14/9/11

ΠΑΝΟΥ ΤΣΟΛΑΚΗ: O δήμαρχος Καστοριάς Σαράντης Τσεμάνης (1892-1973)

...Τα χρόνια περνούν,
οι άνθρωποι φεύγουν, οι τόποι μένουν...


Με αυτές τις τόσο όμορφα συνταιριασμένες λέξεις τελειώνει ένα ποίημά του ο γιατρός Βασίλης Τσεμάνης, γιος του γιατρού και παλιού δημάρχου της Καστοριάς Σαράντη Τσεμάνη, στον οποίο είναι αφιερωμένη η σημερινή τιμητική εκδήλωση. Γνώρισα τον αγαπητό Βασίλη πριν από μερικά χρόνια κι από τότε γίναμε φίλοι σαν να γνωριζόμασταν από παλιά. Ο Βασίλης, λοιπόν, μαζί με τα αδέλφια του, την Νανά και τον Νίκο, μου έδωσαν τη χαρά και την ευκαιρία να βρεθώ σήμερα κοντά σας και να σας μιλήσω για τον αείμνηστο πατέρα τους, τον αγαπητό σε όλους τους Καστοριανούς γιατρό και δήμαρχο στα δύσκολα χρόνια 1946-1950, Σαράντη Τσεμάνη.
 Η απότιση φόρου τιμής σε άτομα, τα οποία προσέφεραν στο κοινωνικό σύνολο και συνετέλεσαν ώστε να ζούμε εμείς σήμερα καλύτερα, είναι μια πανάρχαιη πράξη, που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως αυτονόητη έκφραση ευγνωμοσύνης. Η μνήμη και οι σχετικές εκδηλώσεις της αποτελούν τις ανώτερες λειτουργίες του ανθρώπου, που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα όντα.
 Τι να πούμε όμως γι' αυτή την πολύπλευρη και δυναμική προσωπικότητα, τον Σαράντη Τσεμάνη, τον οποίο είχαν γνωρίσει και θυμούνται όλοι οι Καστοριανοί που έχουν σήμερα μια κάποια ηλικία. Το ζεύγος του Σαράντη και της Μαρίας Τσεμάνη έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη των Καστοριανών με τις καλύτερες αναμνήσεις προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο και τον τόπο. Οι λεπτομέρειες της ζωής του ίσως δεν είναι γνωστές κι αυτές θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω στη σημερινή ομιλία μου. Το πρώτο άκουσμα για τον Τσεμάνη το είχα από πολύ μικρός. Ο πατέρας μου είχε μία ουλή από εγχείρηση στο λαιμό του κι όταν τον ρώτησα κάποτε, με παιδική αφέλεια από τι ήταν, μου απάντησε ότι ο γιατρός ο Τσεμάνης τον έσωσε από μια σοβαρή μόλυνση που είχε πάθει... Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...

Ο Σαράντης ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του Βασίλη Τσεμάνη και της Άννας Ρούσκα, τα άλλα τρία ήταν κορίτσια. Γεννήθηκε το 1892 στο Κωστανέτσι, που σήμερα ονομάζεται Ιεροπηγή, ένα χωριό στα δυτικά των Κορεστίων, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Τα σύνορα τότε δεν υπήρχαν και οι κάτοικοι ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Μετά την απόσχιση των Βουλγάρων από το Πατριαρχείο το 1870 και τη δημιουργία της εξαρχικής εκκλησίας, η βουλγαρική προπαγάνδα προσπάθησε με κάθε τρόπο να προσεταιριστεί ορισμένους Έλληνες της Δυτικής Μακεδονίας ιδρύοντας εξαρχικές εκκλησίες και σχολεία. Μετά το 1892 άρχισαν έντονες πιέσεις των Βουλγάρων με βιαιοπραγίες και φόνους με σκοπό τον προσηλυτισμό κατοίκων της περιοχής.
 Τον Φεβρουάριο του 1903 ο αρχηγός των Βουλγάρων κομιτατζήδων Τσακαλάρωφ πήγε στην Ιεροπηγή και κάλεσε τους κατοίκους του χωριού στην εκκλησία. Οι κομιτατζήδες, με απειλή υποχρέωσαν όλους να υπογράψουν αναφορές υποταγής προς την εξαρχία και τη βουλγαρική κυβέρνηση. Στις 12 Μαρτίου οι κομιτατζήδες επέστρεψαν στο χωριό φωνάζοντας: «Τελείωσε πια, είστε όλοι Βούλγαροι». Αρκετοί αντέδρασαν, κι ένας ογδοντάχρονος, θείος του Σαράντη, με το ίδιο όνομα Βασίλης Τσεμάνης, όπως και ο πατέρας του, απάντησε στον Τσακαλάρωφ: «Είμαι γέρος δεν περιμένω πια τίποτα από τη ζωή, σκοτώστε με, αλλά δε θα προδώσω ποτέ την Ελλάδα». Οι κομιτατζήδες τον συνέλαβαν μαζί με άλλους δεκαεπτά συγχωριανούς του και, αφού κάψανε τα σπίτια τους, τους φυλάκισαν και στις 8 Μαΐου τους εκτέλεσαν. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα η οικογένεια Τσεμάνη, όπως και άλλες οικογένειες χωρικών, να μετακινηθούν για περισσότερη ασφάλεια στην πόλη της Καστοριάς.

