12.4.10

ΑΝΑΣΤΑΣΗ Κ. ΠΗΧΙΩΝ: Εθνομάρτυρες του Γένους

Ο Ρήγας και οι συνεργάτες του απετέλεσαν τον σπόρο που σπάρθηκε και έπρεπε να πεθάνει για να βλαστήσει αργότερα η Επανάσταση του Γένους. Όπως ο σπόρος που σπέρνουμε στην γη πρέπει να πεθάνει, να σαπίσει, για να βλαστήσει αμέσως κατόπι το νέο φυτό, που με την βλάστησή του θα αποδώσει τους καρπούς του, έτσι και σ’ όλα τα μεγαλόπνοα έργα αυτός που σπέρνει τον σπόρο αυτών, πρέπει να δώσει τις περισσότερες φορές λύτρο για την ευόδωση του έργου την ίδια την ζωή του. Από την ιστορία αντλούμε άφθονα παραδείγματα ανθρώπων που θυσίασαν την ζωή τους για τις ιδέες τους και που η θυσία τους συνετέλεσε κατόπιν τα μέγιστα στην υλοποίηση και εφαρμογή των ιδεών τους. Εξ άλλου, από τα χρόνια του Ομήρου μέχρι και τα δημοτικά τραγούδια είναι κοινή η πεποίθηση σ’ όλο το ελληνικό κόσμο, ότι για την θεμελίωση κάθε αξιόλογου και σημαντικού έργου πρέπει να θυσιασθεί το πιο πολύτιμο μέλος της κοινότητος. Αυτό σημαίνουν η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα, της γυναίκας του πρωτομάστορα στο γεφύρι της Άρτας και στα πρόσφατα χρόνια η θυσία του Παύλου Μελά στον μακεδονικό αγώνα. Έτσι και ο θάνατος του Ρήγα και των συνεργατών του ήταν η θυσία, που έπρεπε να πληρώσει ως λύτρο το Γένος για την παλιγγενεσία του. Έδωσαν την ζωή τους λύτρο για την ελευθερία του Γένους και κέρδισαν την αιώνιο ευγνωμοσύνη και την αθανασία στην μνήμη όλων των Ελλήνων.

Η θυσία τους ήταν αδήριτος ιστορική αναγκαιότης για τον ξεσηκωμό των Ελλήνων, οι οποίοι εμπνεόμενοι και από τα επαναστατικά κηρύγματα και τα άσματα και τους παιάνας του Ρήγα ξεσηκώθηκαν μετά από λίγα χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατο αυτού και των συνεργατών του, και μαχόμενοι γι την ελευθερία τους προτίμησαν το του Ρήγα «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».
Ήταν δύσκολα τα χρόνια της πολύχρονης σκλαβιάς και αφόρητα τα δεινά των Ελλήνων και των άλλων κατακτημένων λαών κάτω από το πέλμα βάρβαρου και απολίτιστου δυνάστη όπως είναι ο Τούρκος από την πρωτοεμφάνισή του στο προσκήνιο της ιστορίας μέχρι σήμερα.

Οι Έλληνες όμως μετά από μία μικρά μόνο και πρόσκαιρο παράλυση του ελεύθερου φρονήματός τους, που επέφερε η πτώση της Βασιλεύουσας στις 29 Μαΐου του 1453, γρήγορα αναπτέρωσαν την εθνική τους συνείδηση και την δίψα τους για ελευθερία. Πάντοτε πίστευαν στη εκπλήρωση της προφητείας «Πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θάναι», και στον θρύλο του «μαρμαρωμένου βασιλιά», ο οποίος θα αναστηθεί μια μέρα για να διεκδικήσει και αποκαταστήσει τα δίκαια του ελληνισμού.
Οι αγώνες τους ήταν συνεχείς, δυστυχώς όμως ατελέσφοροι, παρ’ όλο που σε ορισμένες ορεινές περιοχές και σε πολλά από τα νησιά ποτέ δεν κατόρθωσε ο κατακτητής να επιβάλει πλήρη την κυριαρχία του. Στα νησιά με την πειρατεία και στα ορεινά με την εμφάνιση των Κλεφτών και αργότερα και των Αρματολών κατόρθωσαν να αποσπάσουν προνόμια και κάποια μορφή αυτονομίας. Απόδειξη το ειδικό καθεστώς της περιοχής της Μάνης και τα προνόμια που είχαν τα νησιά που τόσο συνέβαλαν αργότερα στον αγώνα της παλιγγενεσίας, η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά.

