2.1.20

ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ: Δυτική Μακεδονία


ODOS | efimerida tis Kastorias
ΟΔΟΣ 19.9.2019 | 1001 | α' μέρος

Επιμέλεια: Σ.ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ

Πρόκειται για απόσπασμα από το κεφάλαιο «Δυτική Μακεδονία» από το βιβλίο του Χρ. Ζαλοκώστα «Το Περιβόλι των Θεών» (1944, 1969) -το βρήκαμε στο 1ο τεύχος του περιοδικού της Φλώρινας «Αριστοτέλης» (Ιαν-Φεβρ 1957).

β’ μέρος

Η Καστοριά είν’ ένα από τα μεγάλα κέντρα του παγκόσμιου εμπορίου των γουναρικών. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται τούτο είν’ όμως αλήθεια. Περισσότερα από χίλια χρόνια η πόλη αυτή εργάζεται τα γουναρικά. Σε κάθε χώρα της γης υπάρχουν πλανόδιοι Καστοριανοί που αγοράζουν πάμφθηνα τα άχρηστα υπολείμματα της βιομηχανίας των γουνών.
Τα στέλνουν από τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ευρώπη, στην πατρίδα τους κι εκεί τα χωρίζουν, τα περιποιούνται και τα συρράβουν κατά χρώμα με τόση θαυμαστή επιτηδειότητα ώστε κι εξασκημένο μάτι ειδικού να μη μπορή να διακρίνη τις ραφές. Τέσσερεις χιλιάδες τέτοιοι τεχνίτες δουλεύουν εδώ και τα έτοιμα γουναρικά τα στέλνουν πίσω στους συμπολίτες των του εξωτερικού που παίζουν πρώτο ρόλο στο διεθνές εμπόριο.

Τόση ήταν κατά τα χρόνια της σκλαβιάς η δύναμη των Καστοριανών γουναράδων στην Κωνσταντινούπολη ώστε οι αρχηγοί τους είχαν το δικαίωμα να ζουν σαν πασάδες, να περνάνε καβάλα απ’ το Σεράι χωρίς να υποχρεώνονται να ξεπεζεύουν σαν τους άλλους ραγιάδες, να κάθωνται σε βάρκα με τρία ζευγάρια κουπιά, να φοράνε πλούσιο καλπάκι από σαμούρη και να πίνουν σπίτι τους, αν τους ερχόταν το κέφι, κρασί.

Πολλά από τα μεγάλα εθνικά ζητήματα των Πατριαρχείων λύνονταν χάρη στις προσωπικές σχέσεις των πρωτογουναράδων με Σουλτάνους ή Βεζίρηδες, κι ακόμη σήμερα οι διάκονοι του Πατριαρχείου, από ευγνωμοσύνη στη συντεχνία τους, εξακολουθούν κατά τα Πολυχρόνια να επαναλαμβάνουν την ευχή: «υπέρ της ευσεβεστάτης συντεχνίας των γουναράδων», ευχή που δεν ωφελεί πια κανένα γιατί εκατό τώρα χρόνια η Συντεχνία έπαψε να υπάρχη. Κι όμως της αξίζει να μνημονεύεται ακόμα, γιατί με δικά της χρήματα υδρεύτηκαν πόλεις και μορφώθηκε η νεολαία στη σχολή του Σουλτανικού Πρωτογούναρη Μανουήλ Καστουριανού και το «Λαϊκόν Σχολείον» της δωρεάς Καστριώτη. Τα εξαίρετα αυτά γυμνάσια των χρόνων της τουρκοκρατίας ανάδειξαν την Καστοριά κέντρο φωτεινό. Δεν είναι σύμπτωση πως οι τρεις κυριώτεροι βοηθοί του Ρήγα ήταν από δω, ο εμποροϋπάλληλος Παναγιώτης Εμμανουήλ, ο πλούσιος έμπορος Γεώργιος Θεοχάρης κι ο νεαρός φοιτητής Ιωάννης.

Μέσα στο δράμα της σκλαβιάς λαμπρότατο φως ρίχναν τότε οι έμποροι με την ακούραστη υλική και διανοητική τους δράση. Η Δυτική Ελλάδα ήταν εθνικό προπύργιο. Η επανάσταση του 21 δεν είναι νοητή χωρίς προεργασία. Έπρεπε να μορφωθή ο ξεπεσμένος λαός, να λάβη γνώση της αποστολής του, να νιώση μόνος του την ανάγκη της μεγάλης προσπάθειας για να ελευθερωθή. Σ’ αυτή την προεργασία βοήθησαν τους μεγάλους Προδρόμους, σαν τον Ρήγα, οι πραματευτάδες. Λίγες ιδέες μού δίνουν τόση περηφάνεια για την φυλή μας όσο το πώς οι έμποροί της πρωτοστάτησαν πάντα σε κάθε υψηλό ιδανικό. Προορισμός της Ελλάδας, από καταβολής κόσμου, είναι να εκπολιτίζη. Και τον ιστορικό αυτό ρόλο τον έπαιξε πάντα με τους εμπόρους, είτε στην Κριμαία τους έστελνε την ομηρική εποχή είτε στην Επίδαμνο ή τη Μασσαλία στην αρχαιότητα είτε στα βάθη της Ανατολής τους χρόνους του Αλεξάνδρου είτε στη Ρωσία και τη Ρουμανία με τους Βυζαντινούς είτε τέλος στ’ Αμπελάκια και την Καστοριά τον 18ο αιώνα.

