7.1.09

RAINER MARIA RILKE: Ο Μικρός Χριστός

Μετάφραση: Χρυσούλα Πατρώνου

Με την μετάφραση στα ελληνικά του «Μικρού Χριστού» του Ρ.Μ. Ρίλκε, και την παράδοσή της στην ΟΔΟ, η κ. Χρυσούλα Πατρώνου,που ζει με την οικογένειά της στην Καστοριά, δεν συμβάλλει απλώς στον εμπλουτισμό του πνευματικού κόσμου της πόλης με μία ακόμη αξιόλογη προσπάθεια, αλλά επιφέρει ένα σημαντικό πλήγμα σε όσους προβάλλουν ως υπόδειγμα την μιζέρια και την ατονία.





«Απεβίωσε» έγραφε με αδιάφορα, βάναυσα, υγρά ακόμη γράμματα στο χοντρό, πράσινο βιβλίο του νοσοκομείου. Στην ίδια αράδα διάβαζες επίσης: ΙΙ όροφος, θάλαμος 12, αριθμός 78. Ηόρβατ Ελισάβετ, κόρη δασοφύλακα, ετών 9

***

Το πρώιμο δειλινό του Φλεβάρη κοίταξε με κόκκινα από το κλάμα μάτια, κουρασμένο και κακομοιριασμένο, στο δωμάτιο 12.Οι γκριζωποί τοίχοι του θαλάμου έμοιαζαν να διαλύονται μέσα στο ομοιόμορφο σούρουπο, και ο μαύρος ξύλινος σταυρός αιωρούνταν στο κενό. Τα σιδερένια κρεβάτια μόλις που διακρίνονταν στα θολά τους περιγράμματα. Η ατμόσφαιρα του δειλινού κρέμονταν σαν κατάρα πάνω από τα παιδιά, που μοιράζονταν ανά δύο ένα κρεβάτι. Κάπου σε μια σκοτεινή γωνιά έκλαιγε κάποιο απαρηγόρητα και σιγανά, ένα άλλο παράδειχνε με απαλή, σιγανή φωνή, λες και καθόταν στο προσκεφάλι της άρρωστης μητέρας, και ένα μικρό κορίτσι, δίπλα στο παράθυρο, καθόταν ανακούρκουδα στα μαξιλάρια, με τα χέρια περασμένα γύρω από τα διπλωμένα γόνατα. Το προφίλ και οι στρογγυλεμένοι ώμοι του διαγράφονταν έντονα σαν σιλουέτα μέσα από το γκριζωπό παράθυρο. Και η κορεσμένη ατμόσφαιρα ήταν τόσο πυκνή που έμοιαζε σαν να αναπαλλόταν σε αυτήν οι ντροπαλοί ήχοι του φλύαρου κοριτσιού, και μόνο το κρυφό κλάμα από την σκοτεινή γωνιά διατρυπούσε με οξείς ήχους το σούρουπο. Έτσι είναι η ατμόσφαιρα στο δάσος στα ομιχλώδη απογεύματα στις αρχές του φθινοπώρου: Οι φωνές στο ρυάκι και τα χαμόκλαδα διαλύονται μέσα στην απέραντη καταχνιά, και μόνο το θρόισμα των ανεμοδαρμένων δεντροκορφών τρέμει και διαπερνά το μοναχικό έλατο.

