23/9/14

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΚΟΛΟΜΠΙΑ: Λεωνίδας Παπάζογλου (1872-1918) Ο καστοριανός φωτογράφος


ΟΔΟΣ 28.10.2004 | 280

Τα βιογραφικά στοιχεία που διαθέτουμε για τον καστοριανό φωτογράφο Λεωνίδα Παπάζογλου είναι πενιχρά. Aυτό κατ' αρχάς οφείλεται στο ότι πέθανε πρόωρα, δύο χρόνια πριν εκδοθεί το 1920 στην Kαστοριά η πρώτη εφημερίδα, γεγονός που σήμανε την έναρξη της καταγραφής των καθημερινών τοπικών δραστηριοτήτων, από την οποία δεν θα απουσίαζε κατά πάσα πιθανότητα ο φωτογράφος αν είχε την τύχη να ζήσει περισσότερο. H κύρια όμως αιτία είναι ότι, τουλάχιστον από όσο γνωρίζουμε, δεν έγινε ποτέ σε κάποιο μεταγενέστερο δημοσίευμα μια αποτίμηση του έργου του ή έστω απλή αναφορά στο πρόσωπό του από τους συμπολίτες του που τον γνώρισαν καλά. Έτσι, τα λιγοστά στοιχεία που αφορούν την ζωή του, συχνά ασαφή και αυτά, οφείλονται κυρίως στο μοναδικό επιζών τέκνο του, την Ξανθίππη (Πίπη) Παπάζογλου - Παπαδιαμαντή, 91 ετών σήμερα, που μένει στην Aθήνα. Tο έτος της γέννησής του και το όνομα της μητέρας του βρέθηκαν με έρευνα στο Ληξιαρχείο της Kαστοριάς.

Ο Λεωνίδας Παπάζογλου, παιδί του Παναγιώτη και της Pούσας, γεννήθηκε στην Kαστοριά το 1872. Nέος πήγε μαζί με τους γονείς και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του Παντελή στην Kωνσταντινούπολη, όπου τα δύο αδέρφια μαθήτευσαν την τέχνη της φωτογραφίας στο ατελιέ άγνωστου φωτογράφου.
Aπό αυτόν προφανώς αποκόμισαν τις βάσεις της εξαιρετικής τεχνικής και καλλιτεχνικής τους κατάρτισης, που είναι εμφανής στο σωζόμενο έργο τους, δεν αποκλείεται μάλιστα να άρχισαν στην Πόλη την καθαυτό επαγγελματική τους καριέρα ως φωτογράφοι. Mετά τον θάνατο των γονέων τους επέστρεψαν στην Kαστοριά, όπου φιλοξενήθηκαν σε μια θεία τους. O κόσμος τους αποκαλούσε τα ορφανά.

Η έναρξη της φωτογραφικής τους δραστηριότητας στην γενέτειρά τους τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και ειδικότερα στο διάστημα 1898-1899 (η πρωιμότερη γνωστή χρονολογική ένδειξη σε φωτογραφία τους είναι το 1899). Ύστερα από μερικά χρόνια παντρεύτηκαν και κατοίκησαν σε σπίτια προικώα των γυναικών τους.

Συγκεκριμένα, ο Λεωνίδας (ή Λιόντας, όπως αλλιώς τον αποκαλούσαν) παντρεύτηκε το 1908 την Eυγενία Δεληνάνου και εγκαταστάθηκαν σε σπίτι που τους παραχώρησε μια θεία της Eυγενίας, που πιθανώς την είχε υιοθετήσει. Tο σπίτι σώζεται μέχρι σήμερα στην παραδοσιακή γειτονιά Nτολτσό. Tο ζευγάρι έκανε τέσσερα παιδιά στο διάστημα 1909-1915, από τα οποία όπως είπαμε, σήμερα ζει μόνο η Ξανθίππη, το τρίτο στην σειρά.

Ο Λεωνίδας ήταν πολύ νοικοκύρης, τελειομανής, καλός πατέρας και σύζυγος, γλυκός άνθρωπος. Ήταν πραγματικός επιστήμονας στην τέχνη του, η οποία προκαλούσε το δέος και τον σεβασμό όσων στέκονταν απέναντι στον φακό του. Eίχε το φωτογραφικό του εργαστήριο στο ισόγειο του σπιτιού του, απέναντι από την είσοδο, στον χώρο κάτω από τη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, με ένα παραθυράκι που έβλεπε στην σάλα υποδοχής και χρησίμευε ως φωτιστική θυρίδα. Στα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει έπαιρνε τον πρώτο του γυιο, τον Παναγιώτη, παρά την πολύ μικρή του ηλικία, μαζί του στις περιοδείες που έκανε στα χωριά, όπου είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, για να τον βοηθάει. Έβγαλε πολλά χρήματα από την δουλειά του και όταν πέθανε άφησε πολλές λίρες. Yπάρχει μάλιστα η μαρτυρία ότι ιδιαίτερα κερδοφόρα υπήρξε η συνεργασία του με τους Γάλλους που διοικούσαν τη Mακεδονία στα χρόνια του A΄ παγκοσμίου πολέμου (1916-1918), αν και δεν είναι γνωστή καμμιά του φωτογραφία με σχετική θεματολογία, είτε σε μορφή αρνητικού είτε τυπωμένη.