Ο Σαράντης ήταν τότε ένδεκα χρονών και καθώς είχε τελειώσει το δημοτικό στο χωριό του, γράφτηκε στο ημιγυμνάσιο Καστοριάς, την ονομαζόμενη τότε Μεγάλη Ελληνική Σχολή. Ήταν ένα ζωηρό και ατίθασο παιδί, που ενώ δεν έδινε μεγάλη σημασία στα μαθήματά του είχε μια ασυνήθιστη ικανότητα για μάθηση. Κάθε λίγο και λιγάκι έτρεχε στο γήπεδο για να παίξει μπάλα. Έφτασε μάλιστα να μετέχει στην επίσημη ομάδα του σχολείου του, που έδινε αγώνες με τις αντίστοιχες ομάδες των σχολείων της Κοζάνης, του Τσοτυλίου και της Σιάτιστας.
 Εντωμεταξύ ο πατέρας του, συνεργαζόμενος με τον Καστοριανό Λάζαρο Γιαννάκη, άνοιξε κατάστημα αποικιακών ειδών στην Κάτω Αγορά, ώστε να συντηρεί οικονομικά την οικογένεια του. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και πολλοί Καστοριανοί αναγκάζονταν να μεταναστεύουν τότε στην Αμερική και στο Παρίσι. Το 1900 το Πατριαρχείο διόρισε μητροπολίτη Καστοριάς τον αείμνηστο Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα μορφωμένος και ικανός και έτοιμος να βοηθήσει τον ελληνισμό, ο Βασίλης Τσεμάνης –πατέρας του Σαράντη Τσεμάνη υπήρξε από την πρώτη στιγμή στενός συνεργάτης του Καραβαγγέλη. Το καλοκαίρι του 1903 ξέσπασε στην περιοχή η βουλγαρική επανάσταση του Ίλιντεν και τον Οκτώβριο του 1904 σκοτώθηκε στα Κορέστια ο ήρωας Παύλος Μελάς, οπότε και ξεκίνησε η ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, που προκάλεσε πολλά θύματα μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων.

Το 1906 ο Σαράντης τελείωσε το ημιγυμνάσιο και αποφάσισε να σπουδάσει. Έπρεπε όμως να έχει απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου κι έτσι ο πατέρας του, με την προτροπή και του μητροπολίτη Καραβαγγέλη, τον έστειλε στην Ιόνιο Σχολή της Αθήνας, όπου γυμνασιάρχης ήταν ο ξακουστός Ιωάννης Δέλλιος, καθηγητής και των διαδόχων Αλεξάνδρου και Γεωργίου. Ο Δέλλιος καταγόταν από τις Σέρρες και ενέγραφε τα παιδιά των Μακεδονομάχων δωρεάν στο σχολείο του.
 Τρία χρόνια αργότερα ο Σαράντης, έχοντας το απολυτήριο γυμνασίου και γνωρίζοντας τα γαλλικά, παίρνει το πλοίο από τον Πειραιά για τη Μασσαλία και εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Μονπελιέ, ο θρύλος λέει ότι ο Σαράντης πήγε από την Μασσαλία στο Μονπελιέ με τα πόδια και με άμαξες και άλογα. Με την έναρξη του απελευθερωτικού Βαλκανικού πολέμου, τον Οκτώβριο του 1912, μαζί με άλλους Έλληνες της Γαλλίας έρχεται στην Ελλάδα και κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό. Βλέπει την πατρίδα του και το χωριό του να ελευθερώνονται από τους Τούρκους και στη συνέχεια επιστρέφει στη Γαλλία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Παίρνει το πτυχίο του και μετά ειδικεύεται στη χειρουργική, τη γυναικολογία και τη μαιευτική στο Παρίσι.
 Το καλοκαίρι του 1914 τελειώνει τις σπουδές του και επιστρέφει στην Καστοριά, όπου με πολύ χαρά τον υποδέχονται στην είσοδο της πόλης οι γονείς του μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους. Στην Καστοριά υπήρχαν τότε λιγοστοί γιατροί κι έτσι η σταδιοδρομία του διαγραφόταν λαμπρή. Ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1915, γίνεται γενική επιστράτευση και ο Σαράντης επιστρατεύεται και παίρνει το βαθμό του έφεδρου ανθυπίατρου. Τα γεγονότα είναι ραγδαία, η Ελλάδα γνωρίζει τον Εθνικό Διχασμό και το 1917 μπαίνει επίσημα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων της Entente, με σκοπό να προσεταιριστεί εδαφικά οφέλη. Ο Τσεμάνης συμμετέχει σε όλες τις τότε πολεμικές περιπέτειες της χώρας, επιστρατευμένος μέχρι το 1924, δηλαδή για εννιά ολόκληρα χρόνια.

Τον Μάιο του 1918 βρίσκεται στο μέτωπο της μεγάλης μάχης του Σκρα ντι Λέγκεν, που είχε πολλά θύματα νεκρούς και τραυματίες. Στην ίδια μάχη έλαβαν μέρος τότε πολλοί Καστοριανοί. Η επιτυχία των ελληνικών στρατευμάτων στη μάχη του Σκρα προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους Έλληνες και συνέβαλε αφενός στην εξύψωση του φρονήματος του στρατού και αφετέρου στην εμπέδωση εμπιστοσύνης εκ μέρους των συμμάχων. Στις αρχές Μαρτίου 1919, ο Τσεμάνης ως χειρουργός-γιατρός του Β΄ Στρατιωτικού Νοσοκομείου Διακομιδής αναχωρεί από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας με το ατμόπλοιο «Μέγας Πέτρος» για την Κριμαία, όπου Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα περίπου 20.000 στρατιωτών μαζί με γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα μάχονταν στο πλευρό των Λευκορώσων κατά των Μπολσεβίκων.

