8/9/12

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΖΗΜΑΚΑ: Το σπιτικό μας





«Τα λουλούδια είναι ευτυχισμένα, 
γιατί δεν ξέρουν πως κάποτε
θα μαραθούν»


Το σπιτικό μας, όπου μετακομίσαμε στον καιρό της κατοχής, βρισκόταν στο κέντρο της μικρής μας πόλης κοντά στο εργαστήρι του πατέρα μου. Ήταν ένα παλιό τούρκικο σπίτι, αδερφομοίρι χωρισμένο στη μέση με λεπτή καλαμωτή επιχρισμένη με αμμοκονίαμα, τον αποκαλούμενο τουρκιστί «τσατμά». Στο από κει μισό κάθονταν δύο πολυμελείς οικογένειες μαζί με τους γαμπρούς και τις νύφες, όλοι Έλληνες πρόσφυγες, ξεριζωμένοι τουρκομερίτες.
Η πόρτα μας έβλεπε κατά το βοριά, στην οδό Καπετάν Κόττα, μια μικρή πάροδο παράλληλη προς την οδό Μητροπόλεως. Απέναντι βρισκόταν το τζαμί, ένα εγκαταλειμμένο μωαμεθανικό τέμενος με ξεχαρβαλωμένα παράθυρα και πόρτες και ακρωτηριασμένο τον ψηλό μιναρέ του. Στα ζερβά στεγαζόταν η αστυνομία και στα δεξιά ήταν το σπίτι του παππού μου, το οποίο χωριζόταν από το δικό μας με έναν τυφλό διάδρομο.

Καθώς έμπαινες στο σπίτι, έπρεπε να κατέβεις δύο με τρία σκαλιά σε έναν στενόμακρο διάδρομο καμιά δεκαριά μέτρα μακρύ. Για τη μητέρα μου ο διάδρομος εκείνος είχε μεγάλη σημασία, γιατί θεωρούσε πως ήταν η βιτρίνα του σπιτιού και αντικατόπτριζε το επίπεδο της νοικοκυροσύνης της. Ήταν στρωμένος με μεγάλες πλάκες λειασμένες από τη χρήση τις οίδε πόσων χρόνων, οι οποίες είχαν σχήματα ομοιάζοντα άλλα με καρδιές και άλλα με κεφάλια ζώων. Οι μεταξύ τους αρμοί είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, ένεκα που βάφονταν συχνά με ασβέστη και σχημάτιζαν προέχουσες άσπρες ταινίες, «φρύδια» αποκαλούμενα, πάνω στα οποία απαγορευόταν ρητώς να πατήσουμε, για να μη λερώσουμε το απαστράπτον λευκό χρώμα τους.

Φαίνεται όμως πως στο διάδρομο εκείνο πλανιώταν κάποιο κακό φάσμα, παρωχημένων ίσως και υπόπτων εποχών. Αυτό τουλάχιστο έδειχναν κάποια γεγονότα ιδιαίτερης σημασίας τα οποία συνέβαιναν εκεί κατά καιρούς. Για παράδειγμα, κάποια μέρα, Σάββατο του Λαζάρου ήταν, σκόνταψα και έπεσα εκεί με τα μούτρα, με αποτέλεσμα να τραυματιστώ στο πάνω χείλος και να βάψω με το αίμα μου πολλές από τις πλάκες και τις άσπρες εκείνες ταινίες. Η αιμορραγία σταμάτησε από μόνη της, σε πείσμα του θορύβου και των ασκόπων χειρονομιών των προσελθόντων προς βοήθεια γειτόνων, ενώ η μητέρα μου σταυροκοπιούνταν κάτω από το εικονοστάσι και ορκιζόταν ότι δεν θα ξανακάνει δουλειές ανήμερα του Λαζάρου• τον όρκο αυτό κράτησε δια βίου. Εκείνο το Σάββατο δεν πήγα στο σχολείο – τότε κάναμε μάθημα και το Σάββατο – γιατί ντρεπόμουν, επειδή είχε πρηστεί το χείλος μου και είχα ασχημύνει. Εξάλλου, ήταν η τελευταία μέρα πριν τις διακοπές της Μεγάλης Εβδομάδας, τις οποίες πέρασα οικουρών.