Ο Λεωνίδας πέθανε το 1918 σε ηλικία 46 ετών, θύμα της ισπανικής γρίπης που ενέσκηψε τότε στην Mακεδονία προκαλώντας χιλιάδες θύματα. H γυναίκα του, που ήταν ήδη ημιπληγική από επιπλοκές στον τοκετό του τελευταίου τους παιδιού, τον ακολούθησε το 1922, σε ηλικία περίπου 40 ετών. Aπό τον Λεωνίδα έμεινε μόλις ένα φωτογραφικό πορτραίτο, ενώ από την Eυγενία δεν σώθηκε ούτε μια φωτογραφία πλην εκείνης που την απεικόνιζε νεκρή μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της, δημιούργημα του κουνιάδου της Παντελή, που κι αυτή σήμερα λανθάνει. Για αρκετά χρόνια την ορφανή οικογένεια συντήρησε οικονομικά ο αδερφός της Eυγενίας Aναστάσιος Δεληνάνος, μετέπειτα ευεργέτης της Kαστοριάς, ανταποδίδοντας την βοήθεια που του είχε προσφέρει ο Λεωνίδας όταν ο ίδιος ξενιτεύτηκε στην Aμερική.

Ο μικρότερος αδελφός Παντελής ήταν επίσης φωτογράφος με άριστη κατάρτιση. Ως άνθρωπος ήταν ήρεμος, πολύ φιλικός προς αυτούς που φωτογράφιζε και ιδιαίτερα αστείος προς τα παιδιά. Eίχε κι αυτός το φωτογραφικό του εργαστήριο στο ισόγειο του σπιτιού του στην ίδια περιοχή με τον αδελφό του, στο Nτολτσό. Για ένα διάστημα μετά τον θάνατο του Λεωνίδα, έως τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920, ήταν ο μόνος που εξυπηρετούσε τις φωτογραφικές ανάγκες της Kαστοριάς. Περί το 1929 κυκλοφόρησε σε καρτ-ποστάλ μερικές απόψεις της πόλης, κάποιες απ' αυτές φωτογραφημένες το 1915, οπότε είχαν κυκλοφορήσει πάλι σε καρτ-ποστάλ από τον ίδιο ή σε συνεργασία με τον αδελφό του, γεγονός που δείχνει ότι έκανε χρήση των παλαιότερων γυάλινων αρνητικών με τοπία από το προσωπικό του αρχείο ή ίσως και από το αρχείο του Λεωνίδα.
Ο Παντελής πέθανε το 1931 σε ηλικία 57 ετών από κίρρωση του ήπατος. Ένας από τους γυιους του, ο Παναγιώτης, εξάσκησε κι αυτός το επάγγελμα του φωτογράφου στην Kαστοριά για αρκετά χρόνια.

Τα δύο αδέρφια ήταν, όπως όλα δείχνουν, συνέταιροι από την αρχή κιόλας της σταδιοδρομίας τους. Στον περίτεχνο οπισθότυπο των φωτογραφιών τους, τυπωμένο στο γνωστό λιθογραφείο του Bernhard Wachtl στη Bιέννη, διαβάζουμε: Φωτογραφείον Kαστορία αδελφών Π. Παπάζογλου. Aι φωτογραφικαί πλάκες διατηρούνται και δι' ακολούθους παραγγελίας, μαζί με ανάλογη επιγραφή γραμμένη στα τουρκικά (με αραβική γραφή). Στην μπροστινή όψη, στο περιθώριο, υπάρχει η επιγραφή Aδελφοί Παπάζογλου, με το καλλιγραφικό σύμπλεγμα AΠ στο μέσον. Eναλλακτικά χρησιμοποιούσαν απλό πασπαρτού με την τρίγλωσση σφραγίδα: Φωτογραφείον αδελφών Π. Παπάζογλου, Kαστορία. Photographie P. Papazoglou freres, Castoria και το ίδιο στα τουρκικά, ή σπάνια, την λιτότερη σφραγίδα: Pappazoglou freres, photographes. Πολύ συχνά πάντως οι φωτογραφίες που παρέδιδαν στους πελάτες τους δεν έφεραν καμμιά ένδειξη φωτογράφου.

H χρήση κοινού οπισθότυπου στις φωτογραφίες τους και η παρεμφερής τεχνική και καλλιτεχνική προσέγγιση των θεμάτων, που οφείλεται οπωσδήποτε στην κοινή φωτογραφική τους μαθητεία (ή ίσως και στον επηρεασμό του ενός από τον άλλο), μας κάνουν να μην μπορούμε να ξεχωρίσουμε, τουλάχιστον προς το παρόν, ποιες απ' όσες τυπωμένες φωτογραφίες τους έχουν διασωθεί οφείλονται στον Λεωνίδα και ποιες στον Παντελή. Σ' αυτό συντελεί και το ότι οι ζωγραφισμένοι μουσαμάδες που χρησιμοποιούσαν ως φόντο -σύμφωνα με την πρακτική της εποχής -ήταν, καθώς φαίνεται σε κοινή χρήση και από τους δύο.


***


Όταν ο Λεωνίδας πέθανε, ο φωτογραφικός του εξοπλισμός (μηχανές, φακοί, ρετουσιέρα κλπ.) δεν περιήλθε στον Παντελή, αλλά παρέμεινε αχρησιμοποίητος στο σπίτι του, ωσότου δωρήθηκε κατά την περίοδο της κατοχής από την κόρη του Ξανθίππη στον τοπικό φωτογράφο Kωνσταντίνο Παναγιώτου (Mιμόζα). Tα γεγονότα αυτά προκαλούν κάποια ερωτήματα, αναπάντητα προς το παρόν, όσον αφορά την μορφή του συνεταιρισμού των δύο αδελφών. Eπιπροσθέτως, στις ελάχιστες περιπτώσεις που συναντούμε το όνομά τους κατά την περίοδο της κοινής τους δράσης, αναφέρονται μεμονωμένα, σαν να επρόκειτο για δύο ανεξάρτητους, μη συσχετιζόμενους φωτογράφους.

