5.2.12

ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΤΡΩΝΟΥ ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το κοκάλινο δαχτυλίδι

Κόρη μεικτού γάμου ήταν η Νίκη. Γερμανός ο πατέρας, Έλληνες μετανάστες οι γονείς της μάνας. Μεγάλωσε απολαμβάνοντας όλα τα καλά του δυτικού πολιτισμού. Τίποτα δεν της έλειψε. Ούτε από υλικά αγαθά, ούτε από μόρφωση στερήθηκε. Μόνο παράπονο, ο παππούς και η γιαγιά, που αφού πήραν τη σύνταξή τους στην "ξένη" μάζεψαν τα μπογαλάκια τους, χαιρέτησαν παιδιά και εγγόνια και γύρισαν στο χωριό. Εκεί από όπου είχαν ξεκινήσει πάμφτωχοι και νέοι για να μπορέσουν να φτιάξουν κι αυτοί ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους προπαντός, αλλά και για τους ίδιους.
Αυτήν η γιαγιά την είχε μεγαλώσει, όταν η μάνα έλειπε ολημερίς στη δουλειά. Αυτήν αγαπούσε πάνω απ` όλους. Ο χωρισμός βαρύς για τη Νίκη, αν και βέβαια ήταν πια μεγάλη γυναίκα, με θέση ζηλευτή από πολλούς, ακόμη και "γνήσιους" Γερμανούς. Μετρούσε κάθε χρόνο τις μέρες και τις ώρες, ώσπου να πάρει την άδειά της, στο χωριό να φτάσει, την αγκαλιά της μεγαλομάνας-όπως την αποκαλούσε- να βρει.
Λάτρευαν και οι γέροι την εγγονή. Όσο για καμάρι, άλλοι δεν τους παράβγαιναν. Η Νίκη μας έτσι, η Νίκη μας αλλιώς...Την καμάρωνε κοντά σ` αυτούς και όλο το χωριό. Και η Νίκη δεν έπαυε να ασχολείται με ό,τι και οι γέροι της. Τον ανθόκηπο περιποιόταν μπροστά στο σπίτι, που ήταν περίσσια φροντισμένο μετά την επιστροφή τους από την ξενιτιά. Τους ακολουθούσε και στα δυο τους χωράφια στην άκρη του χωριού, πάνω στο λόφο.
Το είχε μεράκι ο παππούς να τα καλλιεργήσει, όχι πολλά πράματα, λίγα ζαρζαβατικά στο ένα, το μεσημβρινό, κάποια οπωροφόρα να φυτέψει στο άλλο, πιο ανήλιαγο αυτό. Πρόθυμη η Νίκη να βοηθήσει. Έγινε το ξεχέρσωμα, ακολούθησε το όργωμα της γης από τρακτέρ. Θα δούλευαν από κει και πέρα μόνοι τους οι γέροι, κατάγεροι ήταν ακόμη.
Αρχές καλοκαιριού, απ` τα χαράματα η Νίκη με τους παππούδες στη δουλειά. Τότε ήταν που πρόσεξε στην οργωμένη γη εκείνα τα κεραμίδια. Για παλιά κεραμίδια κατά τη γνώμη της δεν έμοιαζαν, τα πήρε στα χέρια της, τα ερεύνησε προσεκτικά και κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι μάλλον επρόκειτο για υπολείμματα από αρχαία πήλινα δοχεία. Άρχισε να ψάχνει πολύ προσεκτικά, σπιθαμή προς σπιθαμή, τα πήλινα κομμάτια όλο και πλήθαιναν. Ανάμεικτα συναισθήματα για την εγγονή, ανυπομονησία και εκνευρισμός για τους γέρους.
-Τι κάθεσαι και ψάχνεις τόση ώρα; Θα μας πιάσει η ζέστη, ούτε δυο αυλακιές δεν θα σκαλίσουμε!
Σκεφτόταν η σπουδαγμένη νέα, μήπως και στο μέρος εκείνο κρυβόταν κάποιος αρχαίος οικισμός, πού να απευθυνθεί δεν ήξερε, ποιον να ρωτήσει... Φρόντισε να ρίξει τα ευρήματα σε ένα πανέρι που είχε μαζί της και συνέχισε το σκάψιμο για τα αυλάκια. Στην επιστροφή, -ο ήλιος πια στο μεσουράνημα, κλείστηκε στο δωμάτιό της και άκρη προσπαθούσε να βρει, την προέλευση των πήλινων κομματιών να προσδιορίσει, μια λύση στο αίνιγμα να δώσει...
Μπαίνει τότε η γιαγιά, πατώντας στις μύτες των ποδιών, την πλησιάζει με ένα πελώριο χαμόγελο, να κλείσει τα μάτια της ζητά... Στην ανοιχτή παλάμη της, αποθέτει ένα μικρό πραγματάκι...
-Για σένα, της λέει, -το βρήκα στο αυλάκι που έσκαβα το πρωί. Στη χούφτα της βλέπει η Νίκη  ένα κοκάλινο δαχτυλίδι. Πλυμένο και αστραφτερό!..
-Στο διπλανό χωριό κάνουν ανασκαφές οι αρχαιολόγοι, πετάει η γιαγιά.
-Μπορεί κι αυτό να είναι αρχαίο. Δεν είναι ανάγκη να το δείξεις πουθενά. Στο δικό μας χωράφι ήταν, δικό σου θα γίνει!.. Κοιτάζει η Νίκη μια τη γιαγιά, μια το πανέμορφο δαχτυλίδι. Και τα πήλινα αντικείμενα; Κι αυτά αρχαία;
Με το ποδήλατο ξεκινάει καρδιοχτυπώντας για το διπλανό χωριό. Τον υπεύθυνο των ανασκαφών ψάχνει, να μάθει ζητά λεπτομέρειες. Για νεολιθικό οικισμό πρόκειται, έρχεται η διευκρίνιση, στο πρώτο στάδιο βρίσκονται οι έρευνες. Του εξηγεί τότε εκείνη τον λόγο της επίσκεψής της. Πρόθυμος την ακολουθεί αυτός στο σπίτι για να εξετάσει τα ευρήματά της. Στους γέρους δεν αρέσει καθόλου η όλη ιστορία, πού θα κάνουν τώρα λαχανόκηπο, πού οπωρώνα; Απαρηγόρητη και η γιαγιά, που το κοκάλινο δαχτυλίδι σε προθήκη μουσείου θα καταλήξει...
Επέστρεψε η Νίκη την επόμενη χρονιά. Οι εργασίες ανασκαφών είχαν ήδη αρχίσει στα χωράφια των παππούδων. Πήγε να συναντήσει τον υπεύθυνο. Δίπλα του μια νεαρή βοηθός, μόλις είχε πάρει το πτυχίο της Αρχαιολογικής σχολής, και όταν άπλωσε το χέρι να την χαιρετήσει, σκάλωσε της Νίκης το βλέμμα στο δαχτυλίδι του χεριού της...
-Η μνηστή μου, είπε ο αρχαιολόγος, και απομακρύνθηκε βιαστικός προς το σκαμμένο χωράφι...
Τους παππούδες σκεφτόταν όλη την ώρα, τα χωράφια που δεν καλλιέργησαν, την λαχτάρα και συγκίνηση της γιαγιάς, όταν της έβαζε στην παλάμη το κοκάλινο δαχτυλίδι...

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 10 Νοεμβρίου 2011, αρ. φύλλου 615

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.