Οι ορεσίβιοι πληθυσμοί της Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικούσαν στις ορεινές περιοχές της Πίνδου και των άλλων βουνών της, όπως και του Ολύμπου και των Αγράφων, ποτέ δεν παραδέχθηκαν την υποταγή τους στον τουρκικό ζυγό. Κατοικούντες στα απρόσιτα αυτά βουνά σχημάτισαν πολύ γρήγορα ολόκληρα στρατόπεδα έμπειρων πολεμιστών, οι οποίοι κατά καιρούς κατέβαιναν και στις εύφορες πεδιάδες και στα επαρχιακά κέντρα και λήστευαν τους Τούρκους και αρκετές φορές και τους απείθαρχους ομοθρήσκους τους. Η τάξις αυτή των λεγομένων Κλεφτών που ήταν οργανωμένη κατά οικογένειες και περιφέρειες, εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε πραγματική κυρίαρχο της υπαίθρου.
Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο μεγαλοπρεπής (1496-1566) όταν διεπίστωσε ότι παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν θα κατόρθωνε ποτέ να τους καθυποτάξει, σκέφθηκε πολιτικά και προσέλαβε τους Κλέφτες και μάλιστα τους πιο ανδρείους απ’ αυτούς στην υπηρεσία του, παραχωρώντας σ’ αυτούς και στις ορεινές τους περιφέρειες ένα είδος στρατιωτικής αυτονομίας. Η μόνη υποχρέωσή τους ήταν να υπερασπίζονται την ύπαιθρο χώρα από τις επιδρομές των ατάκτων αλβανικών συμμοριών και των ληστών των περιφερειών τους. Αυτοί οι λεγόμενοι Αρματολοί και οι περιφέρειες που ήλεγχαν ονομάσθηκαν “αρματολίκια” ή “καπετανάτα”. Πολύ γρήγορα, μετά από την σύσταση αυτή των “αρματολικίων” ή “καπετανάτων”, οι Αρματολοί άρχισαν να συνεργάζονται με τους Κλέφτες γιατί τους συνέδεαν τα ίδια ιδανικά της ελευθερίας, η ίδια θρησκεία και οι ίδιες πεποιθήσεις και πολλές φορές οι ίδιοι άλλοτε Κλέφτες και άλλοτε Αρματολοί. Οι Κλέφτες και μαζί μ’ αυτούς και οι Αρματολοί απετέλεσαν το ένα σκέλος της προετοιμασίας του Γένους για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Από τις τάξεις του προήλθαν οι εμπειροπόλεμοι πολεμιστές, που αντιτάχθηκαν στις τουρκικές δυνάμεις κατά τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας.Το άλλο σκέλος του ελληνισμού, που προετοίμασε το έδαφος της εθνεγερσίας, ήταν μία άλλη τάξη που αναπτύχθηκε με την πάροδο του χρόνου στα μικρασιατικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η έμφυτος νωθρότητα των Τούρκων και η απέχθειά τους να ασχοληθούν με το εμπόριο και με επιχειρηματικές δραστηριότητες επέτρεψε στους Έλληνες να αξιοποιήσουν το δαιμόνιο της φυλής και πολύ γρήγορα να πάρουν στα χέρια τους τόσο το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό εμπόριο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι θαλάσσιες μεταφορές από και προς την Οθωμανική αυτοκρατορία διενεργούνταν κατά το πλείστον από τους έλληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι ήλεγχαν τις θαλάσσιες οδούς της ανατολικής Μεσογείου. Στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην χερσόνησο του Αίμου, όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο και οι χερσαίες μεταφορές διενεργούνταν από τους Έλληνες, οι πλείστοι των οποίων ήταν βλαχόφωνοι Έλληνες. Τα καραβάνια των ελλήνων κυρατζήδων διέσχιζαν απ’ άκρου εις άκρον όλη την χερσόνησο του Αίμου και έφθαναν μέχρι τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία. Αυτά αποτελούσαν τον χερσαίο στόλο του ελληνισμού.

Η ανάπτυξη του εμπορίου και η ταυτόχρονος ανάπτυξη ειδικευμένων βιοτεχνιών σε πολλές πόλεις από τους έλληνες κατοίκους των, όπως της αργυροχοΐας στα Ιωάννινα, της επεξεργασίας της γούνας στην Καστοριά και την Σιάτιστα, καθώς και άλλων ειδών σε άλλες πόλεις, είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία μεσαία ελληνική τάξη η οποία διέθετε ικανό πλούτο.
Έτσι βλέπουμε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα να ανθούν ελληνικές κοινότητες τόσο στην Μικρά Ασία όσο και στον ελλαδικό χώρο. Η Σμύρνη και άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας και του Πόντου, η Μοσχόπολις, το Μοναστήρι, η Καστοριά και η Σιάτιστα στην Δυτική Μακεδονίας, οι Σέρρες στην Ανατολική Μακεδονία, τα Αμπελάκια στο Πήλιο και τα Ιωάννινα στην Ήπειρο, είναι απτά παραδείγματα της εμπορικής δραστηριότητας των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι συχνές διώξεις των Ελλήνων από το επίσημο οθωμανικό κράτος και τις ληστοσυμμορίες, κυρίως Τουρκαλβανών, που λυμαίνονταν την ύπαιθρο χώρα ιδίως της Μακεδονίας και των άλλων βορείων επαρχιών, και οι οποίες ήταν περισσότερο βίαιες και καταπιεστικές μετά από κάθε εξέγερση των Ελλήνων, και ήταν συχνές οι εξεγέρσεις αυτές, η έλλειψη ασφάλειας επί της ζωής, της τιμής και της ιδιοκτησίας του, ανάγκαζε τον μικροαστικό αυτό ελληνικό πληθυσμό να εγκαταλείπει βαθμηδόν και κατ’ ολίγον την γενέτειρά του και να ζητεί καταφύγιο στα ξένα. Οι ξενιτεμένοι αυτοί Έλληνες που βρίσκονταν πλέον μακριά από τον αφόρητο τουρκικό ζυγό και ζούσαν υπό συνθήκες ανθρώπινες ανάμεσα σε χριστιανικούς λαούς, με ελευθερία στην εξάσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων και την καλλιέργεια της γλώσσας τους, μετέφεραν εκεί το ελληνικό δαιμόνιο, και με την ανάπτυξη της θαυμάσιας αρετής της εθνικής αλληλεγγύης, η οποία διακρίνει πάντοτε τους Έλληνες του εξωτερικού, κατόρθωσαν με την πάροδο του χρόνου να δημιουργήσουν παροικίες και κέντρα του ελληνισμού αξιοθαύμαστα και δια των κέντρων αυτών να καταστούν αρωγοί της δουλομένης πατρίδας τους.

Από τις αρχές ακόμη του 17ου αιώνα βλέπουμε πολλούς Μακεδόνες από την Κοζάνη, Σιάτιστα, Καστοριά, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέρρες, Μελένικο κλπ εγκατεστημένους στην Βιέννη, την Βουδαπέστη, το Τέμεσβαρ, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στην νότιο Ρωσσία. Οι Έλληνες των παροικιών αυτών ασχολούμενοι κυρίως με το εμπόριο δεν παραλείπουν να μορφώσουν τα τέκνα τους, πολλοί εκ των οποίων διέπρεψαν ως επιστήμονες, όπως ο ιατροφιλόσοφος Σακελλαρίου από την Κοζάνη, ο ποιητής Αθανάσιος Χριστόπουλος και ο ιατρός Κωνσταντίνος Μιχαήλ από την Καστοριά, ο Γεώργιος Ζαβίρας συγγραφέας και εκδότης πολλών έργων, και οι αδελφοί Μακρίδαι-Πούλιοι οι εκδότες της πρώτης ελληνικής εφημερίδος από την Σιάτιστα, ο Δημήτριος Δάβαρης από την Κλεισούρα και πολλοί άλλοι. Πολλοί κατέλαβαν και εξέχουσες κρατικές θέσεις, όπως ο βαρώνος Θεόδωρος Καραγιάννης ο οποίος εξελίχθηκε σε γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών της ισχυρότατης τότε Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και ο κόμης Naco, γόνος της οικογένειας Νάκου, ο οποίος διετέλεσε γερουσιαστής.