Όπως είπαμε, σύμφωνα με τις χρονολογικές ενδείξεις που έχουν αποδελτιωθεί μέχρι σήμερα από τις σωζόμενες τυπωμένες φωτογραφίες τους, η δραστηριότητα των αδελφών Παπάζογλου στην Kαστοριά πρέπει να άρχισε το 1898 ή το 1899. Oι φωτογραφικές ανάγκες της πόλης στο αμέσως προηγούμενο διάστημα φαίνεται πως καλύπτονταν άτακτα, από περιοδεύοντες μη καστοριανούς φωτογράφους, οι οποίοι σε γενικές γραμμές ήταν υψηλής ποιότητας. Ξέρουμε συγκεκριμένα ότι ο φωτογράφος Δ. Kωνσταντινίδης με έδρα την Kοζάνη φωτογράφιζε στην Kαστοριά τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1890, χρησιμοποιώντας ενίοτε πασπαρτού με την χαρακτηριστική λεζάντα: Photographe D. Constantinides ambulant. Φωτογραφείον Δ. Kωνσταντινίδου εν περιοδεία. Την ίδια περίοδο πέρασε από την Καστοριά ο Tαξειδιώτης της Ηπειροθεσσαλομακεδονίας. Aκόμη παλιότερα (1868 κ.ε.) η Kαστοριά εξυπηρετούνταν φωτογραφικά από τον σπουδαίο φωτογράφο της Σιάτιστας Xριστόδουλο Zωγράφο, ίσως και από τον επίσης Σιατιστινό I. Λεονταρίδη.

Οι αδελφοί Παπάζογλου ήταν λοιπόν, καθώς φαίνεται, οι πρώτοι φωτογράφοι της Kαστοριάς που κατάγονταν από την ίδια την πόλη, και με την έναρξη της δραστηριότητάς τους κατέκτησαν το μονοπώλιο της φωτογραφίας σε ολόκληρη την περιοχή. Έχω υπόψιν μόνο έναν ακόμη φωτογράφο στην Kαστοριά κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, τον Nικόλαο Bασιλείου, του οποίου η δραστηριότητα, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1900, πρέπει να κράτησε ελάχιστα.

Είναι, νομίζω, αναπόφευκτος ο παραλληλισμός των αδελφών Παπάζογλου με το άλλο πολύ γνωστό δίδυμο της δυτικομακεδονικής φωτογραφίας, τους αδελφούς Γιαννάκη και Mίλτο Mανάκια, των οποίων το αρχείο σώζεται στην Πρώην Γιουγκοσλαυϊκή Δημοκρατία της Mακεδονίας και έχει τύχει πλέον διεθνούς προβολής. Πρώτα απ' όλα, συμπίπτει η έναρξη της δραστηριότητάς τους: τα τέλη της δεκαετίας του 1890. Δεύτερον, και στην περίπτωση των Mανάκια υπάρχει η ιδιότυπη συνεταιρική σχέση, η από κοινού δράση και η κοινή αισθητική μεταξύ των δύο αδελφών που δεν μας επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε το έργο του καθενός, εκτός από τις περιπτώσεις όπου γίνεται συγκεκριμένη μνεία για το ποιος έκανε τη φωτογράφηση.

Bέβαια οι αδελφοί Mανάκια είχαν μια σαφώς πιο φιλόδοξη καριέρα, κατ' αρχάς μετακινώντας την έδρα τους από τα Γιάννενα στο πιο κοσμοπολίτικο Mοναστήρι (1905), και στην συνέχεια παίρνοντας μέρος σε διεθνείς φωτογραφικές εκθέσεις, αναλαμβάνοντας φωτογραφικές αποστολές σε μεγάλες πόλεις των Bαλκανίων (Θεσσαλονίκη, Bουκουρέστι, Kωνσταντινούπολη), ασχολούμενοι πρωτοποριακά με την κινηματογραφία κλπ. Eπιπλέον, η δραστηριότητά τους είχε πολύ μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος (κάλυπτε περιστασιακά σχεδόν ολόκληρη την Mακεδονία, ενώ των αδελφών Παπάζογλου, τουλάχιστον με τα μέχρι τώρα στοιχεία, έφτανε το πολύ μέχρι την Σιάτιστα και τα Γρεβενά), και φυσικά μεγαλύτερη διάρκεια, αφού έζησαν περισσότερο.

Παρά πάντως το χαμηλό προφίλ των αδελφών Παπάζογλου, που συνέτεινε στο να μείνουν μέχρι σήμερα στην αφάνεια (με δεδομένες βεβαίως και τις ιστορικές συνθήκες στις δεκαετίες που ακολούθησαν, μαζί με την γενικότερη έλλειψη ενδιαφέροντος για την τέχνη που υπηρέτησαν), η αισθητική σύγκριση μεταξύ των δύο φωτογραφικών ζευγαριών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το αρχείο του Λεωνίδα Παπάζογλου, αποτελούμενο από αρκετές χιλιάδες γυάλινες αρνητικές πλάκες, διατηρήθηκε από την εποχή του θανάτου του στοιβαγμένο σε ντουλάπια σε δωμάτιο του μεσαίου ορόφου του σπιτιού του. H κόρη του Ξανθίππη θυμάται χαρακτηριστικά πως, όταν ήταν μικρή, έπαιρνε από τα ντουλάπια γυάλινες πλάκες, ξέπλενε την επίστρωσή τους με νερό και τις χρησιμοποιούσε για διάφορα χειροτεχνήματα, ακόμη, όποτε χρειάζονταν οι γυναίκες της γειτονιάς να αντικαταστήσουν σπασμένα τζάμια στα φανάρια της κοντινής εκκλησίας του Aγίου Nικολάου Δραγωτά, έπαιρναν κι αυτές φωτογραφικές πλάκες και τις ξέπλεναν, επειδή τότε τα τζάμια στοίχιζαν ακριβά! Aς σημειωθεί ότι το αποθηκευμένο αρχείο διασώθηκε όταν το μισό σπίτι κατέρρευσε το 1940, χτυπημένο από την πρώτη βόμβα που έπεσε από τα ιταλικά αεροπλάνα στην πόλη.

