιογενής λοίμωξη. Ένας υπερήλικας αγωνιστής γράφει ένα βιβλίο με τον τίτλο «αγανακτήστε» (indignez-vous) και σπάζει ταμεία στην Ευρώπη. Το φαινόμενο παίρνει διαστάσεις καθώς τίθεται εφαρμογή στην πράξη. Μηχανισμός εκτόνωσης; Μιμητισμός; Ήθη του συρμού; Ή μήπως σοφή ευρεσιτεχνία της εξουσίας; Τα sites, τα twitter και τα e-mail «παίρνουν φωτιά», τα SMS ξεσηκώνουν κόσμο. Τον βγάζουν στις πλατείες. Κόσμος βουβός, ετερόκλητο πλήθος, ακηδεμόνευτο (με ελληνικές σημαίες, με αδειανές κατσαρόλες, με θρησκευτικά και πατριωτικά λάβαρα, γονείς με τα μικρά παιδιά τους στους ώμους, χωρίς κουκούλες, χωρίς κονταρόξυλα και καδρόνια στα χέρια, με «α-πολιτικά» συνθήματα, θυμωμένοι, απελπισμένοι, άνεργοι, μισθωτοί, στενεμένοι, διανοούμενοι, επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι). Κόσμος που κάθεται με τις ώρες συζητά, τραγουδά, κραυγάζει, απειλεί, μουντζώνει το κτίριο της Βουλής (δηλαδή αυτό που το κτίριο συμβολίζει και μαζί το αόρατο έμψυχο περιεχόμενό του). Πλήθος χωρίς πυξίδα. Είναι αυτό μια ελπίδα;
Και πόσοι αγανακτισμένοι δεν θα καταμετρηθούν ποτέ ανάμεσα σ’ αυτούς που γεμίζουν τις πλατείες γιατί από τη φύση τους δεν είναι των θεαμάτων, των μαζικών συναθροίσεων και της αγοράς; Τούτοι θα παραμείνουν όπως «τα άκυρα και τα λευκά» ψηφοδέλτια των διαφόρων εκλογικών αναμετρήσεων.