Όπως γράφει ο Ιωάννης Βασδραβέλης στο βιβλίο του “Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνας”, «Οι Έλληνες αυτοί της Μακεδονίας, όπως συνέβη και με τας άλλας ελληνικάς υποδούλους επαρχίας, εγκατασταθέντες εις την φιλόξενον γη της Αυστρίας και Ουγγαρίας, φέροντες μεθ’ εαυτών τας παραδόσεις ενός ενδόξου λαού στενάζοντος υπό ζυγόν απολίτιστον και βάρβαρον, μίαν αγάπην απέραντον προς την σκλαβωθείσαν πατρίδα, εδημιούργησαν τα πρώτα οικονομικά και πνευματικά φυτώρια, τα οποία τόσον σπουδαίως επέδρασαν επί της μετά τινα χρόνον αρξαμένης προπαρασκευής του γένους». Ο ίδιος αναφέρει ότι η ανάπτυξη του εμπορίου της Βιέννης εξαρτήθηκε επί το πλείστον από τους Έλληνες τους εγκατεστημένους εκεί, των οποίων ο πλούτος αποτελούσε εθνικό κτήμα. Από τους 120 περίπου εμπορικούς και τραπεζικούς οίκους της αυστριακής πρωτεύουσας τα ¾ ανήκαν στους μακεδόνες Έλληνες. Οι κάτοχοι των οίκων αυτών γράφει «είχον πάντοτε προ των οφθαλμών και εντός της ψυχής των τα λέξεις “πατρίς” και “έθνος”. Δια του πλούτου αυτού ανεπτύχθη η ελληνική παιδεία, η ίδρυσις μορφωτικών κέντρων και ναών, η έκδοσις συγγραμμάτων, περιοδικών και εφημερίδων δια των οποίων αναμφισβητήτως προπαρεσκευάσθη η πνευματική χειραφέτησις ως απαρχή εθνικής και πολιτικής χειραφετήσεως».

Το πόσο η ελληνική κοινότητα αποτελούσε σημαντικό εμπορικό παράγοντα για το αυστριακό κράτος, φαίνεται και από το ότι ο υπουργός της Αστυνομίας και των Εσωτερικών της Αυστρίας κόμης φον Πέργκεν, μετά την σύλληψη του Ρήγα και των συνεργατών του, τόνιζε με έμφαση ότι ήθελε η έρευνα και η ανάκριση να διεξαχθεί γρήγορα «χωρίς διακοπή για εμπορικές συναλλαγές, δεδομένου ότι μερικοί από τους συλληφθέντες εμπόρους έχουν ανάμιξη σε εκτεταμένες επιχειρήσεις». Η αυστριακή κυβέρνηση φοβούνταν μήπως η σύλληψη του Ρήγα και του συνεργάτου του Αργέντη, ο οποίος διατηρούσε μεγάλο εμπορικό οίκο στην Βιέννη, με διασυνδέσεις και υποκαταστήματα στο εξωτερικό, είχε αντίκτυπο στην όλη εμπορική και οικονομική ζωή της χώρας, η οποία, όπως έγραψα πιο πάνω, ευρίσκετο στα χέρια των Ελλήνων. Για τον λόγο αυτόν και οι κατηγορηθέντες ως συνεργάτες του Ρήγα, Μασούτης και Άμοιρος, δεν φυλακίσθηκαν αλλά ανακρίθηκαν ελεύθεροι με το αιτιολογικό, όπως φαίνεται από τα αυστριακά αρχεία της ανακρίσεως «επειδή, άτε όντες εν τη υπηρεσία του Αργέντη, έδει εν τω μεταξύ να διαξάγωσι τας εμπορικάς αυτού υποθέσεις, αίτινες δεν ηδύναντο να παύσωσιν άνευ ουσιώδους ζημίας δια την ενταύθα αγοράν».

Οι Έλληνες αυτοί έμποροι και τραπεζίτες, είχαν επίγνωση της εθνικής κληρονομιάς που έφεραν και επιδόθηκαν με ζήλο στην μελέτη των αρχαίων συγγραφέων και την έκδοση πολλών συγγραμμάτων αυτών με σχόλια, τα οποία έστελναν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα για την μόρφωση των μαθητών που φοιτούσαν στα ελληνικά σχολεία, μετέφραζαν δε και ξένα συγγράμματα εις την ελληνική, το ίδιο έκαμε και ο ίδιος ο Ρήγας, γιατί διαποτισμένοι από τις ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού πίστευαν ότι η προπαρασκευή του γένους για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού πρέπει να ξεκινήσει με την ανάπτυξη της παιδείας και την μόρφωση του λαού. Γι’ αυτό δεν περιορίσθηκε η εθνοφελής τους δράση μόνον στις δραστηριότητες των παροικιών και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού. Αναδείχθηκαν και ευεργέτες των ιδιαιτέρων πατρίδων τους. Με τις συνδρομές και τα κληροδοτήματά τους ιδρύθηκαν και λειτουργούσαν σχολεία στις γενέτειρές τους, συντηρήθηκαν οι ναοί και επιχορηγήθηκαν τόσα άλλα ευαγή ιδρύματα.

Τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα σχολεία που λειτουργούσαν στον βορειοελλαδικό χώρο της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ιδρύθηκαν και συντηρούνταν από τις ελληνικές κοινότητες και τις δωρεές και τα κληροδοτήματα των ομογενών του εξωτερικού και μάλιστα των εγκατεστημένων στην Αυστροουγγαρία, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, και την Ρωσσία. Στην Μοσχόπολη, την βλαχόφωνο αυτή ελληνική πόλη της άνω Μακεδονίας, λειτουργούσε από τα τέλη ακόμη του 17ου αιώνα η «Ακαδήμεια» και το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο με πλούσια εκδοτική δραστηριότητα. Τα σχολεία του Μοναστηρίου, της Σιάτιστας, Καστοριάς, Κοζάνης και άλλων δυτικομακεδονικών πόλεων, ήταν κι αυτά δημιουργήματα των ξενιτεμένων τέκνων τους στις ευρωπαϊκές χώρες. Μορφωμένοι και ευκατάστατοι, παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα στον ευρωπαϊκό χώρο μετά την ανακήρυξη της γαλλικής επαναστάσεως, την κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων των ευγενών, την άνοδο στην εξουσία της αστικής τάξεως, την ανάπτυξη του εθνικισμού των λαών και την απαρχή της δημιουργίας των εθνικών κρατών, την διακήρυξη της ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης των ανθρώπων, και είχαν ένα διακαή πόθο να αποκτήσουν και οι δουλομένοι αδελφοί του την ελευθερία, που απολάμβαναν αυτοί στα ξένα. Ταξιδεύοντας για τις εμπορικές τους υποθέσεις μεταξύ Ευρώπης και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μετέφεραν τις νέες ιδέες που κυριαρχούσαν στον ευρωπαϊκό χώρο, στους υπόδουλους Έλληνες των ιδιαιτέρων τους πατρίων και προετοίμαζαν ηθικά και πνευματικά την αναγέννηση του Γένους. Όχι μόνο αυτοί αλλά και εκείνοι από τους ομογενείς που ήταν μονίμως εγκατεστημένοι στις νέες τους πατρίδες δεν έκοψαν ποτέ τους δεσμούς τους με την μητέρα πατρίδα. Έκτισαν τα επιβλητικά αρχοντικά, που ακόμη πολλά απ’ αυτά σώζονται στην Σιάτιστα, Καστοριά και Κοζάνη, δείγμα του πλούτου που απέκτησαν στο εξωτερικό και μετέφεραν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, όχι μόνο ιδέες αλλά και τρόπο ζωής προσομοιάζοντα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και πολύ απέχοντα από τον επικρατούντα τότε γενικώς στον οθωμανικό κόσμο.

Μία από τις εμπορικές αυτές ελληνικές οικογένειες εγκατεστημένη στην Βιέννη, ήταν και η οικογένεια των Εμμανουήλ. Είχαν και την προσεπωνυμία Μπατρίνος, όπως αναγράφεται στον πίνακα των ευεργετών και δωρητών της Ελληνικής Αδελφότητος της Βιέννης ο πατέρας των εθνομαρτύρων στις 14 Ιουνίου του 1798, Εμμανουήλ Ιωάννου Μπατρίνος, εκ Καστορίας, φιορίνια 500, και ο πάππος τους Ιωάννης και ο αδελφός του, που αναγράφονται το 1788 στα κοινοτικά βιβλία της Καστοριάς ως ευεργέτες με το επώνυμο Μπατρινάδες. Προτιμούσαν όμως και χρησιμοποιούσαν ως επώνυμο το πατρώνυμο. Έτσι στην αργυρή επένδυση ενός ευαγγελίου, που έστειλε στην Καστοριά το 1768 ο ομώνυμος πάππος του εθνομάρτυρα φοιτητή, Ιωάννης Εμμανουήλ, μαζί με άλλα ιερά σκεύη, άμφια και έναν χρυσοκέντητο επιτάφιο, υπάρχει η εξής επιγραφή: «Εφιάστη το παρόν εβαγγέλιος [και] αφιερώθηκε (…) παρά του Ιωάννου Εμμανουήλ δια μνημόσυνον αυτού κε δια μνημόσυνον των γονέων του Μανόλη, Μαλαματής (κλπ) εονία τους η μνήμη. Ιωάννης Εμμανουήλ (Π. Τσαμίση: Η Καστορία και τα μνημεία της, Αθ. 1949, σελ. 142). Όπως βλέπουμε στην επιγραφή, ο πάππος των εθνομαρτύρων είναι ο γιος ενός Μανόλη και γράφεται Ιωάννης Μανόλης ή Εμμανουήλ Ιωάννου και ο πρεσβύτερος γιος τους παίρνει κι αυτός το όνομα του πάππου του και γράφεται Ιωάννης Εμμανουήλ και ο δευτερότοκος Παναγιώτης Εμμανουήλ.

Επί τρεις και πλέον γενιές εγκατεστημένοι στην Βιέννη ήταν ευκατάστατοι όπως δείχνει το σωζόμενο αρχοντικό τους στην Καστοριά, το γνωστό σπίτι των Αδελφών Εμμανουήλ, το οποίο συντήρησε ο δήμος Καστοριάς και χρησιμοποιείται τώρα για την στέγαση του Ενδυματολογικού μουσείου. Αλλά και με τις δωρεές που έκαμαν ο πάππος των εθνομαρτύρων το 1768 στην Καστοριά και ο πατέρας τους με την διαθήκη του, που συνέταξε στις 12/24 Απριλίου του 1798, μία εβδομάδα περίπου προτού πεθάνει, και με την οποία άφηνε την υπολογίσιμη περιουσία του (κάμποσες χιλιάδες αργυρά φλορίνια) στις ανιψιές του, θυγατέρες των τριών αδελφών του στην Καστοριά, σε ιερείς και προεστούς της Καστοριάς (προφανώς για ευαγείς σκοπούς), 500 φλορίνια στην μονή της Μεγάλης Λαύρας και την δωρεά των 500 φλορινιών που έκαμε στην Ελληνική Αδελφότητα της Βιέννης. Επίσης ο πατέρας μου γράφει σε ένα δοκίμιό του, και πρέπει να είχε στοιχεία από το βιβλίο των λάσων της Καστοριάς, που διαβάζονταν κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας στον μητροπολιτικό ναό, ότι το 1798 ο Μανώλης Ιωάννου Μπατρίνος, ο πατέρας των εθνομαρτύρων, κατέθεσε ένα σημαντικό ποσό σε τράπεζα της Βιέννης, για να καλύπτονται από τους τόκους του τα διάφορα έξοδα λειτουργίας των σχολείων της Καστοριάς.