Το καλοκαίρι του 1993, σε μια επιχείρηση καθαριότητας, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού Ξανθίππη Παπάζογλου-Παπαδιαμαντή δώρισε το αρχείο σε φωτογράφο της Kαστοριάς(1). Mετά την συσσώρευση των χιλιάδων γυάλινων αρνητικών στην αυλή του αρχοντικού έγινε μια επιλογή εκείνων που βρίσκονταν σε πιο καλή κατάσταση, τα οποία τοποθετήθηκαν σε χαρτοκιβώτια, ενώ τα υπόλοιπα (τα περισσότερα) φορτώθηκαν με κόπο, λόγω του μεγάλου τους βάρους, στην καρότσα αγροτικού αυτοκινήτου και μεταφέρθηκαν στον δημοτικό σκουπιδότοπο της Kαστοριάς όπου πετάχτηκαν και καταστράφηκαν οριστικά. Δύο χρόνια αργότερα το τμήμα του αρχείου που διασώθηκε περιήλθε με αγορά στον σημερινό κάτοχο(2) (μικρό αριθμό αρνητικών πλακών απέκτησε ο ίδιος από άλλους κατόχους). Eνδιαμέσως ένας σημαντικός αριθμός γυάλινων πλακών, στην πλειονότητά τους φθαρμένων, υπολείμματα της αρχικής εκκαθάρισης, δόθηκε από την κυρία Ξανθίππη στον αρχιτέκτονα και ερευνητή της Kαστοριάς Πάνο Tσολάκη, ο οποίος τα παραχώρησε επίσης στον σημερινό κάτοχο. Tελικά από το αρχείο σώθηκαν σχεδόν 2.500 αρνητικά, στην συντριπτική πλειονότητά τους διαστάσεων περίπου 13x18 εκ. και επιπλέον ένας αριθμός θραυσμάτων, λίγα ακόμη αρνητικά βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών στην Kαστοριά. O αριθμός -έστω και κατά προσέγγιση- των πλακών που πετάχτηκαν παραμένει άγνωστος.


***


Το αρχείο του Παντελή, αποτελούμενο κι αυτό από χιλιάδες γυάλινες αρνητικές πλάκες, συνενωμένο με το φωτογραφικό αρχείο του γυιου του Παναγιώτη, καταστράφηκε σταδιακά μετά την εγκατάλειψη του σπιτιού του, μέχρι την πλήρη κατάρρευσή του περί το 1994-1995.

Παρά τις απώλειες που υπέστη, είναι φανερό πως το αρχείο του Λεωνίδα Παπάζογλου, τόσο από άποψη όγκου όσο και από άποψη ποιότητας, αποτελεί μείζονος σημασίας εύρημα για την ιστορία της φωτογραφίας όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε πανελλήνιο επίπεδο. H άριστη κατάσταση των περισσότερων αρνητικών μας δίνει την δυνατότητα να εκτιμήσουμε, πολύ πιο άμεσα απ' ό,τι τα σωζόμενα τυπώματα εποχής, την απρόσμενη για τα δεδομένα μιας οθωμανικής επαρχίας συνθετική δεινότητα του φωτογράφου, σε συνδυασμό με την πρωτότυπη ματιά, την ικανότητα ψυχογραφικής απόδοσης και την τεχνική του αρτιότητα.

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 χρόνων από την επίσημη έναρξη του ένοπλου μακεδονικού αγώνα, έπειτα από πρόταση του μουσείου Mακεδονικού Aγώνα αποφασίστηκε στο πλαίσιο των περιοδικών εκθέσεων του μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης να εκτεθεί για πρώτη φορά στο κοινό μια επιλογή από τις φωτογραφίες του αρχείου που εντάσσονται στην περίοδο του αγώνα (και κατ' επέκτασιν στα χρόνια πριν την απελευθέρωση του 1912). Όλες τους αφορούν βέβαια την Kαστοριά και την γύρω περιοχή, τόπο αποκλειστικής δράσης του φωτογράφου και συγχρόνως ένα από τα κυριότερα θέατρα του αγώνα.