Εκεί, ωστόσο, συνέβησαν και άλλα δυσάρεστα πράγματα. Κάποια χειμωνιάτικη μέρα μας επισκέφτηκε από θερμότερα κλίματα ένας θείος μου, με κύριο χαρακτηριστικό την πληθωρική σωματική του διάπλαση. Είχε το χάρισμα να χειρίζεται εντέχνως τις φωνητικές του χορδές, όπως και τις χορδές της κιθάρας του, αλλά υστερούσε ως προς την τήρηση της σωματικής του ισορροπίας. Εκείνη την ημέρα είχαν προηγηθεί και άλλοι επισκέπτες, φορείς αφθόνων χιονονιφάδων οι οποίες έπεφταν έξω σωρηδόν αλλά αθορύβως. Οι κομίζοντες όμως αυτές επέμεναν να τις αποτινάξουν από το σώμα τους θορυβωδώς μέσα από τη θύρα, χτυπώντας τα πόδια τους καταγής και κινώντας τα ιμάτιά τους τήδε κακείσε, ως οι όρνιθες τα φτερά τους κάτω από τη βροχή. Τα σκαλοπάτια και ο διάδρομος έγιναν εξαιρετικώς ολισθηρά και για να διαβεί κανείς τον διάδρομο, έπρεπε να πατάει σε επιλεγμένα μέρη, όπως σε ναρκοπέδιο. Ο θείος μου, άπειρος τέτοιων καταστάσεων, εισήλθε αφελώς και ανέτως ως θήραμα στην παγίδα, και πριν βήξει τρις κατολίσθησε αρχικώς παραπαίων, μετά επί των γλουτών και τελικώς σε ύπτια θέση κατόρθωσε να διανύσει όλο τον διάδρομο, κομίζων μεθ’ εαυτού και την χειρολαβή την οποία απέσπασε από την πόρτα, στην προσπάθειά του να συγκρατηθεί. Τις επόμενες μέρες πέρασε κλινήρης, υπομένοντας τα διάχυτα μυϊκά του άλγη και ανεχόμενος τη δακρύρροια και την οσμή των κοπανιστών κρεμμυδιών τα οποία οι πρακτικοί γιατροί της γειτονιάς επέμεναν, παρά τη θέλησή του, να τοποθετήσουν στα μωλωπισθέντα μέρη του σώματός του.

Ένα άλλο γεγονός, μείζονος σημασίας, συνέβη εκεί αργότερα με πρωταγωνίστρια τη μικρή τότε αδελφή μου. Θα είχε ήδη παρέλθει μια πενταετία από την εποχή της μαύρης κατοχής, και η εδρεύουσα στην οδό Καπετάν Κόττα γερμανική μονάδα είχε προ πολλού αντικατασταθεί από ελληνική. Η παιδούλα η οποία έπαιζε έξω στο δρόμο, είχε το συνήθειο να κρύβεται πίσω από την πόρτα, όταν έβλεπε κάποιον διαβάτη να περνάει. Έτσι έγινε και εκείνο το πρωινό με τη θέα κάποιων περαστικών οι οποίοι κατευθύνονταν προς το παρακείμενο Δημόσιο Ταμείο. Τότε ακριβώς, ένα φορτηγό αυτοκίνητο που ανήκε στη στρατιωτική μονάδα έπεσε βιαίως πάνω στο σπίτι μας, τσαλακώνοντας και παρασύροντας την πόρτα στα ενδότερα. Η μικρή σώθηκε ως εκ θαύματος, γιατί δεν στάθηκε ακριβώς πίσω από την πόρτα, όπως συνήθιζε, αλλά προφανώς από ένστικτο είχε προχωρήσει στο βάθος του διαδρόμου.
Ο οδηγός στρατιώτης, από τους χειρισμούς του οποίου συνέβη το ατύχημα, μολονότι είχε στρατιωτικό δίπλωμα οδήγησης, δήλωσε εξαρχής αναρμόδιος, διότι στον πολιτικό του βίο είπε πως είχε ασκηθεί ως χασάπης και όχι ως οδηγός αυτοκινήτων. Τελικά, ο πατέρας μου ανέλαβε τα έξοδα, ο παππούς μου την οργάνωση του συνεργείου επισκευής και το θέμα, όπως και η πόρτα, παρέμειναν επί τόπου.

Μπαίνοντας στο διάδρομο, αριστερά υπήρχε η κουζίνα και αμέσως μετά η είσοδος μιας στενής και σκοτεινής αποθήκης, όπου τοποθετούσαμε τα ροκανίδια και τα άλλα προσανάμματα, που αποτελούσαν τα ορεκτικά της θερμάστρας μας, αλλά και το κύριο γεύμα της συνιστάμενο από δρύινα ξύλα επιμελώς κομμένα και τοποθετημένα σε σειρές. Σε μια σκοτεινή γωνιά υπήρχε ένας σωρός από κάρβουνα, η παρουσία των οποίων αμαύρωνε ακόμη περισσότερο τον χώρο αλλά και την ψυχή του εισερχόμενου. Μολαταύτα, τα κάρβουνα εκείνη την εποχή ήταν απαραίτητα για το άναμμα της εστίας, που φερόταν και με το όνομα «φουφού», πράξη προέχουσα μεταξύ των πρωινών καθηκόντων της νοικοκυράς. Διότι τότε δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί οι συσκευές οι οποίες μετατρέπουν εν ριπή οφθαλμού το πετρέλαιο και τον ηλεκτρισμό σε θερμότητα.