Μετά την επιστροφή του από την Κριμαία μετατίθεται στις αρχές του 1920 στο Ελληνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Σμύρνης, όπου ήδη είχαν μεταφερθεί ελληνικά στρατεύματα, σύμφωνα με τις συνθήκες Νεϊγύ και Σεβρών, για να επιβάλουν την ειρήνη στην περιοχή. Ο Τσεμάνης ζει από κοντά όλες τις περιπέτειες του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία. Συμμετέχει στις μεγάλες μάχες της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ, του Σαγγάριου και του Αφιόν Καραχισάρ. Ο αρχιστράτηγος του στρατού Γ. Χατζηανέστης στις 27 Μαΐου 1922 του απονέμει μετάλλιο στρατιωτικής αξίας, γιατί «…υπηρετών παρά την στρατιά της Θράκης, επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο, προθυμία και αφοσίωση στην εκτέλεση όλων των ανατεθεισών σε αυτόν υπηρεσιών». Με την Μικρασιατική καταστροφή τον Αύγουστο του 1922 επιβιβάζεται σε πλοίο στο λιμάνι της Σμύρνης κι έρχεται στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετεί για δύο ακόμη χρόνια μέχρι να αποστρατευτεί και να επιστρέψει στην Καστοριά. Η εγκατάστασή του στην πόλη σηματοδοτεί την έναρξη της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Η πείρα που είχε αποκτήσει κατά την εννιάχρονη συμμετοχή του ως στρατιωτικού χειρουργού τον οδηγεί σύντομα στην ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικής κλινικής στην περιοχή της πλατείας Βαν Φλητ, πίσω από το σημερινό ξενοδοχείο Κέλετρον. Ο Σαράντης Τσεμάνης, ουμανιστής και πάντα χαμογελαστός, με γαλάζια μάτια και όμορφο πρόσωπο, σεμνός και ήπιων τόνων, αποκτά γρήγορα την εμπιστοσύνη των κατοίκων και γίνεται από τους πιο αγαπητούς γιατρούς όχι μόνο της Καστοριάς, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Τρυφερός, παθιασμένος με τη δουλειά του, εργατικός και γενναιόδωρος, έτρεχε πάντοτε πρόθυμα σε κάθε ασθενή του και προσπαθούσε να τον βοηθήσει.

 Εκείνη την εποχή είχαν έρθει στην Καστοριά οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής, τους οποίους συμπαραστάθηκε ιδιαίτερα, καθώς τους θέριζε η ελονοσία και η φυματίωση. Μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1924 η Καστοριά αρχίζει να εκσυγχρονίζεται: το 1929 αποκτά δίκτυο ύδρευσης και το 1931 ηλεκτρικό ρεύμα. Το 1932 γίνεται η αποξήρανση του έλους Χασάν Κατή και χαράζονται οι παραλίμνιοι δρόμοι της πόλης. Τα χωριά αποκτούν δρόμους επικοινωνίας , καθώς και νέα σχολεία. Οι γιατροί προσλαμβάνονταν τότε από τις οικογένειες με contratto, δηλαδή με συμβόλαιο πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης. Ο Τσεμάνης το 1925 αγοράζει ένα ανταλλάξιμο τούρκικο σπίτι στο κέντρο της πόλης και εγκαθίσταται εκεί με τους γονείς και τις αδελφές του. Τρία χρόνια αργότερα αποκτά και ιδιωτικό αυτοκίνητο μάρκας Ford για να επισκέπτεται τους ασθενείς στα χωριά τους! Πηγαίνει συχνά και στο χωριό του, την Ιεροπηγή, και στους φίλους του λέει: «Πάω εκεί γιατί μου αρέσει να αναζητώ τα χνάρια της νιότης μου…»

Ο Σαράντης Τσεμάνης δεν είναι μόνο γιατρός, αλλά κι ένας ανήσυχος πνευματικός ιδεολόγος, που επιθυμεί να προσφέρει γενικότερα στο κοινωνικό σύνολο και στην πόλη. Στο ξακουστό πολιτικό καφενείο του Κώστα Ορφανίδη, όπου περνά τις λιγοστές ελεύθερες ώρες του, κάνει παρέα με άλλους γιατρούς, όπως τον Γ. Βουίτση, αλλά και με πολιτευτές, όπως τον βουλευτή Αν. Νταλίπη, τους γερουσιαστές Χρηστίδη και Λιούμπη, τον δήμαρχο της πόλης Γ. Ωρολογόπουλο, τους Βαλαλάδες, κ.ά.
 Το 1931 ο Σαράντης, παντρεύεται την Μαρία Ζαμάνου, ανηψιά της Μαρίας Λουγούδη – Ζαμάνου, γυναίκας του τοπικού γερουσιαστή Αλέξανδρου Λιούμπη. Η Μαρία, που δέχθηκε να έρθει να μείνει στην Καστοριά, είχε γεννηθεί στον Πειραιά από γονείς από την ‘Ιο, ένα Κυκλαδίτικο νησί και τον Βόλο, κάτοικους Αθηνών. Ο πατέρας της είναι πιθανό να καταγόταν από την Αργυρούπολη του Πόντου και την Κρήτη και ασχολούμενος με το εμπόριο ξυλείας μετακινήθηκε τελικά από την Κρήτη στη συνέχεια στις Κυκλάδες. Από τον ευτυχή γάμο του Σαράντη με την Μαρία γεννήθηκαν τα αδέλφια, η Νανά, ο Βασίλης και ο Νίκος.