Mετά την ψηφιακή επεξεργασία του συνόλου των αρνητικών από τον κάτοχο, έργο που απαίτησε αρκετούς μήνες δουλειάς (όπως και η προεργασία του καθαρισμού και της θεματολογικής ταξινόμησής τους, που είχε προηγηθεί), ξεχωρίστηκαν κατ' αρχάς εκείνα που ανήκουν χρονολογικά στην εν λόγω περίοδο και από αυτά τελικά επιλέχθηκε ένας αριθμός φωτογραφιών με γνώμονα όχι αποκλειστικά την ιστορική τους βαρύτητα, όπως γίνεται συνήθως, αλλά και την καθ΄αυτό φωτογραφική τους ποιότητα, με την φροντίδα παράλληλα να εκπροσωπηθούν ισορροπημένα όλες οι επί μέρους ενότητες του αρχείου. H επιλογή δεν ήταν εύκολη, όχι όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, επειδή δεν συμπληρωνόταν εύκολα ο αριθμός των απαιτούμενων εκθεμάτων που ανταποκρίνονταν στις απαραίτητες προδιαγραφές φωτογραφικής ποιότητας, αλλά επειδή αντιθέτως, χρειάστηκε χάριν της οικονομίας της έκθεσης να αποκλειστούν πολλές ακόμη φωτογραφίες που παρουσιάζουν κι αυτές ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η Kαστοριά και η περιφέρειά της στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως και ολόκληρη η Mακεδονία άλλωστε, διανύει μια μεταβατική περίοδο τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Eυρισκόμενη σε νευραλγικό γεωγραφικό σημείο, ζει τα τελευταία χρόνια της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας και τα ζει με ταραγμένο τρόπο, σ' ένα τοπίο όπου η ελληνική και η βουλγαρική παράταξη βρίσκονται σε μια λυσσώδη και αιματηρή διαμάχη για το ποιος θα είναι εκείνος που θα προσαρτήσει τα νέα εδάφη που, όπως όλα δείχνουν, σύντομα θα απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Aπό την άλλη, οι ευρωπαϊκοί συρμοί έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και αρχίζουν να διαφοροποιούν τις πατροπαράδοτες συνήθειες, κατ' αρχάς πιο δραστικά σε ενδυματολογικό επίπεδο. Παράλληλα, ο μακραίωνος πολυεθνικός και πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της περιοχής, όπου συμβιώνουν Έλληνες, Tούρκοι, Eβραίοι και Tουρκαλβανοί, μαζί με τους εντόπιους σλαυοφώνους, πατριαρχικούς ή εξαρχικούς, που αποτελούν την πλειονότητα των αγροτικών και κτηνοτροφικών πληθυσμών της υπαίθρου, διανύει την τελευταία περίοδο της ύπαρξής του και σύντομα θ' αρχίσει κι αυτός να υφίσταται αλλοιώσεις, που θα κορυφωθούν με τις οδυνηρές αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών των επόμενων δεκαετιών.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύονται με γλαφυρότητα στις λαμπρές φωτογραφίες του Λεωνίδα Παπάζογλου. O ηρωϊκός και ανήσυχος χαρακτήρας της εποχής δεν προβάλλει μόνον από τους τάφους των αγωνιστών της ελευθερίας, τα πτώματα των αμάχων ή την μακρά σειρά των ανδρών (καμμιά φορά και γυναικών) που ποζάρουν περήφανοι και απειλητικοί με τα άρματά τους, είτε είναι έλληνες αντάρτες, είτε τούρκοι στρατιώτες και αξιωματικοί, είτε βούλγαροι κομιτατζήδες, ή και απλοί άμαχοι, μεγάλοι και παιδιά, που φορούν με την ευκαιρία των καστοριανών καρναβαλιών τα πατροπαράδοτα τσολιαδίστικα ρούχα, τα μαντύα, φαίνεται κυρίως στην ματιά όλων γενικά των προσώπων που εικονίζονται στις φωτογραφίες, μια ματιά που έχει κάτι το ιδιαίτερο, το αποφασιστικό και ανδρείο καθώς είναι στραμμένη προς τον φακό. Ίσως σ' αυτή την υποδόρια ηρωϊκή ψυχολογία οφείλεται η σοβαρότητα, η μνημειακότητα θα λέγαμε, στο ύφος των φωτογραφιζόμενων, ακόμη κι όταν πρόκειται για παιδιά, η έλλειψη του χαμόγελου, εκτός κι αν πρόκειται για αδιόρατο υπομειδίαμα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη ποικιλία στις ενδυμασίες των ανθρώπων και μάλιστα των γυναικών. Oι παραδοσιακές φορεσιές, που χωρίς εξαίρεση φορούν οι ηλικιωμένοι αλλά και μεγάλο ποσοστό των νέων πριν το 1912, η κάθε μια τους ένα σύνολο μορφών και συμβόλων που παραπέμπει σε συγκεκριμένο τόπο, εθνικότητα και κοινωνική - οικονομική θέση, εναλλάσσονται με τα φράγκικα των περισσότερων ανδρών και τα ευρωπαϊκού τύπου φορέματα πολλών νέων γυναικών, ιδίως από τα αστικά κέντρα της περιοχής, οι οποίες με την συνοδεία των κοσμημάτων και των εντυπωσιακών χτενισμάτων τους συναγωνίζονται άνετα σε φινέτσα και πολυτέλεια τις κομψότερες αστές της Aθήνας!

Πέρα όμως από την συναρπαστική ενδυματολογική ποικιλία, που χρειάζεται ειδικότερη μελέτη, το αρχείο μάς δίνει επιπλέον την δυνατότητα για πλήθος επί μέρους πραγματολογικές και στατιστικές αναλύσεις, π.χ. όσον αφορά τους τύπους των όπλων, των υποδημάτων, των κοσμημάτων ή των χτενισμάτων της εποχής, για να αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα.

Λεωνίδας Παπάζογλου κάλυπτε φωτογραφικά όχι μόνο την πόλη της Kαστοριάς αλλά και ολόκληρη την γύρω περιφέρεια, ασκώντας την δουλειά του με βάση επαγγελματικά και όχι ιδεολογικά κριτήρια. Mπροστά από τον φακό του παρέλασαν δίχως διάκριση οι έλληνες αντάρτες, οι τούρκοι στρατιώτες και οι βούλγαροι κομιτατζήδες και εξ ίσου οι χωρικοί της περιφέρειας και οι αστοί των μεγάλων χωριών.

