23.4.10

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Στον πατέρα μου

Πολυαγαπημένε μου πατέρα,

Πέρασε κιόλας μια βδομάδα από τη μέρα που μιλήσαμε για τελευταία φορά. Μία εβδομάδα κι εγώ αντέχω και ζω, ενώ πίστευα –συγχώρα με γι’ αυτό- πως δε θα το άντεχα να σε χάσω. Κι όμως, νάμαι και συνεχίζω κι ας μου λείπει βαθιά κι αξεπέραστα η μεστή σου κουβέντα κι ας μου λείπει η φωνή σου∙ αυτή η ωραία και δυνατή σου φωνή εξαιτίας της οποίας, όχι πριν από πολύ καιρό, σε ευχαρίστησε ευγενικά κάποιος ενορίτης σου, λέγοντάς σου: «Σε ευχαριστούμε για τις ωραίες Λειτουργίες που μας χάρισες».
Πατέρα μου,
Τελευταία ζούσες αποτραβηγμένος και αυτό σ’ έκανε να νομίζεις πως ο κόσμος σε είχε ξεχάσει. Όμως όχι! Κάθε άλλο μάλιστα. Το απέδειξε όλο αυτό το σεβαστό πλήθος που σε αποχαιρέτησε (θα ήταν μεγάλη αχαριστία να μη μνημονεύσω και τον τελείως ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο σε αποχαιρέτησε το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων στην Καστοριά), το απέδειξε κυρίως το πώς σε αποχαιρέτησε: Όλα τα λόγια, τα δάκρυα των ανθρώπων που ούτε καν γνωρίζαμε εμείς η οικογένειά σου έδειχναν την αγάπη τους για σένα. Κι ίσως και άλλα συναισθήματα που μονάχα οι ίδιοι γνωρίζουν.
Αλλά δεν ήταν μονάχα τα λόγια που έμειναν κρυφά. Με όλα τ’ άλλα λόγια, τα φανερά σχηματίστηκε το παζλ της ξεχωριστής σου προσωπικότητας, για την οποία καμαρώναμε εμείς, αγνοώντας πως και οι άλλοι γνώριζαν∙ πως σε γνώριζαν.
Δεν είναι ένα υπερβολικό λόγω της φόρτισης εγκώμιο αυτά που θα πω για σένα. Είναι η απλή απλούστατη αλήθεια για το ποιος είσαι. Γιατί ήσουν ένας ιερέας που πίστευε όλα όσα έλεγε για το Θεό όλα αυτά τα χρόνια που Τον υπηρετούσε. Σε διέκρινε μια θαυμαστή συνέπεια λόγων και πίστης. Ατράνταχτη απόδειξη τα τελευταία σου λόγια, όταν, βλέποντάς μας όλους μαζεμένους γύρω σου, μας έδωσες «οδηγίες προς ναυτιλλομένους», όπως πολύ χαρακτηριστικά είπες, συμπληρώνοντας:
«Όταν πεθάνω, να μη με κλάψετε πολύ. Γιατί κι ο θάνατος είναι ζωή».
Όχι «ο θάνατος είναι μες στη ζωή», όπως λέμε όλοι μας συνήθως, αλλά «είναι ζωή».