Από την διαθήκη του πατέρα των εθνομαρτύρων Εμμανουήλ Ιωάννου μαθαίνουμε ότι είχε τρία άλλα αδέλφια, δεν γνωρίζουμε όμως αν ήταν αγόρια ή κορίτσια. Το πιθανότερο είναι ότι ήταν κορίτσια γιατί αν υπήρχε αδελφός κάπου θα έπρεπε να αναφέρεται. Οι Εμμανουήλ είχαν συγγενείς και στην Σιάτιστα γιατί η μητέρα των εθνομαρτύρων ήταν Σιατιστινή και μάλιστα θα πρέπει να ήταν από ευκατάστατη οικογένεια γιατί ο εκ των εθνομαρτύρων Ιωάννης κατέβηκε στην Σιάτιστα τον Μάϊο του 1797 για κληρονομικούς λόγους και να επισκεφθεί συγγενείς του, όπως αναφέρει στην βιογραφία του Ρήγα ο Θεόφιλος, και όχι για εμπορικούς λόγους, όπως έκαμαν πολλοί από τους ξενιτεμένους συμπατριώτες μας, γιατί φοιτητής της ιατρικής αυτός δεν νομίζω ότι ασχολείτο με το εμπόριο. Οι Εμμανουήλ κατείχαν εξέχουσα θέση στην ελληνική κοινότητα της Βιέννης. Ο Εμμανουήλ Ιωάννου ο Καστοριανός, ο πατέρας των Ιωάννου και Παναγιώτου Εμμανουήλ, εκλέχθηκε επανειλημμένως και διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου (επιστάτης) της Ελληνικής Αδελφότητος από του 1776, που εξελέγη για πρώτη φορά μέχρι και το 1794. Εκλέχθηκε και υπηρέτησε την κοινότητα εν συνόλω οκτώ φορές.

Όταν ο Ρήγας έφθασε στην Βιέννη το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1795, βρήκε εκεί μία ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, όχι μόνον στον οικονομικό τομέα αλλά και στον πνευματικό και πολιτιστικό. Το έδαφος ήταν γόνιμο για να σπείρει τις ιδέες και τα οράματά του. Υπήρχε ένας ενθουσιασμός και αναβρασμός ψυχής μεταξύ των μορφωμένων και μη Ελλήνων, οι οποίοι διαποτισμένοι με τις ιδέες του διαφωτισμού και παρακολουθούντες τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, που διαδραματίζονταν στον ευρωπαϊκό χώρο μετά την γαλλική επανάσταση και κατά του ναπολεόντιους πολέμους, έβλεπαν τους λαγούς της Ευρώπης να αποκτούν ο ένας μετά τον άλλον την ελευθερία τους και περίμεναν την ευλογημένη ώρα που τα αγαθά αυτά της ελευθερίας θα τα απολάμβαναν και οι δουλομένοι αδελφοί τους.

Κυκλοφορούσε ήδη από του 1791 στην Βιέννη από τους Σιατιστινούς αδελφούς Μακρδίες-Πούλιου, επισήμως και κατόπιν αδείας της αυστριακής κυβερνήσεως, ή πρώτη ελληνική εφημερίδα με τον τίτλο "Εφημερίς" (και με την μακροσκελή επεξήγηση, είτ’ ουν ακριβές απάνθισμα των κατά τον ενεστώτα χρόνον αξιολογωτέρων, ναι μην και ακριβεστέρων παγκομίων συμβεβηκότων, άπερ φιλοπόνως και εμμελώς, δίκην μελίσσης, απανταχόθεν συλλεχθέντα, χάριν της επωφελούς των πολλών περί τα νέα περιεργίας φιλοφρόνως εκδίδονται). Η "Εφημερίς" είχε είχε τεράστια επιτυχία. Κυκλοφορούσε και διαβάζονταν στην Βιέννη και σ' όλες τίς πόλεις της Αυστροουγγαρίας και των παραδουναβίων ηγεμονιών και σ' αυτήν την 'Οθωμανική αυτοκρατορία, όχι μόνον από τους Έλληνες αλλά και από τις άλλες εθνότητες ακόμη και απ' αυτούς τους Τούρκους. 'Εκτός από την τρέχουσα ειδησεογραφία περιείχε επιστημονική ύλη, περικοπές από αρχαία ελληνικά συγγράμματα για την διατήρηση και ενίσχυση της εθνικής συνειδήσεως, και είχε το θάρρος να αναγράφει τις νίκες του Ναπολέοντος στην Ιταλία και να προπαγανδίζει και να διαδίδει στους αναγνώστες της τις ιδέες των δικαιωμάτων τού ανθρώπου και του πολίτου, όπως αυτές καθορίσθηκαν από τις αρχές της γαλλικής επαναστάσεως. Σ' αυτούς απευθύνθηκε ο Ρήγας και απ' αυτούς επέλεξε τους στενούς του συνεργάτες, όλους νεαρούς, μεταξύ των όποιων και από τους πιο στενούς του ήταν οί Καστοριανοί αδελφοί Εμμανουήλ, Ιωάννης και Παναγιώτης και ο Γεώργιος Θεοχάρης, οι Σιατιστινοί Θεοχάρης Τουρούντζιας, Κωνσταντίνος Δούκας και οι αδελφοί Μακρίδαι-Πούλιοι και ο Κοζανίτης Γεώργιoς Σακκελάριος.