Η σύζυγος του Σαράντη, η κυρία Μαρία, όπως έμεινε γνωστή στους Καστοριανούς, ήταν μια όμορφη ευγενική προσωπικότητα και άξια σύντροφος στο πλευρό του άνδρα της σε όλες τις ευχάριστες, αλλά και τις δύσκολες στιγμές. Όταν ο γνωστός Αθηναίος φωτογράφος Νικ. Στουρνάρας πήγε στην Καστοριά για να βγάλει καλλιτεχνικές φωτογραφίες, παρακάλεσε την κ. Μαρία να φορέσει καστοριανή στολή και την φωτογράφησε μέσα στο αρχοντικό του Νατζή. Λίγα χρόνια μετά το γάμο του ο Σαράντης Τσεμάνης έχασε τον πατέρα του, αλλά και τον σύζυγο της αδελφής του Δήμητρας, την οικογένεια της οποίας ανέλαβε έκτοτε να συντηρεί. Η αδελφή του είχε τρία παιδιά: την Φανή και τον Σταμάτη. Ο Τσεμάνης πήρε την ανιψιά του Φανή στην κλινική του σαν βοηθό και βοήθησε τον ανεψιό του Σταμάτη να σπουδάσει στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης.  Το 1934 ο καταξιωμένος πια γιατρός βάζει υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές και εκλέγεται πρώτος δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη του Δημάρχου Βασ. Νικίδη. Το ενδιαφέρον του για την πόλη και τα κοινά γίνεται πλέον έμπρακτο κι αρχίζει την πολιτική του σταδιοδρομία. Στις εκλογές του 1935 και του 1936 βάζει υποψηφιότητα αρχικά ως ανεξάρτητος βουλευτής και στη συνέχεια με το Λαϊκό κόμμα, χωρίς όμως να εκλεγεί. Ακολουθεί η περίοδος της δικτατορίας του Μεταξά και φθάνουμε στην κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, όπου ο Τσεμάνης επιστρατεύεται πάλι ως υπίατρος και παρουσιάζεται στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Φλώρινας.

Στη Φλώρινα οι στρατιωτικές αρχές επιτάσσουν το αυτοκίνητό του, ενώ ο ίδιος καλείται να οργανώσει τα χειρουργεία, όπου σύντομα φθάνουν οι πρώτοι τραυματίες από το μέτωπο. Τον Δεκέμβριο του 1940 μετατίθεται στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, το οποίο επανειλημμένα δέχεται βομβαρδισμούς από την ιταλική αεροπορία, καθώς οι ιταλοί θεωρούσαν το κτήριο του ως στρατώνα. Στο νοσοκομείο αυτό παραμένει μέχρι τον Απρίλιο του 1941 περιθάλποντας εκατοντάδες τραυματίες, οπότε με το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Καστοριά. Τίποτα όμως δεν είναι όπως πριν. Μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς η πόλη περιέρχεται στην ιταλική ζώνη κατοχής, ενώ οι παλιοί Βούλγαροι κομιτατζήδες βρίσκουν ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν τις απαιτήσεις τους .
 Εντωμεταξύ οι ιταλικοί βομβαρδισμοί της Καστοριάς και οι πυρκαγιές που ακολούθησαν είχαν δημιουργήσει τέτοιες καταστροφές, ώστε η πόλη να μοιάζει σαν σεισμόπληκτη. Σε κάθε βήμα συναντούσε κανείς γκρεμισμένα ή ετοιμόρροπα σπίτια, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να περπατούν στη μέση του δρόμου από φόβο μήπως από στιγμή σε στιγμή καταρρεύσουν. Η κλινική του Τσεμάνη επιτάσσεται από τους Ιταλούς και μετατρέπεται σε στρατιωτικό αναρρωτήριο. Ο ίδιος αναλαμβάνει τότε τη διεύθυνση και την οργάνωση του Δημοτικού Νοσοκομείου της Καστοριάς και δουλεύει σκληρά φροντίζοντας τους ασθενείς και μοιράζοντας φάρμακα. Παράλληλα εμψυχώνει τους κατοίκους και τους συνιστά υπομονή και δύναμη. Το 1942 είναι μια πολύ δύσκολη χρονιά για την πόλη. Για να μην υποφέρουν τα παιδιά του, ο Τσεμάνης τα στέλνει στην Αθήνα, όπου όμως κι εκεί υπάρχει μεγάλη πείνα. Την ίδια χρονιά ο τοπικός έπαρχος Γεράσιμος Βουλιέρης του προτείνει να αναλάβει δήμαρχος της Καστοριάς, θέση την οποία όμως δεν αποδέχεται για να μη θεωρηθεί συνεργάτης των κατακτητών.