Τι προϋποθέτει η αγανάκτηση; Ψυχαναλυτικά την ανάγκη διαχείρησης και διοχέτευσης του άγχους που δεν μπορεί να ελεγχθεί άλλο. Που προέρχεται από την χρόνια καταπίεση ενορμήσεων, παρορμήσεων, τραυματικών εμπειριών και ενοχών που ενυπάρχουν και υφίστανται ή επιπροστίθενται με τα χρόνια και τα οποία η κρίση ώθησε να επιταθούν στον καθένα μας. Κάτω από το φάσμα της αδικίας, της κυρίαρχης ανηθικότητας η οποία επί δεκαετίες επιβραβεύεται, της καταρράκωσης της αξιοπρέπειας του άνεργου πενηντάρη, του απελπισμένου νέου με τα σωρηδόν πτυχία και τις -εσαεί- αναξιοποίητες δεξιότητες, του συνταξιούχου που καταδικάζεται στον αργό θάνατο, του μισθωτού που δεν μπορεί πια να σηκώσει τα βάρη του οίκου του. Των αστέγων, των νεόπτωχων. Των νέων που φεύγουν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Κάτω από όλα αυτά τα αγκωνάρια σηκώνει κεφάλι η αγανάκτηση. Την ανημπόρια όλων αυτών των ανθρώπων εκφράζει η αγανάκτηση. Την απορία και το θυμό ενός πολύ μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Την αμφισβήτηση και αποτίναξη όλων των κοινωνικών κανόνων συμμετοχής στο δούναι και λαβείν της -δήθεν- ευνομούμενης κοινωνίας σηματοδοτεί. Τέλος λοιπόν στα προσχήματα. Στόχος: όλοι και κανένας. Αλλά μήπως «όλοι εναντίον όλων»; Για την ώρα τα πάντα μοιάζουν πως προσπαθoύν να εκφραστούν. Να λάβουν λόγο να βρουν παλμό, κατεύθυνση, σάρκα και οστά.
Όλα είχαν ξεκινήσει με τα αραιά και που γιαουρτώματα των πολιτικών. Με ύβρεις και χλευασμό σε κάθε κοινωνική εκδήλωση όπου αυτοί εμφανίζονταν ως καλεσμένοι ή ομιλητές. Η λεκτική βία πρυτάνευσε. Κάποτε έλαβε και τη μορφή πραγματικής -και άδικης- χειροδικίας χωρίς ωστόσο να λάβει επέκταση ή να βρει μιμητές. Τούτο ήταν παρήγορο…
Κρίσιμο λοιπόν το τωρινό στάδιο. Το κίνημα των αγανακτισμένων ενδέχεται να καταπέσει, να σιγάσει, να αυτοκαταργηθεί (εκδοχή που θεωρώ και ως πιθανότερη). Μπορεί να συμβεί όμως και το αντίθετο. Nα δομηθεί μέσα από αυτό κάποιος νέος τρόπος κοινωνικής έκφρασης και να προκύψει ένας νέας κοπής πολιτικός λόγος. Ή ακόμα να λάβει τον χαρακτήρα ενός κοινωνικού κινήματος που θα ελέγχει την εξουσία με την μαζικότητά του και μόνον. Ή κινούμενο κάποτε οριακά να καταλήξει να λάβει διαστάσεις ανεξέλεγκτες, να ενδυναμωθεί, να επεκταθεί με απρόβλεπτα βίαιο χαρακτήρα. Oι κίνδυνοι φαίνεται να είναι πολλοί. Ιδίως μετά την πρόσφατη αναγγελία και νέων πρόσθετων μέτρων φοροεισπρακτικού χαρακτήρα ανάλγητης -οριζόντιας και βίαιης περικοπής- ενόψει του «Μνημονίου 2». Δυνατόν επίσης βέβαια το κίνημα «να καπελωθεί»: Eίδαμε τις προάλλες να παρεισφρύουν μέσα στην μάζα των αγανακτισμένων και οι συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ -ΔΕΗ οι πιο καλοταϊσμένοι του κοπαδιού που -πόσο χυδαίο!- απαιτούν στήριξη από ανέργους και απελπισμένους λες και οι ίδιοι ποτέ νοιάστηκαν τι έχει πληρώσει για δαύτους το κοινωνικό σώμα και τι εξακολουθεί να πληρώνει και πρόκειται να πληρώσει ακόμα. Μέχρι και ιερωμένοι εισήλθαν στη χορεία των αγανακτισμένων (Με τι άραγε σκοπό;Nα καθιερώσουν την προσευχή ή την συγχώρεση σαν κοινωνική έκφραση;). Μένει να δούμε και πολιτικούς -εν ενεργεία ή μη- να εισέρχονται χωρίς τους φρουρούς τους στις πλατείες για να δεχθούμε την οριστική αποδυνάμωση και ήττα της κίνησης.

Όμως πέρα από όποια μέλλεται να λάβει διάσταση το κίνημα αυτό της αγανάκτησης μένει να αποδειχθεί αν ο ίδιος λαός διδάχθηκε από την κρίση και δεν συμπεριφέρεται με τις ζωώδεις και παρορμητικές μονάχα συνιστώσες του θυμικού του. Να κατανοήσει τα αίτια της κρίσης. Να αποδώσει και εις εαυτόν ο καθείς τις ευθύνες για την διαδρομή μέχρι σήμερα που οδήγησε σε εκτροχιασμό. Να γίνει καλύτερος. Ν’ αλλάξει συνήθειες-νοοτροπίες δεκαετιών. Να καταστεί επιτέλους κοινωνικό ον. Να αυτό-οργανωθεί, να πιστέψει στον εθελοντισμό, να κάνει πράξη την αλληλεγγύη. Να κατανοήσει την ανάγκη ρηξικέλευθων θεσμικών αλλαγών και οδυνηρών -πλην όμως ανανεωτικών- τομών στην κοινωνία. Να επαναδιαπραγματευθεί το νόημα και την ουσία της πολιτικής και να επιβάλλει την αλλαγή τους ακόμα και καταλύοντας τις υπάρχουσες άρρωστες δομές του κοινοβουλευτισμού.
Και να μην επιτρέψει να τον ξανακοροϊδέψουν οι πολιτικοί που επεξεργάσθηκαν και συνέταξαν επί χρόνια το κακό αυτό σενάριο για τη ζωή και το μέλλον των ελλήνων πολιτών και της δυστήνου χώρας!
«Δώστε μας πίσω τις ζωές μας!!!». Υποκλίνομαι στην ποίηση της ζωντανής πλατείας…


1. Παν. Κονδύλης στο κεφάλαιο «Το αστικό στοιχείο στη νεοελληνική Κοινωνία» («Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού»- Θεμέλιο 2007 - Πρώτη έκδοση στα γερμανικά το 1991)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