29.12.19

ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ: Δυτική Μακεδονία


ODOS | efimerida tis Kastorias
ΟΔΟΣ 19.9.2019 | 1001

Επιμέλεια: Σ.ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ

Πρόκειται για απόσπασμα από το κεφάλαιο «Δυτική Μακεδονία» από το βιβλίο του Χρ. Ζαλοκώστα «Το Περιβόλι των Θεών» (1944, 1969) -το βρήκαμε στο 1ο τεύχος του περιοδικού της Φλώρινας «Αριστοτέλης» (Ιαν-Φεβρ 1957).

α’ μέρος

Με την ομιλία δεν καταλάβαμε πως είχαμε πλησιάσει την περιοχή της Καστοριάς, είχαμε μάλιστα περάσει την ανατολική άκρη της λίμνης με το χωριό Μαύροβο κι ανεβαίναμε τα πολυδίπλωτα βουνά της Ορεστιάδας, εκεί που υπάρχουν κάτι δέντρα μοναχικά μα μεγάλα, άξια να κινήσουν τη ζήλεια σε δάσος ολόκληρο.

Στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα, τέσσερα χιλιόμετρα μακριά από τη λίμνη, απαντάμε τα ερείπια του αρχαίου Ορεστικού Άργους, κοιτίδα όχι μόνο της βασιλικής οικογενείας, μα και του ίδιου του Μακεδονικού κράτους. Σ’ αυτά τα μέρη, μεταξύ Πίνδου και Βερμίου, ζούσε από πάντα μια συντηρητική και δυσκίνητη στον πολιτισμό ράτσα δασοβίων που με το να είναι μεγαλόσωμοι λέγονταν Μακεδνοί = μακρουλοί. Όταν κατά το 1400 π.Χ. πλήθυναν που να μη μπορούνε να τραφούν στα δάση όπου κατοικούσαν, ξεκίνησαν από τον Πίνδο και χύθηκαν κατά τη Νοτιά καταστρέφοντας ό,τι εμπόδιζε το πέρασμά τους. Την εισβολή αυτή η ιστορία την αναφέρει ως «κάθοδο των Δωριέων», δηλαδή των ορεινών, επειδή Δωριεύς εσήμαινε τον βουνίσιο. Ώστε οι Μακεδόνες ήταν ιθαγενείς στον τόπο τους αιώνες ολόκληρους πριν δημιουργηθούν οι Έλληνες, αφού την ελληνική φυλή την αποτέλεσε τελειωτικά η ανάμιξη των Δωριέων αυτών με τους Αχαιούς και τους Ίωνες.

Εδώ, στο Ορεστικό Άργος, γεννήθηκε το 740 π.Χ. ο ιδρυτής της μακεδονικής δυναστείας Περδίκκας, τολμηρό παλικάρι που, για να δείξουν την αξία του οι σύγχρονοι λέγαν ότι στα χέρια του το ψωμί μόλις το έπιανε γινότανε διπλάσιο Ο αρχαιολόγος Κεραμόπουλος ανακάλυψε σ’ όλες τις γύρω κορυφές φρούρια με τα οποία κατάφερε ο Περδίκκας να κρατήση τον τόπο του ελεύθερο από τις επιδρομές των Ιλλυριών της Αλβανίας και των Φρυγών του Βερμίου. Τα πρώτα βήματα του βασιλείου ήτανε δύσκολα γιατί τόδερνε η φτώχεια. Ο Ηρόδοτος μας μαθαίνει πως στο παλάτι μαγείρευε μόνη της η βασίλισσα «ήσαν γαρ ασθενείς χρήμασιν». Ακόμα τρεις αιώνες αργότερα η προμάμμη του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ευρυδίκη, γυναίκα του βασιλιά Αμύντα Β’, δεν ήξερε γράμματα και για να μπορέση να επιβλέψη την εκπαίδευση των παιδιών της έμαθε το αλφάβητο σαν ήταν πια τριαντάρα. Βρέθηκε το ευχαριστήριο επίγραμμα που αφιέρωσε στις Μούσες όταν κατάφερε με κόπο να συλλαβίζη: «Ευρυδίκη τόνθ’ ανέθηκε Μούσαις ευκταίον, ψυχή ελούσα πόθον, γράμματα, μνημεία λόγων, μήτηρ γεγαυία παίδων ηβώντων, εξεπόνησεν».