Από τις αρχές του 1943 οργανώνονται ανταρτικές ομάδες αρχίζει πνέει ο πρώτος αέρας της Ελευθερίας . Οι Ιταλοί κυρίως στην ύπαιθρο της Καστοριάς θέλοντας να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες δημιουργούν ιταλο-βουλγαρικό άξονα οπλίζοντας ορισμένους χωρικούς, οπαδούς του παλιού βουλγαρικού κομιτάτου. Φυλακίζουν επίσης εκατοντάδες Καστοριανούς ως ομήρους και καθημερινά εκτελούν πατριώτες. Μερικοί κάτοικοι της Καστοριάς απευθύνονται τότε προς τον Τσεμάνη, λέγοντας: Και τώρα γιατρέ τι κάνουμε, με ποιους θα πάμε; Χωρίς δεύτερη κουβέντα ο Τσεμάνης τους απαντά: «Τώρα θα φανεί ο ορθολογισμός της σκέψης σας και η συνείδηση της ψυχής σας, γιατί ο τόπος εδώ είναι Ελλάδα κι εμείς είμαστε Έλληνες που πρέπει να διώξουμε τους κατακτητές». Τα λόγια του κάνουν εντύπωση κι έτσι κανένας από τους κατοίκους της πόλης δεν εγγράφεται στο κομιτάτο. Την περίοδο αυτή όλοι οι Καστοριανοί ήταν ανάστατοι και πολλοί νέοι ιδίως σκεφτόντουσαν σοβαρά να ανέβουν στο «βουνό». Όταν όμως ο Τσεμάνης και άλλοι πρώην στρατιωτικοί πληροφορήθηκαν ότι όσοι συνάδελφοί τους είχαν βγει στο βουνό, οι αντάρτες αφού τους συγκέντρωσαν με δόλο στο χωριό Αυγερινός στη συνέχεια τους σκότωσαν, άρχισαν να υπαναχωρούν. Το αντάρτικο κίνημα καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ και ο ΕΔΕΣ του στρατηγού Ν. Ζέρβα ήταν μακριά πέρα από την Πίνδο. Μετά από αυτά τα γεγονότα, ο Τσεμάνης, μαζί με τον μητροπολίτη Νικηφόρο, τον εισαγγελέα Ι. Κωστόπουλο και άλλους στρατιωτικούς και πολίτες, εντάσσονται στην Πανελλήνια Αντιστασιακή Οργάνωση της ΠΑΟ, στην οποία εγγράφονται εκατοντάδες μέλη σε ολόκληρο τον νομό.

Οι Ιταλοί παραμένουν στην Καστοριά μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943, οπότε με τη συνθηκολόγηση, τους έρχονται στην πόλη Γερμανοί στρατιωτικοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για δύο ολοκαυτώματα που έγιναν στην περιοχή την άνοιξη του 1944. Στις 24 Μαρτίου αφάνισαν ολόκληρη την εβραϊκή κοινότητα της πόλης, περίπου 700 και πλέον άτομα που βρήκαν φρικτό θάνατο στα στρατόπεδα της Γερμανίας, και λίγες μέρες αργότερα κατέστρεψαν την Κλεισούρα σκοτώνοντας πάνω από 300 άτομα. Τον Μάιο του 1944 οι Γερμανοί πραγματοποίησαν εικονική αποχώρηση από την Καστοριά. Αμέσως μπήκαν στην πόλη αντάρτες κι αφού συνέλαβαν μερικούς κομιτατζήδες συνεργάτες των κατακτητών, τους εκτέλεσαν μετά από συνοπτικές διαδικασίες. Άρχισαν δε να αναζητούν πολιτικούς και αντιπάλους .
 Ο Τσεμάνης, και πολλοί άλλοι τέως στρατιωτικοί και όχι μόνο, κατάλαβαν τον κίνδυνο και πρόλαβαν την τελευταία στιγμή να κρυφτούν σε συγγενικά σπίτια. Την άλλη μέρα στο παζάρι πετάχτηκαν χιλιάδες προκηρύξεις που έγραφαν: «Θάνατος στους στρατιωτικούς, δις εις θάνατον στον Σαράντη Τσεμάνη». Την επομένη επέστρεψαν οι Γερμανοί και οι αντάρτες μόλις που πρόλαβαν να διαφύγουν στο λόφο της Καλλιθέας. Μετά από αυτά τα γεγονότα έγινε αντιληπτό στους πρώην στρατιωτικούς ότι, σε περίπτωση αποχώρησης των Γερμανών, οι αντάρτες θα στρέφονταν εναντίον τους, οπότε αποφάσισαν να πάρουν μέτρα προφύλαξης μεταβαίνοντας στις μεγάλες πόλεις. Ο Τσεμάνης μαζί με την γυναίκα του πήγαν στην Αθήνα, όπου βρίσκονταν ήδη τα παιδιά τους. Ο ίδιος βρήκε μια θέση γιατρού -στον Διεθνή Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό κι άρχισε να εργάζεται για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Η κατάσταση γενικά ήταν τραγική στη χώρα κι ο πληθωρισμός είχε φθάσει να στοιχίζει ένα εισιτήριο του τραμ 50 εκ. δραχμές. Η οικογένεια Τσεμάνη γιόρτασε στην Αθήνα την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, πέρασε τη δύσκολη περίοδο των Δεκεμβριανών και της Συνθήκης της Βάρκιζας και αφού ομαλοποιήθηκε η κατάσταση, επέστρεψαν στην Καστοριά στις αρχές του 1946. Στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους ο Σαράντης Τσεμάνης διορίζεται από το υπουργείο Εσωτερικών Δήμαρχος Καστοριάς, καθώς στις τελευταίες δημοτικές εκλογές του 1934 είχε εκλεγεί πρώτος δημοτικός σύμβουλος. Η άτυπη κοινοβουλευτική μας δημοκρατία, που προέκυψε μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, αγωνιζόταν να επιβιώσει και να οργανώσει το κράτος ύστερα από την περίοδο της Κατοχής και την περιπέτεια των Δεκεμβριανών, η οποία συνετέλεσε στη μεγάλη μεταστροφή της κοινής γνώμης κατά του ΕΑΜ. Κι ενώ στις άλλες χώρες της Ευρώπης ξεκινούσε η περίοδος της ανασυγκρότησης, στην Ελλάδα διαφαινόταν πάλι ο κίνδυνος ενός νέου Εμφυλίου πολέμου, για την κατάληψη της εξουσίας!