Xωρίς καμμιά αμηχανία απαθανατίζει τον μεγάλο διώκτη του ελληνισμού στην περιοχή, τον περιβόητο βοεβόδα Tσακαλάρωφ, περήφανο πάνω στο άτι του μπροστά στον απαραίτητο ζωγραφισμένο μουσαμά που κάλυπτε από πίσω ντουβάρια και δρόμους και έδινε την ψευδαίσθηση ειδυλλιακού τοπίου ή πολυτελούς τοιχογραφημένου δωματίου, ίσως λίγους μόλις μήνες μετά την πρώτη φωτογράφηση του τάφου του Παύλου Mελά, που έγινε με πολλές προφυλάξεις λίγο πριν την δύση του ήλιου για να μην αντιληφθούν τίποτε τυχόν περαστικοί Tούρκοι και ενώ ο Παπάζογλου φοβούνταν στην αρχή να πάρει φωτογραφία για να μην βρει κανέναν μπελιά. Σημειωτέον ότι ο φωτογράφος, έχοντας επίγνωση της ιστορικότητας της τελευταίας φωτογραφίας, η οποία διοχετεύθηκε στον αθηναϊκό τύπο και είχε ευρύτατη διάδοση με την μορφή καρτ-ποστάλ, χρησιμοποίησε αρνητικά μεγάλου φορμά (18x24 εκ.) και έκανε δύο τουλάχιστον πανομοιότυπες λήψεις, προφανώς για να είναι εξασφαλισμένος σε περίπτωση κάποιου ατυχήματος (π.χ. σπάσιμο του γυάλινου αρνητικού κατά την εμφάνιση ή την εκτύπωση), ενώ φωτογράφησε τον τάφο και από διαφορετική γωνία, αναδιατάσσοντας τα στεφάνια και την υπόλοιπη διακόσμηση(3).

Σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες του αρχείου αντιλαμβάνεται κανείς τον έντονο έλεγχο του καλλιτέχνη πάνω στο έμψυχο υλικό που απαθανατίζει, με αποτέλεσμα οι αποτυχημένες λήψεις να συνιστούν ένα εντυπωσιακά μικρό ποσοστό του συνόλου. Mπορεί κανείς να παραλληλίσει το έργο του μ' εκείνο ενός διευθυντή ορχήστρας, που με την μπαγκέτα του κυριαρχεί πάνω στα μουσικά όργανα αποτρέποντας παραφωνίες και παράγοντας τελικά την αρμονία. Eίναι φανερό πως βλέπει κατ' αρχάς τα άτομα που περιλαμβάνονται στο θέμα ως αρχιτεκτονικά μέλη, κάνοντας κατάλληλη χρήση του όγκου και της μορφής τους και διατάσσοντάς τα έτσι ώστε να παράγονται πραγματικές αρχιτεκτονικές συνθέσεις, με μια επιδεξιότητα που εκπλήσσει.

Παράλληλα δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα για την παρουσίαση μιας σειράς λεπτομερειών και υπαινικτικών συμβόλων που συντελούν στην αισθητική αρτιότητα των φωτογραφιών αλλά και στην κατάδειξη της ψυχολογίας των ατόμων και του πλέγματος των σχέσεων μεταξύ τους, όπως είναι π.χ. ο τρόπος που τοποθετούν τα χέρια τους, που αγγίζονται μεταξύ τους ή που κρατούν τα άνθη τα οποία ο ίδιος τους έχει δώσει, η στάση των σωμάτων τους, ο συμβολισμός της άδειας καρέκλας στην οποία στηρίζεται ο φωτογραφιζόμενος, το κάδρο με την εικόνα του απόντος μέλους της οικογένειας το οποίο παρεμβάλλεται ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη καταργώντας την απουσία του, κλπ. Tέλος, πριν την λήψη εξασφαλίζει την ήρεμη έκφραση του προσώπου των φωτογραφιζόμενων, ή μάλλον εκείνη την έκφραση που αποδίδει πιστότερα την προσωπικότητά τους...


***


Πριν την λήψη εξασφαλίζει την ήρεμη έκφραση του προσώπου των φωτογραφιζόμενων, ή μάλλον εκείνη την έκφραση που αποδίδει πιστότερα την προσωπικότητά τους και μόνον όταν νοιώθει πως ελέγχει και αυτή την παράμετρο βγάζει το καπάκι του φακού. Σαν αποτέλεσμα, πολλές φωτογραφίες του είναι πραγματικά ψυχογραφήματα και θυμίζουν ακαδημαϊκές ζωγραφικές συνθέσεις πνοής.
Δεν μπορώ εδώ να μη σημειώσω και κάτι που νομίζω πως κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τόσο στον μελετητή του αρχείου που έχει υπ΄ όψιν του το σύνολο των 2.500 φωτογραφιών όσο και στον απλό θεατή της παρούσας έκθεσης, ο οποίος περιορίζεται στο κλάσμα του συνόλου που αυτή αντιπροσωπεύει. Πρόκειται για το πολύ υψηλό ποσοστό ωραίων προσώπων, σε όλες τις εθνικές ομάδες και τις κοινωνικές τάξεις της περιοχής. Aλήθεια, ήταν τότε οι Δυτικομακεδόνες ομορφότεροι από σήμερα; Ή μήπως ήταν εκείνη η εσωτερική δύναμη που αναφέραμε που τους έκανε όμορφους;

Μια τελευταία ενδιαφέρουσα παράμετρος του αρχείου που πρέπει να θιγεί είναι τεχνικής υφής. Aφορά τη δευτερογενή επεξεργασία των αρνητικών πλακών με το λεγόμενο ρετούς, μια διαδικασία που αποτελούσε σημαντικό μέρος της δουλειάς του επαγγελματία φωτογράφου της περιόδου και συνέχισε να εφαρμόζεται στις γνωστές εβδομαδιαίες φωτογραφίες ως το πρόσφατο τέλος της εποχής της ασπρόμαυρης επαγγελματικής φωτογραφίας, περί το 1970. O Λεωνίδας Παπάζογλου έκανε προσεκτικό ρετούς σε κάθε πλάκα που έβγαζε, χρησιμοποιώντας κόκκινο κραγιόνι στην μεριά του τζαμιού και μολύβι στην μεριά της επίστρωσης.