Μετά την αποθήκη υπήρχε η σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο και ακολουθούσε το καθημερινό δωμάτιο του ισογείου, που έβλεπε στον κήπο και στον κεντρικό δρόμο. Ο δεξιός τοίχος ήταν ενιαίος και διαχωριστικός του εκείθεν σπιτιού. Στον επάνω όροφο υπήρχε ευρύχωρη σάλα, στο βάθος της οποίας δέσποζε με την πλάτη προς τον διαχωριστικό τοίχο ένας περίτεχνος μπουφές, έργο του θείου μου επιπλοποιού Ναούμ Τζίφρα. Στη μεσημβρινή πλευρά της σάλας υπήρχε το καλό μεγάλο δωμάτιο υποδοχής, ακριβώς πάνω από το ισόγειο καθημερινό, και δίπλα το δικό μου κονάκι. Ήταν ένας χώρος που μετά βίας χωρούσε το μικρό αυτοσχέδιο κρεβάτι μου, δηλαδή μια παλιά πόρτα πάνω σε δύο ισοϋψή κιβώτια, και ένα ξύλινο τραπέζι ιδίας κατασκευής που χρησιμοποιούσα για γραφείο.

Αργότερα, στα εξερευνητικά μου ταξίδια στην αποθήκη του παππού, ανακάλυψα ένα σιδερένιο μονό κρεβάτι. Το πήρα με την άδειά του, το έβαψα άσπρο και το τοποθέτησα σε αντικατάσταση της προηγούμενης αρχέγονης κλίνης μου. Το μόνο μειονέκτημά του ήταν ότι στις γωνίες του μεταλλικού του πλέγματος υπήρχαν αποικίες κοριών οι οποίοι έκαναν νυχτερινές επιδρομές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την τροφή τους. Δεν είχαν ακόμη εμφανιστεί τα σύγχρονα θαυματουργά εντομοκτόνα και η αντιμετώπιση του βλαβερού, αιμοβόρου και δυσόσμου αυτού παρασίτου γινόταν δια «φρυγμού», τουτέστιν καψίματος. Δέναμε στον κονδυλοφόρο ένα βαμβάκι εμποτισμένο σε οινόπνευμα, το ανάβαμε και καίγαμε τους κοριούς οι οποίοι τελευτούσαν δια πυρός εν μέσω χαρακτηριστικών γοερών συριγμών. Η μόνη αντίρρηση που είχα για την εφαρμογή της βάναυσης αυτής μεθόδου, ήταν γιατί όλοι οι κονδυλοφόροι μου είχαν καταστεί ανάπηροι και ακατάλληλοι προς χρήση.

Για τα επίσημα χειρόγραφά μας χρησιμοποιούσαμε τότε κονδυλοφόρους με ανταλλακτικές μεταλλικές γραφίδες, από τη μορφή των οποίων εξαρτώταν όχι μόνο το είδος του ίχνους που άφηναν, αλλά και η ονομασία τους, όπως «χήνες», «πάπιες», «καλλιγραφικές» κ.τ.λ. Οι χήνες, για παράδειγμα, άφηναν πλατύ κάθετο και λεπτό οριζόντιο ίχνος, ενώ το ίχνος των καλλιγραφικών ποίκιλλε ανάλογα με την πίεση που ασκούσε ο χειριστής. Η γραφίδα υπήκουε αδιαμαρτύρητα στις διαθέσεις του γράφοντος και έχυνε διαφορετική ποσότητα μελάνης ανάλογα με το άνοιγμα και το κλείσιμο των σκελών της. Κοντολογίς, το μελανοδοχείο με τη μελάνη και ο κονδυλοφόρος με την πένα αποτελούσαν τα βασικά εργαλεία του καλού μαθητή.

Στο βορινό πίσω μέρος του επάνω ορόφου υπήρχε η κρεβατοκάμαρα των γονιών μου και δίπλα ένα κελάρι, όπου αποθηκεύαμε λογής λογής πράγματα, από ρούχα και κλινοσκεπάσματα μέσα σε φωριαμούς μέχρι διάφορα τρόφιμα. Για τον λόγο αυτό ο χώρος εκείνος αποτελούσε ταυτόχρονα και τον πόλο έλξης των οικοδίαιτων παρασίτων.
Στην οροφή της εν λόγω αποθήκης κρεμούσαμε και τις περίφημες φούντες με τα σούρβα. Είναι δε τα σούρβα καρποί, σχήματος σφαιροειδών ραγών, δέντρων αυτοφυών στους αγρούς της πατρίδας μας. Όταν είναι άγουρα έχουν κιτρινοκόκκινο χρώμα και γεύση εξαιρετικά στυφή, όταν ωριμάσουν όμως μαλακύνονται και γίνονται σκουρόχρωμοι και πολύ γευστικοί. Ο χρόνος ωρίμανσης διαφέρει από καρπού σε καρπό, γι’ αυτό και η αποψίλωση της φούντας γίνεται σταδιακά. Θυμούμαι πως κάθε μέλος της οικογένειας μας επισκεπτόταν εκείνο το χώρο λάθρα, με αποτέλεσμα ο επόμενος να βρίσκει τον φυλλοσκεπή συνάμα δε και καρποφόρο εκείνο θύσανο οσημέραι και περισσότερο απογυμνωμένο. Ομοίαζε με θήραμα εγκαταλειμμένο στη διάθεση διαφόρων σαρκοβόρων τα οποία νέμονται σταδιακώς τις σάρκες του και αδιαφορούν για τα γεγυνωμένα οστά του, στην προκειμένη δε περίπτωση για τα γεγυμνωμένα κοτσάνια του.