 Με την ανάληψη των αρμοδιοτήτων του ως Δημάρχου ο Τσεμάνης δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα από οργανώσεις, που ζητούσαν την άμεση παραίτησή του αλλιώς θα τον δολοφονούσαν. Τίποτα όμως δεν πτοεί τον νέο Δήμαρχο, ο οποίος παρά τις οικονομικές αντιξοότητες, τα πολλαπλά προβλήματα, που είχαν συσσωρευτεί και τον επαπειλούμενο Εμφύλιο πόλεμο, ξεκινά ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανασυγκρότησης της Καστοριάς, με το οποίο μέσα σε τέσσερα χρόνια θα βελτιωθούν σημαντικά οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων και θα αλλάξει εντελώς η μορφή της πόλης. Για τον Σαράντη Τσεμάνη η περίοδος 1946-1950 ήταν η πιο κρίσιμη και δημιουργική. Αυτήν ακριβώς τη φάση της ζωής του τιμούμε στη σημερινή μας εκδήλωση. Την αδιαπραγμάτευτη και ανιδιοτελή του προσφορά ως δημάρχου προς το κοινωνικό σύνολο και τον τόπο.
 Μέσα από τις τοπικές εφημερίδες της εποχής, την προσωπική του αλληλογραφία, τα βιβλία πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά κυρίως μέσα από ένα απολογιστικό κείμενο 72 σελίδων, που εξέδωσε στο τέλος της θητείας του, αποδεικνύονται όλες οι λεπτομέρειες του μεγαλόπνοου έργου που άφησε πίσω του. Από τις πρώτες πετυχημένες δραστηριότητές του ήταν η διοργάνωση σε συνεργασία με τον βουλευτή Αν. Νταλίπη, τον Σεπτέμβριο του 1946, των Α΄ Πανδυτικομακεδονικών αγώνων στίβου που έγιναν στο γήπεδο της Καστοριάς στο λιβάδι, 800 αθλητές, 3000 επισκέπτες από όλη την Μακεδονία, Βέροια, Κοζάνη, Πτολεμαίδα, Φλώρινα και όχι μόνο. Στο αντίστοιχο πρόγραμμα- βιβλίο διάβασα πολλές λεπτομέριες. Μικροί Ολυμπιακοί αγώνες Μακεδόνων θα λέγαμε σήμερα. Μέγιστη η συμβολή του Νταλίπη τότε, γιού του Μακεδονομάχου – Γενικού Διοικητή. Ιδίως στην Δυτική Μακεδονία.

Εκεί όμως που έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο Τσεμάνης ήταν στα θέματα της διάνοιξης, της συντήρησης και της ασφαλτόστρωσης των δρόμων της πόλης. Καταρχάς μερίμνησε για τη διάνοιξη δρόμου από τον Άγιο Στέφανο προς το Τσαρδάκι, ώστε να μεταφερθούν εκεί πυροβόλα για την άμυνα της πόλης από τους αντάρτες. Διάνοιξε επίσης τους δρόμους από τον Άγιο Γεώργιο προς το Δημοτικό Νοσοκομείο, την ενωτική οδό προς τους Αγίους Θεολόγους, την οδό από την πλατεία Ομονοίας προς το Ορφανοτροφείο και από την οικία Μελλίδη προς την Έλλη. Φρόντισε επίσης για τη διάνοιξη του παραλίμνιου δρόμου από τα Πετσιά στη Μαυριώτισσα. Διαμόρφωσε ακόμη τις πλατείες Ομονοίας και Δαβάκη, το κηπάριο της πλατείας Βαν Φλητ, καθώς και το πάρκο του Αγίου Αθανασίου, το οποίο εμπλούτισε με φαρδιά πεζοδρόμια, πλακόστρωτα μονοπάτια και ξύλινα παγκάκια. Χαρακτηριστική έχει μείνει στους Καστοριανούς η διάνοιξη του συνδετικού δρόμου από την οδό Μητροπόλεως προς την οικία Κοβάτση, όπου ο Τσεμάνης παραχώρησε όλη την αυλή του σπιτιού του χωρίς να ζητήσει αποζημίωση. Ορισμένες φορές ερχόταν μέχρι και σε αντιδικία με ιδιοκτήτες, όπως στην περίπτωση που έκοψε το «λευκάδι του Ζησιάδη» για να ανοίξει ένα τμήμα του νότιου παραλιακού δρόμου, ή όταν κατεδάφισε δύο μικρά μαγαζιά που εμπόδιζαν την κυκλοφορία στο κάτω τμήμα της πλατείας Δαβάκη. Εκτός από τους δρόμους φρόντισε επίσης και για την κατασκευή δικτύου υπονόμων, στα σημεία όπου κρίνονταν απαραίτητοι.