Βιογραφικά στοιχεία για τους συνεργάτες του Ρήγα ελάχιστα διαθέτουμε, και αυτά μόνον γι' αυτούς πού συνελήφθηκαν μαζί του, και απ' όσα συνάγονται από τα αρχεία των ανακρίσεων. Ασφαλώς και υπήρχαν πολλοί περισσότεροι συνεργάτες και συνδρομητές του Ρήγα, ευτυχώς όμως ο Ρήγας κατόρθωσε να εξαφανίσει το σχετικό τετράδιο στο οποίο αναγράφονταν τα ονόματά τους και έτσι γλύτωσαν την σύλληψή τους. Πιθανώς και η αυστριακή Αστυνομία να μη θέλησε να διευρύνει τις έρευνές της και αρκέστηκε να συλλάβει τους σαφώς αναμεμειγμένους, κατ' αυτήν, στο κίνημα του Ρήγα και να παραδώσει τους μεν οθωμανούς υπηκόους στην οθωμανική κυβέρνηση, τους δε άλλους να τους απελάσει, γιατί φοβότανε μήπως η επέκταση των ανακρίσεων και η σύλληψη περισσοτέρων θα επηρέαζε αρνητικά την εμπορική και τραπεζική κίνηση της χώρας η οποία ευρίσκετο στα χέρια των Ελλήνων. Όλοι οι συλληφθέντες ήταν νεαροί σε ηλικία με μικρότερους τον Παναγιώτη Εμμανουήλ και Θεοχάρη Τουρούντζια, που ήταν 22 ετών και μεγαλύτερο τον Κωνσταντίνο Δούκα 45 ετών, γεγονός που αποδεικνύει τα πατριωτικά αισθήματα και το εθνικό φρόνημα από τα οποία κατείχοντο οι νέοι της ελληνικής παροικίας της Βιέννης και γενικότερα του αποδήμου ελληνισμού. Όλοι τους ήταν ευκατάστατοι, επίλεκτα μέλη της ελληνικής κοινότητος και μορφωμένοι.

Ο Ιωάννης, ο πρεσβύτερος των αδελφών Εμμανουήλ, 24 ετών, ήταν φοιτητής της ιατρικής και λόγιος. Εκτός από τις σπουδές του της ιατρικής ασχολείτο και με τις άλλες επιστήμες και οι γνώσεις του ήταν πολυσχιδείς. Συνέγραψε ένα βιβλίο μαθηματικών, ένα αντίγραφο του οποίου χάρισε στον Ρήγα, ο οποίος το έφερε πάντοτε μαζί του και βρέθηκε στις αποσκευές του κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του. Ασχολείτο επίσης και με την ποίηση. Στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του 1797 η "Εφημερίς", δημοσίευσε ένα ποίημα του Ιωάννου με τον τίτλο 'Ωδάριον συγχαριστικόν εις το Νέον Έτος προσφωνηθέν τοις ομογενέσιτε και φιλοπάτρισιν, υπό Ιωάννου Εμμανουήλ του Καστοριανού". Το προσφωνηθέν σημαίνει, ότι ο Ιωάννης πρέπει να απήγγειλε το ποίημα αυτό σε συγκέντρωση των ομογενών της Βιέννης για το Νέο Έτος, άρα ελογίζετο από τους μορφωμένους και λόγιους άνδρες της παροικίας για να του ανατεθεί η συγγραφή και απαγγελία του ποιήματος, καθώς και η δημοσίευσής του στην "Εφημερίδα". Διαβάζοντας το ποίημα αυτό και κρίνοντάς το με τα κριτήρια της εποχής του, βλέπουμε τον Ιωάννη να εκφράζεται σε μια αρχαΐζουσα γλώσσα, δείγμα ότι κατείχε τα αρχαία ελληνικά, να γνωρίζει καλά την ελληνική μυθολογία και να συντάσσει ένα ποίημα με όλους τους κανόνες της ποιητικής, ομοιοκαταληξίες, ρίμες κ.λ.π. Στο ποίημα αυτό βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει τα πατριωτικά του αισθήματα, τον πόνο του για την δουλεία του Γένους και τον πόθο του να ιδεί ελευθερωμένη την προσφιλή του πατρίδα. Αφού πλέκει κατ' αρχάς το εγκώμιο του νέου έτους και τα χαρίσματα με τα οποία το προίκισαν οι θεοί, για τα οποία όλοι χαίρουν, θεοί και άνθρωποι, πλην της Αθηνάς, υπονοώντας την Ελλάδα, η οποία λυπάται και κλαίει γιατί η αντίπαλός της θεά Εκάτη, η Σελήνη, υπονοώντας την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία είχε ως έμβλημα την ημισέληνο, μαζί με την Έριδα κρατούν υπόδουλη την προσφιλή της πατρίδα. Παρακαλεί δε τον πατέρα της Κρονίδη και τους λοιπούς θεούς να την σπλαχνισθούν και να απαλλάξουν το προσφιλές της γένος από τα δεινά, που επισωρεύει επ' αυτού η μισητή Εκάτη. Ελπίζει δε, ότι όταν εκλείψει η Έρις, θα δυνηθεί να ελευθερωθεί το Γένος και θα αναστηθεί η πατρίς μας η κλεινή:

Αχ Πάτερ έως πότε, Εκάτη η δεινή
Ως πότε να με θλίβη; και να με τυραννή.
Επίβλεψον Κρονίδη, σπλαγχνίσθητε Θεοί!
Λυπήθητε μ' εμένα, ω φίλοι Αχαιοί.
Ω έθνος μου, ω γένος, ω φίλτατε λαέ
Εις τας πληγάς μου κλαύσον, αχ κλαύσον Δαναέ.
Απέμειν' εγώ μόνη απ' όλας τας Θεάς
Δυστυχεστάτη όντως, τας νυν, τας παλαιάς.
Το δόρυ συντριμμένον στούς πόδας της δεινής
Θεάς της αντιπάλου Εκάτης της κλεινής.
Ο θώραξ μου, το σάκκος, ασπίς η κρατερά,
Ριμμένα τα πατούσιν. Ω θέα φοβερά!
Αι χείρες μου δεμέναι, με σίδηρα σφικτά
Γελά με την Εκάτην, η Έρις δυνατά.
Ω Έρις πικροτάτη από τας Εριννύς
Συ ήσουν η αιτία, εσύ με τυραννείς.
Α! κάκισται δεν είμαι, απ' όλα μου γυμνή
Τα όπλα ως θαρρείτε, αλλ' είν' η φαεινή
Η περικεφαλαία στην κεφαλήν μ' αυτήν
Η Έρις μον' να λείψη, καί έχω ποθητήν
μετέπειτα ελπίδα να ελευθερωθώ
Παράσημα μου όλα λαμπρώς να ενδυθώ.
Τό φίλτατόν μου έθνος δεν με αλησμονά
Παντού με ενθυμείται, πατρίς δεν το πλανά
Να το κρατήση ξένη, αλλ' έχει τας καλάς
Αθήνας ν' αναστήση, αφ' ου μεταβολάς
Αμεταβλήτους πάθη Εκάτη η δεινή
Και λαψ' η φίλη πάλιν Πατρίς μας η κλεινή.