Αλλά στον χώρο εκείνο υπήρχαν και ράφια, όπου τοποθετούσαμε εν σειρά μήλα εξαιρετικής ποιότητας καλλιεργούμενα ανέκαθεν στις παραλίμνιες φυτείες του Μαυροχωρίου. Με οδηγό τις απογευματινές μου υπογλυκαιμίες δεν παρέλειπα να επισκέπτομαι συχνά τον παραδείσιο εκείνο οπωρώνα, ο οποίος προσφερόταν χωρίς να απαιτεί μόχθο και ιδιαίτερες καλλιεργητικές δεξιότητες. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η τήρηση της συμμετρίας• διότι η μητέρα μου επισκεπτόταν συχνά την αποθήκη και ήλεγχε τις σειρές των μήλων καθέτως και οριζοντίως. Τούτο έχοντας υπόψη αποκαθιστούσα την τάξη έτσι ώστε, μετά την απομάκρυνση ενός τουλάχιστο μήλου καθ’ εκάστη, να μετασχηματίζω τις σειρές κατά τρόπο που να εξαπατά την ελέγχουσα. Εκείνη αντιλαμβανόταν την απάτη, όταν ήδη πλησίαζαν οι άγιες ημέρες των Χριστουγέννων, οπότε έπαιρνα εκ μέρους της χάρη, όπως οι ελαφροποινήτες έπαιρναν χάρη από τον άνακτα, κατά τα καθιερωμένα, εν όψει της γεννήσεως του θεανθρώπου.

Οι καρποί της καρυδιάς φυλάγονταν σε μεταλλικό σκεύος, αποκαλούμενο χυδαϊστί «γκαζοτενεκές», το αδιαφανές του οποίου δυσχέραινε τον έλεγχο του περιεχομένου του. Έτρωγα τα καρύδια συνήθως σε συνδυασμό με ξερά σύκα, προκειμένου να βελτιώνω τις κατ’ ιδίαν γευστικές τους ιδιότητες. Έκοβα τα σύκα στο πλάι, τα γέμιζα με σκελίδες καρυδιού και τα έψηνα ελαφρώς πάνω στη θερμάστρα. Του γλυκίσματος αυτού γινόταν σχεδόν πάντα αποδέκτης και η αδελφή μου, εξαιτίας της προστατευτικής διάθεσής μου απέναντί της, λόγω διαφοράς ηλικίας, αλλά και γιατί στον τομέα αυτόν είχαμε αγαστή συνεργασία. Για παράδειγμα, συνωμοτούσαμε στη διάρρηξη του μπουφέ κατά τον μήνα Ιανουάριο, προκειμένου να επωφεληθούμε των υπολειμμάτων του χριστουγεννιάτικου μπακλαβά. Η μητέρα μου έφερε πάντα μαζί μας το κλειδί για να είναι ήσυχη, ή τουλάχιστο έτσι νόμιζε. Εμείς όμως εφαρμόζαμε ένα απλό και δοκιμασμένο τέχνασμα. Εγώ έβγαζα το συρτάρι τελείως και η αδελφή μου έβαλε το χεράκι της στο χαίνον στόμιο, για να αναζητήσει ψηλαφητά και να βγάλει κατά βούληση τα υπερχειλίζοντα με σιρόπι κομμάτια του μπακλαβά. Το μόνο μειονέκτημα της μεθόδου ήταν η πτώση σταγόνων σιροπιού πάνω στο χαλί. Αλλά εμείς αδιαφορούσαμε για την παρενέργεια αυτή, όπως οι μέθυσοι αδιαφορούν να σκουπίσουν από τα χείλη τους τον υπερχειλίζοντα οίνο, για να μη διαταράξουν την εκ της οινοποσίας ηδονή. Η μητέρα μου θύμωνε για τη διπλή αυτή ζημία, αλλά σύντομα ηρεμούσε, σεμνυνομένη μάλιστα για την ευρεσιτεχνία των τέκνων της.