Τώρα μπήκε στον θάλαμο η εφημερεύουσα νοσοκόμα με απαλά βήματα. Άναψε την γκαζόλαμπα, χωμένη μέσα στο πράσινο λαμπογυάλι, που ήταν κρεμασμένη στη μέση του δωματίου. Το φως, ίδιο σαν εκείνο της σελήνης, χύθηκε απαλά, σαν ένα κύμα πάνω στην επίπεδη άμμο, σ` όλο τον χώρο και φώτισε σχεδόν συμμετρικά τα πέντε σιδερένια κρεβάτια. Η αδελφή όμως παραμέρισε λιγάκι το παραπέτασμα: ανεμπόδιστα, με ανενδοίαστη βία, πρόβαλε το εκτυφλωτικό, κόκκινο φως. Ένα από τα μικρά, μαύρα πινάκια του τοίχου φωτίστηκε τώρα εντελώς: έφερε τον αριθμό 78. Το κρεβάτι από κάτω ήταν άστρωτο και άδειο. Η αδελφή πήγε προς τα κει, έβγαλε τα σεντόνια και ίσιαξε τα στρώματα Τα παιδιά είχαν βουβαθεί όλα. Παρακολουθούσαν όλες τις κινήσεις της αδελφής με τυφλωμένα από το φως μάτια. Ακόμη και η μικρή στη γωνιά δεν έκλαιγε πια. Καθόταν στητή, το κεφάλι στριμωγμένο μέσα στις μικρές γροθιές, και κάτω από τον άσπρο επίδεσμο στο μέτωπο έκαιγαν τα μάτια της, μεγάλα, σαν μια μοναδική σκοτεινή απορία.

Η εφημερεύουσα της έριξε στην αγκαλιά την κούκλα που βρήκε στο άδειο κρεβάτι.Το παιδί κούνησε μόνο ελαφρά τους ώμους και δεν άγγιξε το παιγνίδι. Λες και είχε κολλήσει το βλέμμα του σε μια εκτυφλωτική, καταστροφική φλόγα, απλώθηκε στα μάτια του που έκαιγαν από τον πυρετό ένα ασταθές, τρεμουλιαστό αντιφέγγισμα. Και το παιδί που μοιραζόταν μαζί της το κρεββάτι σύρθηκε κάτω από την κουβέρτα με έναν ακαθόριστο φόβο.
Τότε γύρισε η μικρή δίπλα στο παράθυρο και η φωνή της ήχησε σαν κυριακάτικο άσμα:
«Η Μπέττυ τώρα είναι αγγελούδι;»
Η αδελφή κατένευσε και χαμογέλασε και άπλωσε με τα μακρυά της χέρια το ουρανί σεντόνι πάνω στο άδειο κρεβάτι.

***

Ο θάνατος είναι αλλαγή αριθμού.- Η μικρή Ελισάβετ βρισκόταν τώρα κάτω στον θάλαμο, που τους άσπρους τοίχους του έβλεπε συχνά από το παράθυρο.
Είχε μικραίνει κι άλλο και χρειαζόταν με τα παγωμένα ποδαράκια της πολύ λίγο χώρο στο ξύλινο κρεββάτι στο οποίο είχαν τοποθετήσει κιόλας καινούργιο αριθμό. Τον αριθμό του τάφου εκεί έξω. Ήταν κιόλας έτοιμος, δεν έχασκε όμως κατάμαυρος σαν την άβυσσο των τεράτων. Η νύχτα που πλησίαζε άρχισε να υφαίνει πάνω του ένα αστραφτερό σεντόνι χιονιού, κι έτσι ο χώρος έμοιαζε όμορφος και ελκυστικός σαν τα κρεβατάκια πλουσιόπαιδων. Και η μικρή Μπέττυ στον έρημο θάλαμο ήταν τόσο ήσυχη και ήρεμη λες και το ήξερε. Τα κέρινα άσπρα χεράκια κρατούσαν, σαν να έπαιζαν, έναν μικρό ξύλινο σταυρό, τα μαλλιά άστραφταν σαν φωτοστέφανο μέσα από το δαντελωτό σύννεφο του νεκρικού προσκέφαλου και γύρω από τα λεπτά, χλωμά χείλη άνθιζε ένα μελαγχολικό χαμόγελο: έτσι πλέκεται ένα στεφάνι αμάραντου γύρω από ένα επίχρυσο προσευχητάρι.