[απόσπασμα]

Από τους στενούς συνεργάτες του Ρήγα διάβασε το χειρόγραφο της επαναστατικής προκηρύξεως του Ρήγα, προτού εκδοθεί, αυτός προμήθευσε τον αδελφό του με αντίτυπα για να τα διανείμει, και μετέφερε την προκήρυξη και τον Θούριο στην Σιάτιστα τον Μάϊο του 1797, όταν κατέβηκε σ' αυτήν, όπου παρ' όλο που το αρνήθηκε στην ανάκριση, θα την ανέγνωσε και θα την διένειμε. Ο Παναγιώτης, ο δευτερότοκος Εμμανουήλ, ο νεώτερος των συνεργατών τού Ρήγα, μόλις 22 ετών, ήταν λογιστής στις επιχειρήσεις του συνεργάτου και συμμαρτυρήσαντος με τον Ρήγα, Αργέντη. Ήταν από τους πρώτους συνεργάτες του Ρήγα που συνέλαβε η αυστριακή αστυνομία και όπως αποδείχθηκε κατά την ανάκρισή τους, διετέλεσε από τους πλέον ενθουσιώδεις οπαδούς του Ρήγα και τους κυριότερους διανομείς της επαναστατικής προκηρύξεώς του.

Θα αποτελούσε ασέβεια στην μνήμη τους, αν δεν ανέφερα και τους άλλους δυτικομακεδόνες συνεργάτες του Ρήγα. Τον Καστοριανό Γεώργιο Θεοχάρη, ο οποίος κατείχε ανώτερη κοινωνική θέση στην Βιέννη και ήταν ο περισσότερο πληροφορημένος για τα σχέδια του Ρήγα. Οι μυστικές και στενές σχέσεις του με τον Ρήγα αποκαλύφθηκαν κατά την ανάκριση από μια επιστολή, που του έστειλε ο Ρήγας από την Τεργέστη και στην οποία υπογράφεται υπαρχηγός της ομάδος Βιέννης. Υποστήριξε χρωματικώς και δια των σχέσεών του με το εξωτερικό την έκδοση και την κυκλοφορία της επαναστατικής προκηρύξεως του Ρήγα. Διέφυγε τον θάνατο και απελάθηκε από την Αυστρία γιατί είχε την αυστριακή υπηκοότητα. Τον συμμαρτυρήσαντα Θεοχάρη Τουρούντζια από την Σιάτιστα, τους Σιατιστινούς επίσης Κωνσταντίνο Δούκα και Γεώργιο Μακρίδη-Πούλιο που και αυτοί απελάθηκαν, και τον Κοζανίτη Γεώργιο Σακελλάριο, ο οποίος συνεργάσθηκε με τον Ρήγα στην σύνταξη των επαναστατικών του εντύπων.
Τον Οκτώβριο του 1797 ο Ρήγας εξετύπωσε στο τυπογραφείο των αδελφών Πούλιου την επαναστατική του προκήρυξη σε 3.000 αντίτυπα με βάση το γαλλικό πολίτευμα προσαρμοσμένο προς τα ελληνικά ιδεώδη. Στην επαναστατική αυτή προκήρυξη συμπεριλαμβάνετο και το επαναστατικό άσμα, ο Θούριος, που τόσο ενθουσίασε την ελληνική ψυχή. Στην σύνταξη της επαναστατικής προκηρύξεως του Ρήγα είναι πολύ πιθανόν να συνέβαλε και ο Ιωάννης Εμμανουήλ γιατί κατά την ανάκρισή του από τις αυστριακές αρχές, όταν συνελήφθη και ανεκρίνετο, ομολόγησε ότι εδιάβασε το χειρόγραφο της προκηρύξεως του Ρήγα, προ της εκτυπώσεώς της. Αμέσως άρχισε η μυστική διανομή από τους αφοσιωμένους εταίρους του Ρήγα, γιατί είχε ήδη σχηματισθεί δίκτυο παρακολουθήσεως του Ρήγα και των συνεργατών του από την αστυνομία στην αυστριακή πρωτεύουσα. Οι πρώτοι διανομείς ήταν ο Καστοριανός Παναγιώτης Εμμανουήλ και ο Σιατιστινός Θεοχάρης Τουρούντζιας. Γρήγορα η επαναστατική προκήρυξη και ιδίως ο Θούριος έγινε γνωστός σ' όλες τις ελληνικές παροικίες της Ευρώπης και τις πόλεις της βορείου Ελλάδος. Οι καλύτεροι απόστολοι της ιδεολογίας του Ρήγα και οι ασφαλέστεροι μεταφορείς των επαναστατικών προκηρύξεων ήταν οι πολυπληθείς μακεδόνες έμποροι, που ταξίδευαν μεταξύ Ευρώπης και 'Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αρχάς Δεκεμβρίου απέστειλε ο Ρήγας κιβώτια πλήρη της επαναστατικής του προκηρύξεως και άλλων εγγράφων στην Τεργέστη προς τον φίλο και συνεργάτη του Κορωνιό προ της αφίξεως του ιδίου εκεί. Δυστυχώς ο Κορωνιός δεν ευρίσκετο στην Τεργέστη για να τα παραλάβει και ο συνεταίρος του Δημήτριος Οικονόμου τα άνοιξε και όταν είδε τι περιείχαν, είτε από φόβο, είτε για άλλους ανομολόγητους σκοπούς εθεώρησε καλόν να το αναφέρει στις αυστριακές αρχές. Έτσι όταν ο Ρήγας έφθασε στις 19.12.1797 στην Τεργέστη, με σκοπό αφ' ενός μεν την αποστολή του επαναστατικού υλικού στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, αφ' έτέρου δε την απ' εκεί μετάβασή του στην Βενετία όπου είχε προγραμματίσει να συναντήσει τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη με σκοπό να τον πείσει να βοηθήσει την απελευθέρωση της Ελλάδος, το ίδιο βράδυ συνελήφθηκε από την αστυνομία στο ξενοδοχείο, που κατέλησε μαζί με τον συνεργάτη του Χριστόφορο Περαιβό. Παρ' όλο που κατόρθωσε να εξαφανίσει το τετράδιο στο οποίο είχε καταχωρήσει τους συνεργάτες και χρηματοδότες του, από την αλληλογραφία του, που κατασχέθηκε και τις πληροφορίες, που είχε ήδη η αυστριακή αστυνομία, συνελήφθηκαν και κλείστηκαν στις φυλακές της Βιέννης οι Αργέντης, Κορωνιός, Νικολίδης καί οι δυτικομακεδόνες συνεργάτες του.