Κατά τους χειμερινούς μήνες απαιτούνται μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων για την επιπλέον λειτουργία των μηχανών εσωτερικής καύσης. Στον τύπο των μηχανών αυτών ανήκει και ο άνθρωπος, με τη διαφορά ότι αυτός χρησιμοποιεί ως καύσιμα τα λίπη αλλά και τα σάκχαρα τα οποία είναι ιδιαιτέρως προσφιλή στις μικρές ηλικίες. Και από την άποψη αυτή ήμουν αρκετά τυχερός. Διότι πριν ακόμη λησμονηθεί η γεύση των χριστουγεννιάτικων γλυκισμάτων, την 1η Φεβρουαρίου, είχαμε την ονομαστική γιορτή του πατέρα μου ο οποίος, ως πρόεδρος των υποδηματοποιών αλλά και της συνομοσπονδίας επαγγελματιών και βιοτεχνών της πόλης, έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. Οι συντεχνίτες του μας επισκέπτονταν κομίζοντες και την καθιερωμένη τούρτα διακοσμημένη με καλαίσθητο τριαντάφυλλο, όπως το επέβαλε η επώνυμη γιορτή. Η τούρτα ήταν έργο του ζαχαροπλάστη Νικολάου Τζίλα, καλλιτέχνη στο είδος του και παλιού πρόσφυγα από τη Ρωσία, όπου είχε μυηθεί στην τέχνη.

Ο κύριος Τζίλας ήταν μερακλής. Κατείχε τα μυστικά της δουλειάς του, χρησιμοποιούσε καλά υλικά και στόλιζε τα γλυκά φιλοτεχνώντας με σαντιγύ έργα τέχνης. Κάποια μέρα είχα την τύχη να επισκεφτώ το εργαστήριό του στην κάτω αγορά, και να θαυμάσω τον τρόπο κατασκευής ενός τριαντάφυλλου χρώματος ροζ. Ο ίδιος μου μιλούσε, ενώ συγχρόνως δημιουργούσε κρατώντας με το αριστερό χέρι ένα κομμάτι παντεσπάνι στην άκρη του πιρουνιού, πάνω στο οποίο σχημάτιζε τα πέταλα του άνθους με το δεξιό του χέρι το οποίο χειριζόταν τον σάκο με τη σαντιγύ.

Την ημέρα της γιορτής η τούρτα φάνταζε πάνω στον μπουφέ, ενώ εγώ και η αδελφή μου ξερογλυφόμασταν, περιμένοντας να φύγουν οι επισκέπτες, ώστε να απολαύσουμε επιτέλους το περιπόθητο αυτό έδεσμα και για έναν παραπάνω λόγο• διότι γνωρίζαμε ότι στο εσωτερικό της τούρτας, εγκυμονούσε το ονομαστό ανά την Ελλάδα μιλφέιγ του κυρίου Τζίλα. Εις μάτην όμως. Οι επισκέπτες επέμεναν να παραμένουν, οι μεν συνοστιζόμενοι στο καταλλήλως διακοσμημένο δωμάτιο υποδοχής οι δε υπερχειλίζοντες στο χώρο της σάλας, με σκοπό να αρχίσουν το τραγούδι, δεδομένης δε ευκαιρίας να το ρίξουν και στο χορό. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλλε και η προϊούσα ευθυμία εξαιτίας της ρακοκατάνυξης.
Η οικοδέσποινα προσέφερε αρχικώς τα συνηθισμένα κεράσματα, ήτοι λικέρ και σοκολατάκια τα οποία οι γυναίκες ευχαρίστως έπαιρναν μειδιώσες υποκριτικά και ευχόμενες «υπέρ υγείας του οικοδεσπότη». Οι άνδρες όμως, και ιδιαίτερα ο κύριος Χρήστος Τσιούγκος, μετά την πόση του λικέρ προέβαιναν σε μορφασμό αηδίας και αποστροφής με τη φράση «πώς το πίνουν αυτό το ποτό οι γυναίκες». Κατά βάθος, με τον τρόπο αυτό έδιναν το μήνυμα έναρξης της ρακοποσίας η οποία μάλιστα ενισχυόταν με τους συμπαρομαρτούντες μεζέδες, έργα της εκλεκτής μαγειρικής της μητέρας μου. Εξάλλου, ο χορός δεν αργούσε να αρχίσει υπό τους βραχνούς ήχους του γραμμοφώνου του παππού, συνοδευομένου από τη θήκη με τους δίσκους στους οποίους ήταν αποτυπωμένα τα καλύτερα τραγούδια της εποχής.