Χαμογελούσε άραγε, γιατί είχε δει κιόλας την αγαπημένη μητερούλα, που την περίμενε εδώ και τέσσερα χρόνια κοντά στον καλό Θεούλη; Είχε πετάξει κιόλας η μικρή ψυχούλα πάνω σε καινούργια, κάτασπρα φτερά μέσα από την γκρίζα ομίχλη, προσπερνώντας χαμογελαστά αστέρια, στην αιώνια πατρίδα; Φτεροκοπούσε κιόλας πέρα από τον ατέλειωτο γαλαξία, όπου κάθονται τόσα εργατικά αγγελούδια που συνεχώς φυσούν και φτιάχνουν καινούργια αστέρια, όπως τα παιδιά στην γη σαπουνόφουσκες; Βρέθηκε μέσα σε μια στιγμή κοντά στον καλό Θεό, που σίγουρα είχε μια μακρυά, ασημένια γενειάδα και μια μεγάλη, αστραφτερή κορώνα; Εκεί πηγαίναν οι καθαρές ψυχές; Και οι ουλές σίγουρα δεν φτάνουν μέχρι την ψυχή, η όχι; Σέρνονται μόνο πάνω από το μικρό, άψυχο κορμάκι σαν κόκκινες, φαρμακερές κάμπιες. -Και όταν διατάξει ο καλός Θεός να παρουσιαστεί μπροστά του η Ελισάβετ μ` αυτό το σωματάκι, τότε σίγουρα τα τραύματά του θα έχουν γιατρευτεί και, ακόμα και στον ουρανό, όπου βασιλεύει άπλετο φως, δεν θα διακρίνεται ούτε μια κόκκινη χαρακιά.
Και αυτό είναι πολύ καλό, γιατί ο καλός Θεός και η μητερούλα δεν θα έπρεπε να ξέρουν ότι η μητριά ξυλοκοπούσε άγρια την Μπέττυ. Και, δεν θα έπρεπε να το πληροφορηθούν ποτέ, αυτά προσευχόταν η μικρή με τα χλωμά διπλωμένα χέρια και τα ήρεμα νεκρά χείλια στον σκοτεινό νεκροθάλαμο.

***

Άγια μέρα Χριστουγέννων, να οι μικροί που με τα ποδαράκια τους να τρέμουν από την ανυπομονησία και με αστραφτερά μάτια αφουγκράζονται πίσω από τις κλειστές πόρτες όπου ετοιμάζονται φωτεινά, ευωδιαστά θαύματα, νάτοι που παρακολουθούν με σοβαρό ύφος την μητέρα που ψήνει το γιορταστικό ψάρι για το δείπνο, και, με πανάρχαιες μελωδίες στα τρυφερά χείλη χοροπηδούν και πλησιάζουν την γιαγιά που ονειρεύεται βυθισμένη στην πολυθρόνα, δίπλα στην φλύαρη φωτιά, και της φιλούν τα απαλά, ρυτιδωμένα χέρια. Και μετά να που έρχεται και ο πατέρας και φέρνει μαργαριτάρια χιονιού στα γένια, μια γερή δόση χειμώνα και τους διηγείται για τον μικρό Χριστό, που τον συνάντησε σε ανεμοδαρμένα μονοπάτια, και που έχει μαλλιά ολόχρυσα και τα χέρια γεμάτα πολύχρωμα, λαμπρά πράγματα.-Και έξω σφυρίζει ο αέρας, και κάπου ακούγεται ένα έλκηθρο, και όλα είναι τόσο μυστηριώδη και τόσο σπουδαία και γιορταστικά, που δεν μπορούν να ξεχαστούν ποτέ-ούτε σε μια ολόκληρη ζωή.