Στην ανάκριση, που επακολούθησε την σύλληψή τους, όλοι τους με παρρησία ομολόγησαν ότι εμφορούνται από εθνικά πατριωτικά αισθήματα και διακαής τους πόθος είναι να ιδούν την πατρίδα τους 'Ελλάδα απελευθερωμένη από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό και ότι για τον σκοπό αυτό συνεργάσθηκαν με τον Ρήγα. Οι πράξεις τους επ' ουδενί εστρέφοντο κατά της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας την οποία μάλιστα ευγνωμονούν γιατί τους παρέχει την ελευθερία να εργάζονται, να σπουδάζουν και να διαβιούν ελεύθεροι. Δυστυχώς οι πιέσεις της 'Υψηλής Πύλης προς την αυστριακή κυβέρνηση, η οποία ήθελε να διατηρήσει αγαθές σχέσεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία και άλλες σκοπιμότητες της διεθνούς διπλωματίας, συνετέλεσαν ώστε η αυστριακή κυβέρνηση να παραδώσει στους Τούρκους, χωρίς να τους δικάσει, τον Ρήγα και τους συνεργάτες του, που είχαν τουρκική υπηκοότητα. Μεταξύ αυτών ήταν και οι Καστοριανοί αδελφοί Εμμανουήλ, ο Ιωάννης και ο Παναγιώτης και ο Σιατιστινός Θεοχάρης Τουρούντζιας. Με ισχυρή συνοδεία παραδόθηκαν στον καϊμακάμη του Βελιγραδίου, ο οποίος και θα τους προωθούσε με ισχυρά συνοδεία στην Κωνσταντινούπολη. Πλην όμως, επειδή η μεταφορά τους θεωρήθηκε επικίνδυνος, γιατί υπήρχε φόβος να απελευθερωθούν καθ' οδόν από τον πασά του Βιδινίου, Πασβάνογλου, φίλου και πιθανώς μυημένου κι αυτού στα σχέδια τού Ρήγα, ο καϊμακάμης τού Βελιγραδίου έλαβε μυστικό φιρμάνιο από την Κωνσταντινούπολη να προβεί στον άμεσο στραγγαλισμό των επαναστατών. Έτσι την 24η Ιουνίου του 1798 οι πρόδρομοι της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας, ο Ρήγας και ο οι συνεργάτες του θανατώθηκαν στον πύργο της Νεμπόϊτσας και ρίχτηκαν στα νερά τού Σαύου, παραποτάμου τού Δουνάβεως.

Ο αείμνηστο ς καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρου γράφει παραστατικά το 1902 για τους συνεργάτες του Ρήγα: «Ό Ρήγας Βελεστινλής δεν δύναται να εννοηθεί άνευ αυτών, διότι υπήρξαν οι παρ' αυτού μυηθέντες, οι μετ' αυτού συνεργασθέντες, οι μετ' αυτού συμμαρτυρήσαντες. Εκληροδότησαν λοιπόν εις την ιστορίαν της αναγεννηθείσης Ελλάδος και εις την ιδιαιτέραν πατρίδα των την Μακεδονίαν, δόξαν λαμπράν και μνήμην άϊδων». Και πράγματι παραμένουν εσαεί στην μνήμη των μεταγενεστέρων Ελλήνων, ελευθέρων πλέον από την τουρκική σκλαβιά, οι φωτεινοί αστέρες οι οποίοι με την θυσία τους άνοιξαν τον δρόμο, που ακολούθησε έκτοτε το Έθνος και απέκτησε την πολυπόθητο ελευθερία του. Μνήμονες και εμείς της μεγάλης τους θυσίας και υπερήφανοι γιατί οι συμπατριώτες μας αδελφοί Εμμανουήλ και οι άλλοι Δυτικομακεδόνες ήσαν από τους πρωτεργάτες της αναγεννήσεως τού Έθνους αποτίουμε σήμερα σ' αυτούς την οφειλόμενη τιμή ως πολιτικό μνημόσυνο. Η μνήμη τους ας είναι αιωνία.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1) Γεωργ. Θεοφίλου: Βιογραφία Ρήγα του Φεραίου, Αθήναι 1896.
2) Παντελή Τσαμίση: Η Καστορία και τα Μνημεία της, Αθήναι 1949.
3) ΙΚ Βασδραβέλλη: Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνας, 1796-1832 Εταιρ. Μακεδ. Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1940.
4) Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Λήμμα Ρήγας Φεραίος.
5) Ιωάννου Φιλήμονος: Δοκίμιον, Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήναι 1971 (Ανατύπωσις της δευτέρας εκδόσεως του 1834 )
6) Αναστασίου Ν. Γούδα: Βίοι Παράλληλοι, τόμοι Β' και Γ, Αθήναι 1870
7) Αφοί Μακρίδαι-Πούλιοι: Εφημερίς έτη 1791-1797.
8) C.M. Woodhouse: Ρήγας Βελεστινλής, Ο Πρωτομάρτυρας της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήναι 1997.


Σχετικά κείμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.