Εντούτοις, η εορταστική ατμόσφαιρα της ημέρας εκείνης επισκιαζόταν από το φάσμα των εξετάσεων. Διότι την 1η Φεβρουαρίου άρχιζαν οι γραπτές εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου και έπρεπε να προετοιμαστώ σχετικώς. Ο μόνος διατιθέμενος για τον σκοπό αυτό χώρος ήταν το καθιστικό δωμάτιο του ισογείου, το οποίο όμως είχε το μειονέκτημα να επηρεάζεται άνωθεν μεν από την ηχορύπανση των επισκεπτών, έξωθεν δε από την ελκυστική εικόνα της χιονόπτωσης. Μου άρεζε να χαζεύω από το παράθυρο την πτώση των νιφάδων και την αθόρυβη στρώση του χιονιού, που κάλυπτε αδιακρίτως τα γυμνά κλαδιά των δέντρων και τις σεμνές πόες του κήπου. Όταν κοίταζα κατά πάνω, θαρρούσα πως ανέβαινα στα σύννεφα μπροστά στις ακίνητες νιφάδες, αφήνοντας κάτω τον κόσμο της ύλης.

Εκείνο του Φλεβάρη χιόνιζε πάλι και οι εξετάσεις έγιναν και αυτές στον καιρό τους. Το διαφορετικό όμως εκείνης της χρονιάς ήταν η εμφάνιση στην πόλη μας ενός νέου χορού ξενικής προέλευσης, ο οποίος ήθελε από τον καβαλιέρο, εκτός του εναγκαλισμού της ντάμας, να χτυπάει στο πάτωμα το πρόσθιο άκρο ή άλλως τη «μύτη» του παπουτσιού του. Η κρούση όμως αυτή, πέρα από τον δημιουργούμενο θόρυβο, ήγειρε και φαινόμενα συντονισμού του πατώματος, με αποτέλεσμα να πάλλεται και η οροφή του κάτω δωματίου, όπου μελετούσα. Μέγας φόβος με κατέλαβε τότε και έσπευσα να ειδοποιήσω για τον επικρεμάμενο κίνδυνο κατάρρευσης της οροφής και τις οίδε τι άλλο ήθελε ακολουθήσει το μοιραίο αυτό γεγονός. Την ευθύνη ανέλαβε αμέσως ο παππούς ο οποίος, ως ειδικός, ενήργησε πάραυτα λόγω και έργω. Διέταξε τη διακοπή του χορού και έσπευσε ο ίδιος στην αποθήκη, προκειμένου να επιλέξει την κατάλληλη ξυλεία με την οποία κατασκεύασε αμέσως υποστηρίγματα σε διάφορα σημεία του κάτω δωματίου. Έτσι, οι γλεντοκόποι επάνω συνέχισαν το χορό, εγώ δε κάτω τη μελέτη εν μέσω των υποστυλωμάτων τα οποία υπενθύμιζαν στοά ορυχείου.

Ένας πυκνοφυτεμένος κήπος χώριζε το σπίτι μας από τον κεντρικό δρόμο με ξηρολιθιά, που κρατούσε το χώμα ψηλά ίσα με ενάμισι μέτρο. Ο κήπος εκείνος μου φαινόταν τότε πολύ μεγάλος, ιδιαίτερα την άνοιξη όταν πρασίνιζαν και φούντωναν τα δέντρα. Είχε τρεις μηλιές, οι οποίες έκαναν μικρά υπόξινα αλλά νόστιμα μήλα, μια αχλαδιά και μια βυσσινιά. Είχε και μια συκιά στην αριστερή άκρη που η μισή πρόβαλε φανταχτερά στο δρόμο. Είχε και πολλά λουλούδια. Μπροστά πρόβαλλαν τρεις τριανταφυλλιές που ξεπετούσαν άφθονους ανθούς με έντονο μεθυστικό άρωμα, ενώ τα πλάγια του κεντρικού διαδρόμου οριοθετούνταν από δύο σειρές λευκών κρίνων που άνθιζαν νωρίς την άνοιξη. Είχαν χρυσούς στήμονες και ανάμεσά τους τον θηλυκό ύπερο, σύμβολο αγνότητας, στημένο για άσπιλη σύλληψη. Από μικρός όταν έβλεπα τα κρίνα, πάντα θυμόμουν αυτό που είχαμε μάθει στο σχολείο. Ότι, δηλαδή, άγγελος Κυρίου κατήλθε στη γη κομίζων λευκό κρίνο στην Παρθένο, προκειμένου να τον μυρίσει και να συλλάβει με άσπιλο τρόπο τον Θεάνθρωπο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ανησυχούσα πολύ, όταν έβλεπα τις φίλες της μητέρας μου να επισκέπτονται τον κήπο μας και να μυρίζουν τα κρίνα.