Έφυγες από κοντά μας Μεγάλη Πέμπτη, αποχαιρετώντας μας μ’ αυτά τα εξόχως αναστάσιμα λόγια. Κι εμείς που πιστεύαμε έτσι κι αλλιώς στην Ανάσταση, πιστέψαμε μετά πολλές φορές περισσότερο. Δε γινόταν αλλιώς. Κι έπειτα –πολύ σημαντικό αυτό- μας δυνάμωσες απίστευτα μ’ αυτό σου το μήνυμα. Μας έδωσες την ελπίδα και την αισιοδοξία, όπως έκανες πάντα και σε όλους. Και δεν ήταν μια ελπίδα έωλη∙ ήταν βασισμένη στα δυνατά σου πιστεύω. Έτσι στήριξες όλα αυτά τα χρόνια τα δύσκολα και την πονεμένη μας μάνα∙ το ‘λεγες μπροστά μας, το ακούγαμε κι εμείς και απορούσαμε πώς το ‘λεγες: «Πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό για τα χρόνια που μας χάρισε το παιδί γερό. Και να δεχόμαστε αγόγγυστα την ασθένεια». Προσπαθούσα να εξηγήσω το από πού αντλούσες αυτήν τη δύναμη κι έβρισκα πάντα δύο εξηγήσεις: την απόλυτη εμπιστοσύνη σου στο Θεό, καθώς χρόνια ολόκληρα το έψαλλες ο ίδιος –«και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»- και το αίσθημα της ευγνωμοσύνης που σε χαρακτήριζε σε όλη σου τη ζωή. Και, καθώς ήσουν άνθρωπος που εκδήλωνε όλα του τα συναισθήματα και φανέρωνε κάθε του σκέψη, εμείς η οικογένειά σου γνωρίζαμε όλα τα πρόσωπα που ευγνωμονούσες και αγαπούσες ταυτόχρονα∙ από τη συγχωριανή σου δασκάλα εξαιτίας της οποίας έμαθες γράμματα, μέχρι τους αγαπημένους σου φίλους –που ήταν πολλοί και καλοί σου φίλοι- μέχρι τα πνευματικά σου παιδιά, που σε αγαπούσαν και σε φρόντιζαν σαν πραγματικό τους πατέρα, μέχρι τους αγαπημένους σου ενορίτες –ανάμεσά τους κι οι «ανώνυμοι» δωρητές, που σου έδιναν με «απόλυτη εμπιστοσύνη» (αυτό έλεγαν) ακόμη και τεράστια ποσά, για να τα διαχειριστείς εσύ όπως έκρινες- τους ενορίτες σου, λοιπόν, που έλεγες και ξανάλεγες πως δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να σε συναντήσουν στο δρόμο και να μη σταματήσουν να σε πάρουν και να σε μεταφέρουν όπου ήθελες. Ούτε μία.

Κι όπως τα ‘λεγες και τα ξανάλεγες για να ξέρουμε κι εμείς, μα και για να μην πνίγεσαι από το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης, έτσι πνιγόσουν κι από την αχόρταγη διάθεσή σου να βοηθάς τον άνθρωπο, τον οποίο αγαπούσες κι εκτιμούσες πολύ, καθώς τον θεωρούσες «τον έμψυχο ναό του Θεού», όπως χαρακτηριστικά έλεγες. Βοηθούσες τους ανθρώπους πάντα κι όχι μόνο μετά που έγινες ιερέας. Από 25χρονο παλληκαράκι, τότε που βρέθηκες στην Αυστραλία, που έκανες δεύτερη πατρίδα σου –μετά την πρώτη σου ασύγκριτη και μοναδική και υπέρλαμπρη μέσα σου, την Ελλάδα- δούλευες εξοντωτικά τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα κατέβαινες στο λιμάνι και υποδεχόσουν εσύ τους από δω μετανάστες που δεν είχαν κανέναν να τους περιμένει. Πάντοτε καταλάβαινες βαθιά κάθε άνθρωπο αναγκεμένο, έμπαινες αυτόματα στη θέση του. Αυτό σε χαρακτήριζε έντονα. Γι’ αυτό και όποιος σου ακουμπούσε το πρόβλημά του εσύ το ‘παιρνες επάνω σου, φερόσουν σαν να ήταν αποκλειστικά δικό σου πρόβλημα. Και βασανιζόσουν γιατί ταυτιζόσουν απόλυτα με τον πάσχοντα συνάνθρωπό σου.