Μετά το θάνατο του Περδίκκα, τα εγγόνια του αγωνίστηκαν σκληρά με τους γύρω βαρβάρους και μόνο ο πέμπτος απόγονός του Αμύντας ησύχασε, κατά το 540 π.Χ. από τις επιδρομές τους κι άρχισε να υποτάζη τους Ελιμιώτες της Καλαμπάκας και τους Λυγκιστές της Φλώρινας. Μετά την υποταγή των στράφηκε προς την Έδεσσα και μεταχειρίστηκε την οχυρή της τοποθεσία για να κατακτήση τις πλούσιες πεδιάδες που ξαπλώνονται στα πόδια της. Ακολουθώντας το Λουδία ποταμό προχώρησε ως τις αμμώδικες εκβολές του και πριν πεθάνη ο Αμύντας είδε τ’ όνειρο τόσων γενεών Μακεδόνων συμπληρωμένο - την έξοδο στο Αιγαίο. Ο γιος του Αλέξανδρος Α’ φρόντισε να εκπολιτίση το λαό, που η θεία πρόνοια θαρρείς και τον βαστούσε εφεδρεία κάποιου μεγάλου σκοπού. Ως τότε η Μακεδονία, με το να μη έχη μήτε δρόμους μήτε παράλια, δεν ερχόταν σ’ επικοινωνία με την Ελλάδα κι έμενε ακοινώνητη κι άγρια. Τα ήθη της ήταν καθαυτό πολεμικά , διατηρούσε τη δωρική τραχύτητα των προϊστορικών χρόνων. Όποιος δεν είχε σκοτώσει εχθρό στον πόλεμο, τον υποχρέωναν να φοράη χάμουρα, σα να ήταν δήθεν ζώο. Κι όποιος δεν είχε σκοτώσει αγριογούρουνο μόνος του δεν του επέτρεπαν να τρώη ξαπλωμένος. Τόση ήταν η δύναμη των παραδόσεων σ’ αυτό το λαό που ο βασιλιάς Κάσσανδρος έγινε 35 χρονών για να μπορέση να ξαπλωθή στα δείπνα, ενώ οι υπασπιστές του πλάγιαζαν γύρω του. Όσοι αιχμαλωτίζονταν δεν καταδέχονταν να ζούνε σκλάβοι κι αυτοκτονούσαν.

Η μεγαλύτερη διασκέδασή τους ήταν να παλεύουν με τα χέρια τα βουβάλια τους. Λαός που ζούσε από κυνήγι κι από πόλεμο είναι φυσικό να διατήρησε κάτι άταχτο, κάτι αχαλίνωτο στο χαρακτήρα του. Δε μπορούσαν να πιούνε λίγο παρά μεθούσαν. Οι Αθηναίοι το λέγαν: «Μακεδόνες ουκ επίστανται πίνειν ευτάκτως». Δεν ξέραν να φερθούν με γυναίκες, μόλις έπιαναν καμιά στα χέρια τους άρχιζαν αμέσως τα όργια. Οι Παλαιοελλαδίτες τους περιφρονούσαν κι όμως αυτοί οι τραχείς, οι άγρυπνοι πολεμιστές, σώσαν την Ελλάδα από κάθε ξενική επιδρομή. Κατατρίβωνταν σ’ αδιάκοπους αγώνες με τους βαρβάρους που ζώναν τα σύνορά τους , γι’ αυτό δεν απόλαυσαν ποτέ τη γαλήνη την απαραίτητη για να πολιτιστή ένα κράτος. Μόλις ησύχασαν όμως, ο Αλέξανδρος Α΄άρχισε να τους μαθαίνη τέχνες με ειδικούς φερμένους από την Παλιά Ελλάδα την οποία ο Αλέξανδρος είχ’ ευεργετήσει την εποχή της εκστρατείας του Ξέρξη. Ο Ηρόδοτος μας λέει πως την παραμονή της μάχης των Πλαταιών, όταν νύχτωσε καλά κι οι στρατιώτες κοιμούνταν, πλησίασε τις προφυλακές των Αθηναίων νεαρός καβαλάρης και ζήτησε να μιλήση του στρατηγού Αριστείδη. Τον ρώτησαν ποιος είναι μα αρνήθηκε ν’ απαντήση. Οι φύλακες τον θεώρησαν κατάσκοπο και σκέφτηκαν να τον σκοτώσουν, τέλος με την επιμονή του ο άγνωστος κατάφερε να τους κάνη να σηκώσουν το στρατηγό. Στον Αριστείδη είπε: «Δε με γνωρίζεις. Είμαι ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος. Σαν Έλληνας που είμαι κι εγώ σας ειδοποιώ πως αύριο πρωί οι Πέρσες αποφάσισαν να σας επιτεθούν. Ετοιμαστήτε κι αν νικήσετε μη ξεχάσετε με τι κίνδυνο ήρθα απόψε να σας ειδοποιήσω» είπε, ανάστρεψε τ’ άλογό του κι εξαφανίστηκε.