Και η μικρή Ελισάβετ δεν έχει ξεχάσει, ότι έτσι ήταν κάποτε, όταν ζούσε ακόμη η μητέρα και η ξένη γυναίκα με το κόκκινο πρόσωπο δεν έτρωγε μαζί τους στο τραπέζι. Και κούρνιασε τρέμοντας από το κρύο δίπλα στον φούρνο όπου έκαιγε μια άγρια, αφιλόξενη φωτιά.
Η νοσταλγία της για την μητέρα θέριεψε με μιας. Και όταν η χοντρή γυναίκα την έδιωξε με ξυλιές από την κουζίνα, σύρθηκε σαν κακοποιημένο σκυλί στην πιο απόμακρη γωνιά της σοφίτας και έκλαιγε σιωπηλά. Και ήταν, σαν να είχαν διαλυθεί όλα τα βάρη, όλα τα σκοτάδια μέσα σ` αυτό το βουβό κλάμα. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι σήμερα είναι πάλι Χριστούγεννα, και ότι όλα τα καλά παιδιά πρέπει να χαίρονται γιατί ο μικρός Χριστός έρχεται στη γη.
Ο πατέρας την βρήκε εκεί, της χάιδεψε με τρεμάμενα χέρια τα μαλλιά και της χάρισε μερικά κέρματα -ολόκληρη περιουσία για το παιδί. Και η Μπέττυ τινάχτηκε και πέρασε μα γελαστά, κρυστάλλινα μάτια τα δυο της χέρια γύρω από τον λαιμό του πατέρα.
Ήταν σαν αποχαιρετισμός.

Δύο ώρες αργότερα έτρεχε η μικρούλα με τα κέρματα του πατέρα στην δεξιά γροθιά στα σοκάκια της πόλης. Η χριστουγεννιάτικη μέρα ήταν άσπρη και ήρεμη και το απαλό χιόνι πλαισίωνε σαν άσπρη γούνα τα λεπτά παπούτσια του παιδιού. Προχωρούσε προς το δάσος. Στα τελευταία σπίτια αντάμωσε μια μικρή να παίζει. Της έφραξε τον δρόμο και είπε με υπεροπτικό ύφος. "Πιστεύεις ότι ο μικρός Χριστός θα έρθει και σε σένα;"
Η Μπέττυ άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα γαλάζια μάτια της και απάντησε με απόλυτη σιγουριά, "o μικρός Χριστός έρχεται σ` όλα τα καλά παιδιά."
Και οι καμπάνες του μεσημεριού αντήχησαν όλο μεγαλοπρέπεια και γαλήνη μέσα στην ροδαλή από την παγωνιά χριστουγεννιάτικη μέρα, λες και πρόσθεταν το «Αμήν» στην κουβέντα.

***

Στο τελευταίο ψιλικατζίδικο η Ελίζαμπεθ αγόρασε με τα κέρματα της μερικά κεράκια, μια πολύχρωμη, μακρυά αστραφτερή γιρλάντα, σπίρτα και μια τεράστια καρδιά από ζυμάρι. Φορτωμένη μ` αυτούς τους θησαυρούς συνέχισε τον δρόμο της μέσα στο δάσος, όπου πια δεν συνάντησε κανέναν άνθρωπο, εκτός από κείνους που έψαχναν στην άκρη του δρόμου στεγνά φρύγανα. Και ήταν όλοι τους σκυθρωποί και παγωμένοι και ούτε καν πρόσεξαν το παιδί.
Υπάρχει ένα σημείο στο δάσος, όπου το δειλινό που κουβαλάει το χρυσάφι του, ίδιος φοβιτσιάρης εξηνταβελόνης, πίσω από το κοντινό βουνό, χασομερά διστακτικά, λες και δεν μπορεί να αποχωριστεί την όμορφη γη.

Εκεί βρίσκονται άσπρα, μακρύμισχα ανθάκια, και ζυγίζουν το μεγαλείο τους στο ξέπνοο αεράκι, σαν παιδιά που κουνούν τα μαντήλια στον πατέρα που ξενιτεύεται. Αυτό- τα καλοκαίρια. Ακόμη και στο μεσοχείμωνο, που το κουρασμένο δειλινό σέρνει τις κόκκινες γαλότσες του μέσα από το αστραφτερό χιόνι ,σταματάει και ξεκουράζεται και φιλάει με την τελευταία του λάμψη την παλιά Μαντόνα του δρόμου, στηριγμένη πάνω στην ανεμοδαρμένη πέτρινη κολόνα, και που του το ανταποδίδει με ένα μοναχικό, μελαγχολικό χαμόγελο.