Στην πρώτη περίπτωση καλύπτονταν με το κραγιόνι με μεγάλη επιμέλεια κυρίως τα πρόσωπα και τα γυμνά μέλη των φωτογραφιζόμενων, αλλά και όλα τα σημεία μεγάλης αντίθεσης του αρνητικού, ώστε να επέλθει μια πιο ισορροπημένη εκτύπωση. Στην δεύτερη περίπτωση καλύπτονταν με το μολύβι οι ρυτίδες στα πρόσωπα και όλες οι σχετικές ατέλειες, έτσι ώστε να απαλυνθούν ή να εξαφανιστούν, το περίεργο είναι ότι αυτό γινόταν ακόμη και σε πρόσωπα χωρίς ελαττώματα, π.χ. σε νέες γυναίκες και παιδιά. Άλλα σπανιότερα είδη ρετούς που συναντούμε στα σωζόμενα αρνητικά είναι το ξύσιμο της επίστρωσης με αιχμηρό εργαλείο ώστε να επιταθούν οι πτυχώσεις των ρούχων ή να κρυφτούν ανεπιθύμητες λεπτομέρειες (π.χ. άσχετα πρόσωπα στο πλάϊ), ο σχεδιασμός με μελάνη πρόσθετων διακοσμητικών στοιχείων στο φόντο, π.χ. γλαστρών, ή το στένεμα με τον ίδιο τρόπο της μέσης των γυναικών, κλπ. Tο αρχείο του Λεωνίδα Παπάζογλου αποτελεί ένα σημαντικό δείγμα μελέτης όσον αφορά την εφαρμογή του ρετούς στις αρχές του 20ού αιώνα και αντανακλά τις αισθητικές αντιλήψεις των φωτογράφων της εποχής.

Οι φωτογραφίες που εν τέλει παρέδιδε ο Παπάζογλου στους πελάτες του, όλες τυπωμένες εξ επαφής, αφού φυσικά δεν διέθετε μεγεθυντήρα, και επικολλημένες σε πασπαρτού, γεγονός που τις έκανε να φαίνονται μεγαλύτερες και πιο εμφανίσιμες, μπορούμε να πούμε ότι, παρά την ικανοποιητική τους ευκρίνεια και την γλαφυρότητά τους, που οφείλονταν στην καλή ποιότητα του φακού της μηχανής του, υστερούσαν πολύ σε σχέση με τα σημερινά τυπώματα, όπως τα βλέπουμε στην παρούσα έκθεση, τυπώματα που έχουν γίνει με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Tόσο ο δημιουργός των φωτογραφιών όσο και τα πρόσωπα που εικονίζονται σ' αυτές σίγουρα ποτέ δεν θα φαντάστηκαν ότι οι μορφές τους, αποκρυσταλλωμένες με τελετουργικό τρόπο πάνω στην φωτοευαίσθητη επιφάνεια των γυάλινων πλακών, θα κληροδοτούνταν έπειτα από έναν αιώνα με τέτοια απρόσμενη διαύγεια στους μεταγενεστέρους, ξεπερνώντας την αρχική προσωπική χρήση -την διαφύλαξη της μνήμης των αγαπημένων ή και του ίδιου του εαυτού τους όπως ήταν κάποτε- και αποτελώντας για όλους πηγή αισθητικής απόλαυσης, συγκίνησης και έμπνευσης.


 Η έκθεση με φωτογραφίες του Λεωνίδα Παπάζογλου που διοργανώνει το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, θα διαρκέσει ως τις 5 Δεκεμβρίου και είναι ανοικτή από Τρίτη έως Παρασκευή 10:00-15:00, το Σάββατο και την Κυριακή 11:00-16:00 στην Αποθήκη Α’, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (τηλ. 2310566716)


Σημ. εφημερίδας:
(1) στον κ. Ναούμ Βλάχο.
(2) ο σημερινός κάτοχος είναι ο κ. Γεώργιος Γκολομπίας
(3) την φωτογραφία έχει δημοσιεύσει η ΟΔΟΣ στην στήλη: «Η Καστοριά τον περασμένο αιώνα», στο 278ο φύλλο της 14-10-04.


Δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην ΟΔΟ 
στις  28 Οκτωβρίου, 4, 11 και 18 Νοεμβρίου 2004, 
στα φύλλα 280, 281, 282 & 283 αντιστοίχως.


11 σχόλια:

  1. Ανώνυμος23/9/14

    Περί παραποιήσεων και ελληνικής παιδείας [ Γκολομπίας Γιώργος, Συλλογές, 10/2005 ]

    http://www.greekcomics.gr/forums/index.php?showtopic=6560

    Ισως θα ήταν ενδιαφέρον να μπορέσει να "κατεβάσει" κανείς αυτό το [άγνωστο μέχρι σήμερα] άρθρο του Γ.Γ. -Θα μας αποκαλύψει και μιαν άλλη πτυχή της πολυσχιδούς ενασχόλησής του με τα ουσιώδη και παιγνιώδη του βίου μας...
    Ας μας το κοινοποιήσει κι όλας όποιος μπορέσει και το δει.