Ήσουν αχόρταγος όχι στα χρήματα, αφού για είκοσι ολόκληρα χρόνια ήσουν ο Γραμματέας της Ι. Μητρόπολης Φλώρινας αμισθί (σου έφτανε ο μισθός του ιερέα), αλλά στο να βοηθάς, εσύ που είχες βοηθήσει τόσο και τόσους ανθρώπους. Μέχρι το τέλος ζήλευες πολύ αυτούς που ένιωθες πως σε είχαν ξεπεράσει σ’ αυτό. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Εκφραζόσουν. Εξέφραζες, όπως το θυμό σου, και κάθε σου σκέψη. Έτσι, ό,τι καλό συναντούσες το εκθείαζες φωναχτά. Πίστευες ότι το καλό πρέπει να επαινείται για να υπάρξουν μιμητές του (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επικοινωνώ μαζί σου δημόσια∙ άλλωστε, «ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον αλλ’ επί την λυχνίαν και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία» κι εσένα οικία σου δεν ήταν μονάχα το σπίτι σου). Και δε σιωπούσες ποτέ μπρος στο άδικο. Πίστευες πως η σιωπή στις περιπτώσεις αυτές είναι συνενοχή. Και μπορεί η συμπαράστασή σου στον αδίκως διωκόμενο να σου στοίχιζε αλλού, το βέβαιο όμως είναι πως κέρδιζες από το Θεό, αφού «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται».
Έτσι κέρδισες έναν ακόμη γιο. Και χάρισες σε μας έναν αδερφό, που εδώ και μία εβδομάδα έγινε από αδερφός αδερφότατος. Γιατί μοιραστήκαμε μαζί του τις τελευταίες σου στιγμές –τότε δεν ξέραμε πως ήταν οι τελευταίες- και μου έδωσε τη μοναδική ευκαιρία να σε χαϊδέψω τρυφερά, όπως ποτέ άλλοτε, για να νιώσεις όμορφα με τα χάδια μας, όπως είπε Και σε χάιδεψε κι ο ίδιος τόσο τρυφερά, αυτός ο πολύ ευγνώμων ιερωμένος αδερφότατός μας, ο ένας ακόμη γιος σου.
Και πάλι, μετά από υπόδειξη δική του, που για μας ήταν εντολή, όλη την τελευταία νύχτα που σε είχαμε κοντά μας, εξουθενωμένοι από τον πόνο για την ξαφνική σου αναχώρηση, σε συντροφέψαμε διαβάζοντας ολόκληρο το ψαλτήρι. Κι ας έσπαζε η φωνή του μικρού και πολυαγαπημένου σου γιου, όταν ο ψαλμωδός έλεγε: «ότι εξεκαύθη η καρδία μου και οι νεφροί μου ηλλοιώθησαν» κι ήταν σαν να περιέγραφε αυτό ακριβώς που ένιωθε κι ο ίδιος εκείνη τη στιγμή. Αλλά πεισματάρης κι αυτός και αγωνιστής όπως κι εσύ, ο Πόντιος πατέρας του, δεν κατέθετε τα όπλα και συνέχιζε.

Κάπου εδώ, όμως, πολυτιμότατέ μου πατέρα, θα σε αφήσω. Δηλαδή θα διακόψω για λίγο, γιατί ξέρω πως εμείς οι δυο δε θα τελειώσουμε ποτέ. Δε θα σταματήσουμε ποτέ να τα λέμε, όπως τα λέγαμε πάντα όταν ήσουν κοντά μας. Άλλωστε σου το είχα υποσχεθεί πολύ πριν το διαβάσω στον Δαβίδ:
«Εάν επιλάθωμαί σου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ».
Και κάτι τελευταίο για την ώρα: ξέρω πως θα σε στενοχωρήσω αν σου εξομολογηθώ πως φοβάμαι χωρίς εσένα. Αλλά, όταν άκουγα τα ασπρομάλλικα αγαπημένα σου αδέρφια να λένε πως έχασαν το στήριγμά τους, εσένα, αναρωτιόμουν τι να πούμε τότε εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια σου. Όμως, απ’ την άλλη, μας έχεις αφήσει όλες αυτές τις έμπρακτες διδαχές σου∙ αυτές που σ’ όλα μας τα χρόνια φύτευαν μέσα μας δύναμη, αγωνιστικότητα, ελπίδα άσβεστη.
Με την πίστη πως από κει ψηλά θα έχεις τη δύναμη να μας προστατεύεις όλους περισσότερο
Η κόρη σου
Σόνια

Υ.Γ.: Πατέρα μου, με έλεγες πάντα με απέραντη τρυφερότητα «κοριτσάκι μου» κι εγώ που κοντεύω τα 50, ζώντας προστατευμένη κάτω από την πλατιά ομπρέλα της προστασίας σου, ένιωθα πως δεν είχα μεγαλώσει ακόμα. Από τη Μ. Πέμπτη, όμως, νιώθω πως μεγάλωσα ξαφνικά, απότομα. Ευχαριστώ το Θεό που τόσο πιστά υπηρέτησες, γιατί μου χάρισε για πατέρα μου εσένα. Δεν παύω να πιστεύω πως εσύ θα εξακολουθήσεις να με προστατεύεις και δε θα πάψω ποτέ να το πιστεύω…

Σημ: Το γράμμα αυτό δημοσιεύεται και στην καστοριανή ΟΔΟ, γιατί απλούστατα είναι αδύνατον να προχωρήσω σε επόμενο κείμενο, χωρίς να μοιραστώ μαζί σας το συγκλονισμό της ψυχής μου. Άλλωστε, από δω και πέρα τίποτε πια δε θα ‘ναι όπως πρώτα. Γιατί απλώς δε γίνεται να ‘ναι όπως πρώτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.