Αυτή ήταν η αγαπημένη γωνιά της μικρής Ελισάβετ. Εκεί κατέφευγε συχνά, με τα χτυπήματα να καίνε στην πλάτη, και διηγόταν στη ξεχασμένη ουράνια βασίλισσα τον πόνο της σαν να ήταν η μητέρα της. Και συχνά της φαινόταν πως η πέτρινη μορφή είχε τα χαρακτηριστικά της νεκρής μητέρας. Και τώρα αυτή η γωνιά της ήταν πολύ πιο αγαπητή. Όσο υπήρχαν λουλούδια δεν περνούσε ούτε μέρα που να μη στολίσει το παιδί το σκουριασμένο καρφί στην βάση με φρέσκο διάκοσμο. Και, αλήθεια, αν ο κάθε βωμός στην χώρα είχε έναν τέτοιο προσκυνητή, ο Θεός θα έπρεπε να πλησιάσει πολύ περισσότερο στη γη!
Κι αυτό το χριστουγεννιάτικο δειλινό ακολούθησε η μικρή τον συνηθισμένο δρόμο και κουβαλούσε μαζί της τα στολίδια που είχε αγοράσει. Ένα βουβό σχέδιο έκανε τα μάτια της να λάμπουν και τα ποδαράκια της να τρέχουν.
Έριξε στην πέτρινη Μαντόνα ένα χαρωπό και γεμάτο σεβασμό βλέμμα σαν να έλεγε: Πες μου, δεν είμαι καλό παιδί; Σήμερα δεν με περίμενες.
Και μετά στρώθηκε χωρίς κανέναν δισταγμό στη δουλειά.

Από την άλλη μεριά του μονοπατιού, εκεί όπου στεκόταν το προσευχητάρι, ξεκινούσε ένα σύδεντρο από μικρά έλατα. Το μικρό κορίτσι διάλεξε ένα από τα πιο κοντινά, που μπορούσε να φτάσει την κορφούλα του αν ακροπατούσε και τέντωνε τα χέρια και έπλεξε την χάρτινη γιρλάντα γύρω από τα οριζόντια κλαδιά, όπου ακτινοβολούσε κιόλας σφιχτό το χιόνι, σαν διαμαντένιο κόσμημα. Μετά στήριξε πάνω στις άκρες τους τα κεράκια και ταυτόχρονα με το πρώτο αστέρι της άγιας νύχτας άναψαν και τα φώτα στο μοναχικό χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ήταν πραγματικό μεγαλείο. Γύρω από τα κεράκια που έκαιγαν έλιωνε το χιόνι και άστραφτε και έλαμπε, μοναδική ευτυχία. Η μικρούλα Ελισάβετ ψιθύρισε πρώτα μια προσευχή μπροστά στην μητέρα του Θεού και φώναξε, δείχνοντας το αστραφτερό δεντράκι: "Χαίρεσαι;" Έπειτα δάγκωσε την καρδιά από ζυμάρι και στάθηκε με γεμάτο στόμα τόσο κοντά στο φωτεινό έλατο, που έλαμψε μέσα στα μάτια της η αντιφεγγιά της φλόγας.

Όλος ο απέραντος κόσμος έμοιαζε να συμ-μετέχει στην χριστουγεννιάτικη γιορτή. Τα ψηλά, μαύρα έλατα, στεκόταν στο βάθος γύρω-γύρω σαν ταπεινοί προσκυνητές και θαύμαζαν το μέχρι τότε ασήμαντο δεντράκι, ακριβώς όπως χαζεύουν οι άνθρωποι ένα παιδί θαύμα. Ακόμη και τα μακρινά αστέρια έμοιαζαν να συνωθούνται πάνω απ` αυτό το σημείο για να μην χάσουν τίποτα από την παράσταση και να μπορούν να παραδείχνουν στον καλό Θεό και στους αγγέλους και στη μητέρα της μικρής Ελισάβετ, τι καλό παιδί που ήταν.