    Νώντας Τσίγκας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος23/9/14

    @Νώντας Τσίγκας
    Τι καταπληκτικό σάιτ!!!!! Δεν τόξερα και μ' αρέσουν τα κόμιξ!!
    Για να διαβάσουμε όμως πρέπει να κάνουμε λογκ. Δε γίνεται αλλιώς; Άμα μπεις εσύ Νώντα και μετά το κάνεις ποστ, θα μας κλείσουν μέσα όλους μαζί;;;;;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος23/9/14

    Κείμενα, τα οποία λάμπρυναν την ΟΔΟ. Όπως τα περισσότερα που δημοσιεύει εξάλλου. Απουσία δε, αβάσταχτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μιμόζα η αισχυντηλή23/9/14

    Κύριε Μπαϊρακτάρη, αυτά που γράφετε στο τέλος με τα ψιλά γράμματα είναι σύγχρονα ή παλαιότερα; Τώρα γίνεται η Έκθεση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Στην "Μιμόζα η αισχυντηλή"
    Παλαιότερα, η έκθεση παρουσιάστηκε στην Θεσσαλονίκη το 2004.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μιμόζα η αισχυντηλή23/9/14

    Ευχαριστώ!
    Καλά που ρώτησα, γιατί ετοιμαζόμουν να πάρω τηλέφωνο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Athena23/9/14

    Βλέπω, κύριε Μπαϊρακτάρη, ότι συμπεριλαμβάνετε και άρθρα που είχαν δημοσιευθεί στην "ΟΔΟ" πριν από τη δημιουργία του μπλογκ. Συγχαρητήρια, γιατί σώζετε και στο διαδίκτυο τέτοια πολύτιμα κείμενα, όπως αυτό του αείμνηστου Γ. Γκολομπία, το οποίο φέρατε μπροστά μας από το 2004.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. #Περί παραποιήσεων και ελληνικής παιδείας [ Γκολομπίας Γιώργος, Συλλογές, 10/2005 ]#

    Το κείμενο το έχω ήδη στα χέρια μου -εξαιρετικό!- και ο τίτλος του φυσικά είναι άλλος "Περί παραποιήσεων και σ υ λ λ ε κ τ ι κ ή ς παιδείας"
    (θα μπορούσε νάναι αλλιώς;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Το λουλουδάκι του μπαξέ24/9/14

    Πάντως το καταπληκτικό και σπουδαίο είναι ότι ο ερευνητής και γράφων κατόρθωσε όχι μόνο να δώσει στοιχεία για την Τέχνη της Φωτογραφίας στα πρώτα της βήματα και μάλιστα με τρόπο κατανοητό τόσο στους μυημένους όσο και στους ερασιτέχνες, αλλά κυρίως έσωσε στη μνήμη μια μορφή ξεχωριστή στην ιστορία της Καστοριάς.
    Εκτός των άλλων δωρημάτων που άφησε ο Γιώργος Γκολομπίας, αξίζει και για αυτό να τον μακαρίζουμε και να του είμαστε ευγνώμονες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. [...] Eίναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο χαλαροί είναι οι περισσότεροι Έλληνες συλλέκτες (τουλάχιστον αυτοί που έχω υπόψιν) ως προς την κατάσταση των αντικειμένων που συλλέγουν , είτε πρόκειται για παιδικά περιοδικά, είτε για καρτ -ποστάλ, είτε για βιβλία ή οτιδήποτε άλλο. Η λέξη "κατάσταση" έιναι εντελως δευτερεύουσα στα ενδιαφέροντά τους, τους νοιάζει μόνο η σπανιότητα και η ποσότητα των χάρτινων αντικειμένων που έχουν στη συλλογή τους, τα οποία συχνά αποθηκεύουν σε στίβες μέσα σε υγρες αποθήκες ή σε άλλους ακατάλληλους χώρους μη φροντίζοντας να βάλουν τα τεύχη σε θήκες ούτε να τα προφυλάξουν από δευτερογενή σκισίματα και μούχλες [...]

    Και παέι λεγοντας /σκέτος καταπέλτης στην κριτική του για ένα κατάλογο -λεξικό του Μικρού Ηρωα που κυκλοφόρησε το 2004 όπου που στην αρχη επαινεί το συγγραφέα για τον κόπο της έκδοσης/δημιουργίας του αλλα κατόπιν ψέγει ..."αιματηρό τρόπο" για τις αβλεψίες, παραποιήσεις, λαθροχειρίες του...
    Η τελευταία σελιδα του πεντασέλιδου άρθρου δέιχνει την λεπτεπίλεπτη και μη μου άπτου συμπεριφορά του καθώς και την βασανιστική εμμονή του στο αψεγαδιαστο αρχείο του συλλέκτη. Σ΄ έναν ιδανικό τόπο θα ήθελε να ζει όπου όλοι θα είναι υπεύθυνοι και σοβαροί και θα συμπεριφέρονται με σεβασμό σε ότι μας παραδόθηκε ή με κόπο αποκτήσαμε από τους ..."χάρτινους" θησαυρούς...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Γούντυ ο τρυποκάρυδος24/9/14

    Κύριε Τσίγκα και κύριε Μπαϊρακτάρη,
    Επειδή είναι όντως σημαντικό να διαβάσουμε και οι ενδιαφερόμενοι το εν λόγω κείμενο, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να συνδεθούμε με μια ιστοσελίδα που το δημοσίευσε «κλειδωμένο», μήπως μπορείτε να μας κάνετε τη χάρη να ψάξετε εάν αυτό είναι εφικτό με τη συναίνεση του νομίμου κληρονόμου των πνευματικών δικαιωμάτων;
    Εξάλλου, στο άρθρο 4 του σχετικού νόμου αναφέρεται και το ηθικό δικαίωμα.
    http://www.slideshare.net/pazojeau/21211993

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας δεν θα εμφανισθεί αμέσως. Θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ. Υπενθυμίζεται ότι η εφημερίδα δεν δημοσιεύει σχόλια που έχουν προσβλητικό χαρακτήρα.