Ο Αλέξανδρος αυτός, δυο χρόνια αργότερα, παρακινούμενος από τον ποιητή Πίνδαρο, κατέβηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες και πέρασε δεύτερος το τέρμα δρόμου σταδίου. Ο εγγονός του Αρχέλαος εξακολούθησε το έργο του και μην έχοντας εξωτερικούς περισπασμούς ανόρθωσε τα οικονομικά του κράτους καλλιτερεύοντας τη συγκοινωνία. Ο Ευριπίδης, που έζησε πολλά χρόνια στην αυλή του Αρχέλαου, επαινεί ως στόλισμα της βασιλείας του τους καλούς δρόμους που κατασκεύασε σ’ όλα τα μέρη του κράτους. Τότε άρχισε το στρώσιμο της Εγνατίας. Κατά τον Θουκιδίδη την εποχή εκείνη η μόρφωση του λαού είχε πλησιάσει το επίπεδο των Παλαιοελλαδιτών και το Κράτος το αποτελούσαν ελεύθεροι αγρότες, τόσο ελεύθεροι ώστε κάποτε ένας χωριάτης παρουσιάστηκε στον Αρχέλαο να παραπονεθή για κάτι και ο βασιλιάς του είπε πως δεν ευκαιρεί να τον ακούση, είχε το θάρρος ο απλός χωριάτης να του απαντήση: ‘Τότε μη βασιλεύης!».

Πραγματικά η Μακεδονία στάθηκε η πιο ισορροπημένη, η πιο τίμια, η πιο γερή επαρχία του αρχαίου κόσμου, η μόνη που αγνόησε την πάλη των τάξεων που σπάραζε τους άλλους Έλληνες. Η ιδιοσυγκρασία της έρρεπε στο συντηρητισμό, ο θεός την είχ’ ευλογήσει με μια μεσότητα στις πολιτικές της αντιλήψεις, ώστε να συχαίνεται εξ ίσου τον τυραννικό δεσποτισμό της ανατολής ή τη δημοκρατική φαγωμάρα. Η λαϊκή μάζα ήταν αδούλωτη, γιατί ποτέ δε γνώρισε τις ταπεινωτικές σχέσεις που επικρατούσαν αναμεταξύ αφεντάδων σκλάβων, στους πενέστες έξαφνα της Θεσσαλίας ή τους είλωτες της Σπάρτης. Στη Μακεδονία ο φτωχός ζούσε τη ζωή του χωρίς φούμαρα ευτυχισμένος και με το λίγο, ακολουθώντας έθιμα απλά και πανάρχαιες συνήθειες που τις σεβόταν καλύτερα από γραμμένους νόμους. Από την άλλη μεριά οι πλούσιοι, γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, περήφανοι, μοιάζαν με τους ιππότες του μεσαιώνα. Οι δυο αυτές τάξεις μαζί ίδρυσαν κράτος που πλησίαζε, όσο γίνεται περισσότερο, τις σύγχρονες βασιλευόμενες δημοκρατίες, κράμα από φιλελεύθερες ιδέες και αυστηρή πειθαρχία, ίδρυσαν κράτος τόσο στερεό, ώστε οι Ρωμαίοι, τον καιρόν της ακμής τους όταν αυτό ήταν πια εξαντλημένο, είδαν κι έπαθαν να το υποτάξουν. Κι όταν νικήθηκαν οι Μακεδόνες από τους Ρωμαίους, πάλι δείξαν την αγνότητα του χαρακτήρα τους αρνούμενοι να συνεργαστούν με τους δυνάστες ή να πάνε, σαν τους Αθηναίους, στη Ρώμη να πλουτίσουν με ύποπτα επαγγέλματα.

Ο ξαφνικός θάνατος του Αρχελάου, που σκοτώθηκε σε κυνήγι κάπρων, κι οι ανάξιοι διάδοχοί του φέραν την Μακεδονία στο χείλος της αβύσσου. Οι Ιλλυριοί κόντεψαν τότε να τη διαλύσουν και θα το πετύχαιναν αν δεν ανέβαινε στο θρόνο μετά σαράντα χρόνων αναρχία ο εγγονός του Αρχελάου Φίλιππος Β’, πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αλλά όταν πήρε στα γερά χέρια του τα ηνία του κράτους ο Φίλιππος, η βασιλική οικογένεια είχε φύγει πια από το Ορεστικό Άργος, κατοικούσε το χειμώνα στην παραλία της Πέλλας και το καλοκαίρι στην Έδεσσα. Εκεί θα ξαναβρούμε τον Φίλιππο.

συνεχίζεται


  • Ο συγγραφέας(1894-1975), διακεκριμένος αθλητής, Έλληνας βιομήχανος του Πειραιά, πολιτικός, ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ιστορική, εκδίδοντας αξιόλογα βιβλία τα περισσότερα των οποίων επανεκδόθηκαν δύο και τρεις φορές. Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα από τον Ο.Ε.Δ.Β. Ήταν εγγονός του ποιητή Γεωργίου Ζαλοκώστα. 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Σεπτεμβρίου 2019, αρ. φύλλου 1001


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.