Αλλά στα σκοτεινά μονοπάτια του δάσους άρχισαν να πλησιάζουν μαύρα, πελώρια πουλιά, γεμάτα περιέργεια. Μπορεί και να πεινούσαν, σκέφτηκε το παιδί. Η Μπέττυ δεν ένοιωσε τον παραμικρό φόβο, και έτσι μοιράστηκε την ζυμωτή καρδούλα με τους τεράστιους μουσαφίρηδες. Ένοιωθε τόση χαρά και ευτυχία που θα είχε αρχίσει να τραγουδά, μόνο που δεν ήξερε κανένα όμορφο και κατάλληλο τραγούδι.

Τα κεριά είχαν καεί κιόλας αρκετά. Τότε κάθισε η μικρή στα πόδια της άγιας εικόνας με τα μάτια γεμάτα αγαλλίαση και μελανά από το κρύο χεράκια. Δεν ένοιωθε όμως καθόλου το κρύο. Γύρω επικρατούσε τέτοια γαλήνη, και όταν έκλεισε τα μάτια βρέθηκε στην αγκαλιά της μονάκριβης μητέρας, στο ζεστό και άνετο καμαράκι. Το ρολόι χτυπούσε τους δικούς του τακτικούς, νωθρούς ρυθμούς, και ο αέρας κλωθογύριζε στο ζεστό τζάκι. Η μητέρα την χάιδεψε απαλά και τρυφερά πάνω στους κροτάφους και την φίλησε με κόκκινα απαλά χείλη στη μέση του μετώπου. και ήταν τόσο όμορφη, η μητέρα, όμορφη σαν τη νεράιδα στα παραμύθια του Άντερσεν και φορούσε μία παράξενη κορώνα στα πλούσια, χυτά μαλλιά της.
Και ήταν τόσο όμορφα να την κοιτάζεις!

***

Έτσι έγινε και η μικρή, φτωχή Ελισάβετ πέρασε πιο όμορφα Χριστούγεννα από τα πλούσια, χορτασμένα παιδιά στα λαμπερά σαλόνια.

Ήταν πολύ ευτυχισμένη. Κι` αυτή η ευτυχία έλαμπε στο μικρό προσωπάκι, όπως αποκοιμήθηκε στα πόδια της Μαντόνας. Τα χεράκια ήταν διπλωμένα σφιχτά και ευλαβικά και από την πέτρινη μορφή απλώνονταν μια μαύρη σκιά στο χαμογελαστό παιδί, λες και η ευγενική ουράνια γυναίκα είχε απλώσει πάνω της ένα προστατευτικό πέπλο.
Το δεντράκι άστραψε για άλλη μια φορά ολόφωτο, σ` όλο του το μεγαλείο, και τίναξε μια τούφα χιόνι, αργά και πανηγυρικά, σαν να κατέβαιναν όλα τ` αστέρια στη γη να προσκυνήσουν.

***

Δύο ορφανά γύριζαν αυτό το χριστουγεννιάτικο βράδυ πολύ αργά από τη πόλη στο χωριό μέσα από το δάσος. Και αφηγήθηκαν στον ιερέα του χωριού, με κομμένη την ανάσα, και με λαμπερά μάτια:

«Είδαμε τον μικρό Χριστό- στη μέση του δάσους. Ήταν ξαπλωμένος δίπλα σ` ένα ολόφωτο δεντράκι και αναπαυόταν. Και ήταν τόσο όμορφος, ο μικρός Χριστός,- μα τόσο όμορφος....»


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 18.12.2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