Και όλα αυτά μέσα σε μια πολιορκημένη και αποκλεισμένη Καστοριά, καθώς από τις αρχές του 1947 στην ύπαιθρο επικρατούσαν οι αντάρτες, χωρίς να διαφαίνεται ελπίδα για την αποκλιμάκωση της βίας. Σε μια περίπτωση μάλιστα, το καλοκαίρι του 1947, οι αντάρτες έφθασαν μέχρι τον προσφυγικό συνοικισμό της πόλης κι έκαψαν σπίτια, ενώ σκότωσαν κι έναν πρόσφυγα πριν τους εκδιώξουν οι στρατιώτες. Οι μεγάλες μάχες στο Γράμμο και στο Βίτσι ξεκίνησαν το 1948, οπότε και ο αριθμός των καταφυγόντων από τα χωριά προς την πόλη ξεπέρασε τις 12.000 άτομα έτρεχαν όλοι στην πόλη για να γλυτώσουν την ζωή τους. Για όλους αυτούς ο Δήμος έπρεπε να μεριμνήσει για τη στέγαση και τη διατροφή τους. Ο Τσεμάνης παρακάλεσε τους Καστοριανούς για τη φιλοξενία των καταφυγόντων, δημιούργησε συσσίτια με τρόφιμα από την UNRA και αργότερα κατασκεύασε τρεις τετραπλοκατοικίες για τη στέγασή τους και όχι μόνο.
Με την έναρξη των μαχών το 1948 το Γ΄ Δημοτικό σχολείο μετατράπηκε σε Στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου σχεδόν καθημερινά μεταφέρονταν τραυματίες. Πολλοί κάτοικοι προσέρχονταν στο νοσοκομείο για να δώσουν αίμα και να συμπαρασταθούν στους τραυματίες στρατιώτες. Όσοι έζησαν στην Καστοριά αυτήν την περίοδο δεν ξεχνούν τα πένθιμα εμβατήρια της στρατιωτικής μπάντας, που συνόδευε κάθε τόσο τους νεκρούς στρατιωτικούς στην τελευταία τους κατοικία. Για τη μέριμνα και τη συνεχή ενίσχυση των μαχόμενων δυνάμεων ο τότε Υπουργός Στρατιωτικών Π. Κανελλόπουλος απένειμε στις 24 Φεβρουαρίου 1949 στον Τσεμάνη το Μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων.  Μέσα σε αυτή τη λαίλαπα του Εμφυλίου πολέμου ο Τσεμάνης, σε αργαστή συνεργασία με το Δημοτικό συμβούλιο, ιδρύουν στην πόλη Δημοτικό λαϊκό φαρμακείο απόρων, Σχολή αδελφών νοσοκόμων, Σταθμό πρώτων βοηθειών με ασθενοφόρο, Νυκτερινή σχολή για τους εργαζόμενους και ακόμη μεριμνούν για την ίδρυση της «Φανέλας του Στρατιώτη», της «Ελληνικής Μέριμνας», Μουσικοφιλολογικού συλλόγου, Δημοτικού ωδείου, ενώ επανιδρύουν και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Στον τομέα των έργων κατασκευάζεται η αποβάθρα της λίμνης κοντά στα Ψαράδικα και το γειτονικό περίπτερο, γίνεται επέκταση μιας πτέρυγας στο Δημοτικό νοσοκομείο, αναστηλώνονται δέκα εκκλησίες με την επίβλεψη του καθηγητή του ΑΠΘ Στ. Πελεκανίδη και καθαρίζονται άλλες είκοσι πέντε, δενδροφυτεύονται οι κεντρικοί δρόμοι, ενώ βελτιώνεται και ο φωτισμός τους.

Ο Δήμος μεριμνά επίσης για τη λειτουργία του αεροδρομίου του Άργους Ορεστικού και για τον χαρακτηρισμό της πόλης ως τουριστικής. Ξεκινάει επίσης μελέτες για την κατασκευή της Δημοτικής αγοράς, του τουριστικού Ξενία και της αποβάθρας του Σταυρού. Για την προστασία της πόλης από πυρκαγιές προμηθεύεται μία υδροφόρο, η οποία χρησιμοποιείται τα καλοκαίρια για να καταβρέχει τους δρόμους, ώστε να μη σηκώνεται σκόνη. Και ποιος δε θυμάται την υδροφόρα αυτή να ανεβαίνει αγκομαχώντας την οδό Μητροπόλεως βρέχοντας τους διαβάτες!
 Το 1949 οι δημοτικές αρχές ξεκινούν ένα από τα πιο μεγαλόπνοα έργα: τη διάνοιξη του δρόμου από την πλατεία Δαβάκη προς τα Ψαράδικα, δηλαδή το δρόμο μπροστά από το σημερινό Δημαρχείο, για την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας στο χώρο της Κάτω Αγοράς. Οι εργασίες διάνοιξης έγιναν από τους καταφυγόντες στην πόλη σύμφωνα με το πρόγραμμα «Πρόνοια δια της εργασίας». Τότε δύο ακόμη σημαντικά πολεοδομικά θέματα έφερε στο προσκήνιο ο Σαράντης Τσεμάνης, τα οποία αφορούσαν την κατάργηση του ΟΤ 14, όπου βρίσκεται το Ξενοδοχείο Ορέστειο, και τη βελτίωση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης. Σχετικά με το ΟΤ 14, η μη εξεύρεση χρημάτων για τις αποζημιώσεις των οικοπέδων οδήγησε στην ανοικοδόμησή του, ενώ ως προς την αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου, η αδιαφορία του υπουργείου να αποστείλει μηχανικό, έθεσε τελικά και το θέμα αυτό στο αρχείο.