Δεξιά, στο σύνορο με τον κήπο των διπλανών, υπήρχε μια κοινή βρύση που χρησιμοποιούνταν για το πότισμα των φυτών. Στην άλλη πλευρά καλλιεργούσαν μόνο λαχανικά τα οποία είχαν μεγάλες απαιτήσεις για νερό, που το διοχέτευαν μέσω μικρών αυλακιών φτιαγμένων με σπουδή. Πριν μπει στα αυλάκια, το νερό συγκεντρωνόταν σε μια γούβα του εδάφους, κάτι σαν λιμνούλα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση. Έμοιαζε με καθρέφτη, όπου γυαλίζονταν τα γύρω υδροχαρή φυτά, αλλά και τα καταπράσινα ερυθρόστικτα καρποφόρα κλαδιά της βυσσινιάς μας που έστεκε από πάνω, τραβώντας συνάμα τη δροσιά της για να ξεδιψάσει. Και ενώ η ήρεμη επιφάνεια του νερού ρυτιδωνόταν ελάχιστα από τους ελαφροπάτητους περιπάτους των κουνουπιών, τα οποία από τη φύση τους αρέσκονται να ζουν σε υγρότοπους, ο πυθμένας καλυπτόταν από βορβορώδη υποστάθμη η οποία αποτελεί άριστο υπόστρωμα για την επιβίωση των σκουληκιών, των αγαθών αυτών ασπονδύλων υπάρξεων. Η μικρή αυτή γούβα με τα στάσιμα νερά της έμελλε να διαταράξει προσωρινώς την οικογενειακή μας γαλήνη.

Ήταν προχωρημένη άνοιξη. Οι πράσινοι καρποί της βυσσινιάς είχαν πάρει να κοκκινίζουν και μερικοί από αυτούς να ωριμάζουν. Την ηλιόλουστη εκείνη μέρα ανέβηκα και πάλι στο δέντρο, για να επωφεληθώ της πρωτογενούς παραγωγής μας, όταν άκουσα την αυστηρή φωνή της μητέρας μου, να προσέχω την αδελφή μου, τριών χρονών τότε, που βγήκε και εκείνη στον κήπο να παίξει. Η μικρή άρχισε να πλησιάζει την κατά τα άλλα θελκτική λιμνούλα και να κάνει πως ψαρεύει με ένα καλάμι. Το έδαφος όμως ήταν σαθρό και υποχώρησε, με αποτέλεσμα να γλυστρήσει και να πέσει με το κεφάλι μέσα στη λάσπη του βυθού. Τύχη αγαθή, εκείνη τη στιγμή κοίταξα προς τα κάτω και μη έχοντας άλλη επιλογή ενήργησα αντανακλαστικά και αφέθηκα να πέσω από το δέντρο, κάπου τέσσερα μέτρα ύψος από το έδαφος. Έτσι, βρέθηκα αμέσως δίπλα της, την άρπαξα και την τράβηξα έξω από τον βορβορώδη εκείνο λάκκο. Ακολούθησε πανικός εκ μέρους των προς βοήθεια προσελθόντων, οι οποίοι δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από άσκοπες φωνασκίες. Η μητέρα μου έπλυνε την παιδίσκη και άλλαξε τα λασπωμένα ρούχα της, αφού διαπιστώθηκε ότι ευτυχώς ότι δεν είχε εισροφήσει ίχνος υγρού στοιχείου. Η ίδια θυμάται το συμβάν το οποίο συνέδεσε δια βίου με το αίσθημα της πνιγμονής, αλλά και με τις ιδιαίτερες προς αυτήν φροντίδες και περιποιήσεις που ακολούθησαν το δυσάρεστο αυτό γεγονός.

Η έλευση του φθινόπωρου σημαδευόταν από την ωρίμανση των σύκων, την άνθιση των χρυσάνθεμων και το άνοιγμα του σχολείου. Συχνά προσέφερα στην κυρία που μας έκανε μάθημα μια ανθοδέσμη από τα χρυσάνθεμα και ήμουν περήφανος γιατί με φιλούσε στο μάγουλο. Τα χρυσάνθεμα του κήπου μας ήταν χρυσοκίτρινα πληθωρικά με βελούδινα στενόμακρα πέταλα, που συνωστίζονταν πιο θα πρωτοσκεπάσει το γεννητικό σύστημα του άνθους, για να το προφυλάξει από τις πρώτες ψυχρές φθινοπωριάτικες ψυχάλες. Έβγαιναν κάπου κάπου και μερικά μαβιά χρυσάνθεμα, προμήνυμα της ερχομένης χειμωνιάτικης μελαγχολίας.