 Στις 22 Αυγούστου 1950 ο Τσεμάνης παρέδωσε τη Δημαρχία στον υπηρεσιακό Δήμαρχο εισαγγελέα Παν. Αργυρόπουλο, προκειμένου να γίνουν οι πρώτες μεταπολεμικές δημοτικές εκλογές, ο ίδιος δε αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή για να προωθηθούν νεότεροι υποψήφιοι. Αυτό, σε γενικές γραμμές, ήταν το έργο του Σαράντη Τσεμάνη ως Δημάρχου της Καστοριάς. Στην τοπική εφημερίδα Ορεστιάς της 7ης Ιουνίου 1953 διαβάζουμε: «Ο Τσεμάνης ως Δήμαρχος υπήρξε υπέροχος. Οι ευρύτατες σχέσεις και γνωριμίες του με σημαίνοντα πρόσωπα της χώρας και φίλων ξένων κρατών ήταν το μυστικό της επιτυχίας του. Χάρη στις δικές του ενέργειες κατόρθωσε να εισρεύσουν στα Δημοτικά ταμεία χρήματα για την κατασκευή μεγάλων έργων, τα οποία βλέπουμε σήμερα όχι μόνο εμείς, αλλά και οι επισκέπτες της πόλης, όλα αυτά δε αποτελούν τιμητική σφραγίδα της δημαρχιακής εποχής Τσεμάνη».

Ακούραστος, δημιουργικός κι εργατικός, από τους πιο σημαντικούς συντελεστές της ανάπτυξης του τόπου, ο Τσεμάνης υπήρξε μια ελεύθερη φωνή, που δεν κολάκευε τους συμπολίτες του, όταν επρόκειτο για το καλό της πόλης. Σεμνός και πάντα με καλή διάθεση είχε ότι χρειαζόταν ένας δήμαρχος: καρδιά, μυαλό και τόλμη… Μια άλλη άγνωστη ίσως πλευρά της προσφοράς του ήταν ότι είχε μεσολαβήσει επανειλημμένα στα δικαστήρια σώζοντας κυριολεκτικά από το θάνατο γνωστούς Ελασίτες, που είχαν παρασυρθεί στον αδελφοκτόνο Εμφύλιο πόλεμο. Ο βίος του γιατρού και δημάρχου Σαράντη Τσεμάνη υπήρξε μια περιπέτεια πολυποίκιλης κοινωνικής προσφοράς, ένας βίος που συναντήθηκε με όλα τα κοσμογονικά γεγονότα της Ελλάδας του α΄ μισού του 20ου αιώνα. Και αν μέσα του διατήρησε την παιδική του αθωότητα, είχε αναμφισβήτητα και την υπερηφάνεια του χαρισματικού…

Μετά τη θητεία του ως Δημάρχου μετακόμισε στην Αθήνα, όπου ήδη βρίσκονταν για σπουδές τα παιδιά του. Άφησε το σπίτι του στην Καστοριά, χαιρέτησε τους συμπολίτες του και με δάκρυα στα μάτια απομακρύνθηκε από την πόλη, την οποία τόσο πολύ αγάπησε και στην οποία τόσα πολλά προσέφερε. Στην Αθήνα άνοιξε μια μικρή χειρουργική κλινική του Αγίου Μηνά, στην οδό Παράσχου 21. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αρρώστησε από έμφραγμα και στη συνέχεια έζησε ήσυχα κοντά στην αγαπημένη του οικογένεια και τους φίλους του. Πέθανε το 1973. Η ζωή επεφύλαξε στον Σαράντη Τσεμάνη τιμές και δόξες και ο θάνατος του χάρισε το φωτοστέφανο του μάρτυρος και την αίγλη της αθανασίας, που δικαιούνται όσοι προσέφεραν στο κοινωνικό σύνολο και στον τόπο. Ο Δήμος Καστοριάς, για να τιμήσει το άξιο τέκνο του, έδωσε το όνομά του σε ένα δρόμο της πόλης, στην περιοχή της Χλόης.
Ο Σαράντης Τσεμάνης ανήκει στην ομάδα των αγνών εκείνων γκραικομάνων, όπως του Κώττα, του καπετάν Βαγγέλη, του Νταλίπη, του Νταηλάκη και τόσων άλλων, που πίστεψαν πραγματικά στον ελληνισμό. Όσο εμείς οι Καστοριανοί θυμόμαστε τον γιατρό και δήμαρχο Σαράντη Τσεμάνη, τόσο θα παραμένει αθάνατος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.