Στις 13 Νοεμβρίου, μέρα της γιορτής μου, δύο πράγματα άλλαζαν στο σπίτι. Πρωτανάβαμε την ξυλόσομπα, εγκαινιάζοντας τη χειμερινή περίοδο, και στολίζαμε τα ανθογυάλια με χρυσάνθεμα. Το πρωί πήγαινα στην εκκλησία την καθιερωμένη λειτουργιά με το υπόμνημα των ονομάτων της οικογένειας, υπέρ υγείας των οποίων προσευχόταν ο προσφιλής μας ιερέας παπα-Βούλτσιος. Ο πράος και καλοκάγαθος αυτός λειτουργός της Μητρόπολης μας επισκεπτόταν αργά το μεσημέρι, όταν ήδη είχα γυρίσει από το σχολείο, προκειμένου να προβούμε από κοινού στην τελετή της «υψώσεως» κάτω από το εικονοστάσι. Εκεί υπήρχε ένα μικρό τραπέζι φέρον το λιβανιστήρι, τη λειτουργιά και ένα ποτήρι με γλυκό κρασί «Μαυροδάφνη» αποκαλούμενο και ιδιαίτερα χρήσιμο στα εκκλησιαστικά τελετουργικά πράγματα. Δια μέσου της υποβλητικής νεφελώδους ατμόσφαιρας του καιομένου θυμιάματος ο ιερέας απήυθυνε προς τον Ύψιστο ευχές και «ύψωνε» τη λειτουργιά δι’ ανατάσεως υποβοηθούμενος και από εμάς, κατά το τυπικό, ως να επρόκειτο για την άρση βαρέος και δυσκινήτου αντικειμένου. Η τελετή συνεχιζόταν με την κοπή σφηνοειδούς τεμαχίου, η αιχμή του οποίου κατέληγε στο κέντρο του σφραγισμένου ίχνους της λειτουργιάς. Ακολουθούσε εμβάπτιση του άρτου στον οίνο και προσφορά του στον εορτάζοντα. Από τότε φαίνεται πως άνοιξε ο δρόμος για τις μετέπειτα γενναίες κρασοκατανύξεις μου, συνεπικουρούσης και της παρουσίας γονιδίων προερχομένων εκ μέρους του συνονόματου παππού μου.

Στο ίδιο εκείνο τραπέζι θα στολίζαμε λίγες μέρες αργότερα το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν συνήθως ένα κέδρινο αγκαθωτό κλαδί στο οποίο τοποθετούσαμε για χιόνι τούφες από βαμβάκι και το διακοσμούσαμε με πολύχρωμες μικρές χάρτινες εικόνες που παρίσταναν τη γέννηση του Χριστού, τους αγγέλους και τον Άγιο Βασίλη, έντυπες κατασκευές αποκαλούμενες την εποχή εκείνη συλλήβδην «σκαλιστά».

Έτσι κυλούσαν οι μέρες στο σπιτικό εκείνο και άλλαζαν μορφή οι εποχές στον κήπο. Κάθε άνοιξη δεν ξεχνούσε να έρθει ο Απόλλωνας, ο θεός του ήλιου και του φωτός, για να σηκώσει το λευκό χειμωνιάτικο σεντόνι και να νεκραναστήσει την πεθαμένη φύση. Η ταπείνωση του Πλούτωνα και η νίκη της Περσεφόνης – διαζευκτική πράξη στα πλαίσια του νόμου συνένωσης των αντιθέτων – συνοδευόταν από τα βουβά δάκρυα του χιονιού που ολοένα έλυωνε και γλιστρούσε στα αυλάκια, για να χυθεί τελικά και να γίνει ένα με το νερό στο μεγάλο χωνευτήρι της λίμνης. Εκεί, εξάλλου, είχαν χυθεί και τα δάκρυα της Δήμητρας, όταν το περασμένο φθινόπωρο στράγγισαν τα δακρυφόρα νέφη κατά την τραγική τελετή του αποχωρισμού από τη θυγατέρα της και τη νίκη του πολυστεφανωμένου Πλούτωνα.


* * *  

Λίγες ημέρες πριν τις ραγδαίες εξελίξεις στην υγεία του, 
στα μέσα του καλοκαιριού του 2009,
ο Χρυσόστομος Τζημάκας ετοίμασε το κείμενο 
που δημοσιεύεται για πρώτη φορά σήμερα.
Τον φάκελο προς την εφημερίδα 
τον ταχυδρόμησε ο ίδιος, λίγο πριν το μοιραίο.
Οι τέσσερις ζωγραφικοί πίνακες που 
συνοδεύουν το κείμενο είναι του ιδίου.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 24 Μαΐου 2012, αρ. φύλλου 643.

3 σχόλια:

  1. μπαγγου ουρανια10/9/12

    Μια τρυφερή ματιά, σε πράγματα-καταστάσεις κι ανθρώπους, συνδιασμένη με την γνωστή του οξύνοια και παρατηρητικότητα δημιούργησαν το ωραίο αυτό διήγημα, που ο τρόπος γραφής του θυμίζει Παπαδιαμάντη. Να ζούμε, να τον θυμόμαστε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η μικρή Λουλού10/9/12

    Κυρία Ουρανία, καταπληκτικό !!!!!!!!!!!!!!
    Τα ίδια σκεφτόμουν κι εγώ !
    Με προλάβατε και πολύ καλά κάνατε.
    Μέλι έσταζε η πένα του !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πανέμορφο κείμενο, υπόδειγμα λογοτεχνίας εστιασμένης στην παιδική ηλικία στο χωριό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.