Ενώ στ’ άλλα κράτη οι έμποροι είναι οι αντιπρόσωποι του υλισμού και ο αστός της Γαλλίας ή της Ολλανδίας είναι άτομο συχνά στερημένο από πνευματικότητα, εδώ το χρήμα δεν ήταν παρά μέσον για την πραγματοποίηση μεγάλων σκοπών. Ποια άλλη χώρα έχει να δείξη τόσα σανατόρια, βιβλιοθήκες, γεφύρια, λεωφόρους, σχολεία και νοσοκομεία, όλα δωρεές εμπόρων και μόνο εμπόρων που θεώρησαν ηθική δικαίωση του πλούτου τους να τον σκορπίσουν για την ανακούφιση της φτωχιάς πατρίδας;

Μόλις δουλώθηκε στον Τούρκο το Βυζάντιο, έσβησε η παιδεία, χάθηκε ο εθνισμός, βαρβαρώθηκαν οι αγρότες-μόνο οι έμποροι κρατήθηκαν ορθοί. Σκόρπισαν στην Ευρώπη και τα πιο δραστήρια στοιχεία τους αναδείχτηκαν αμέσως. Σαν τα χελιδόνια γύριζαν κάθε τόσο πίσω στον τόπο τους, μελετούσαν τις ανάγκες του, κλείναν τις πληγές του και παίρνανε, φεύγοντας, τα ξυπνότερα παιδιά να τα σπουδάσουν κοντά τους. Μέσα σε λίγες γενεές οι Έλληνες έμποροι ανεβαίνουν όλα τ’ αξιώματα, γίνονται δήμαρχοι σε ξένες πρωτεύουσες, παντρεύονται πριγκίπισσες, διευθύνουν μεγάλες Τράπεζες, είναι βαρόνοι.

Ο πλούτος που σωρεύτηκε τότε στις πόλεις της Μακεδονίας Καστοριά, Κοζάνη, Σηάτιστα, Βέροια ήταν πολύς και χρησιμοποιήθηκε πρόθυμα στην πνευματική πρόοδο του συνόλου. Έτσι, όταν το πλήρωμα του χρόνου ήρθε για την επανάσταση, το μήνυμα της λευτεριάς που ακτινοβολούσαν αυτά τα κέντρα είχε πια ριζώσει στα σπλάχνα του λαού και τον είχε προετοιμάσει. Από τους πραματευτάδες πήρε όσα χρήματα του χρειάστηκαν ο Ρήγας, έμποροι ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρία, έμποροι κι εφοπλιστές χρηματοδότησαν το 1821, που βάστηξε τόσα πολλά χρόνια ώστε τους έφαγε στην αρχή τα περισσεύματα, ύστερα και τα κεφάλαια ως το τελευταίο κολονάτο.

Καθώς ο ήλιος γέρνει να δύση πάμε περίπατο στη λίμνη με μια από κείνες τις ρηχές βάρκες που οι ντόπιοι τις ονομάζουν «καράβια»-όνομα βαρύ για μονόξυλα ως είναι. Τέτοια ώρα οι σκιές των ψαριών στο βυθό της λίμνης γίνονται από γαλάζιες μαύρες. Τα νερά ακούω πως έχουν εδώ πολλά ψάρια, γουλιανούς, σαζάνια, κέφαλους, πέρκες και διαφόρων ειδών χέλια. Τα πιάνουν με τον πεζόβολο και τη συρτή ή με παγίδες σε σχήμα φωλιάς που τις βλέπεις κοντά στις όχθες καμωμένες από ξερά κλαδιά.

Το θέαμα της Καστοριάς από τη λίμνη είναι μαγευτικό. Εντύπωση κάνουν τα πελώρια σπίτια που υψώνονται σ’ όλο τον παραλιακό δρόμο, σωστά παλάτια. Όσο παλιότερα τόσο μεγαλύτερος ο όγκος τους. Απ’ έξω δεν παρουσιάζουν τίποτα το εξαιρετικό, επίτηδες δα για να μη κινούν το φθόνο των Τούρκων που μισούσαν να βλέπουν την υπεροχή των ραγιάδων. Το πρώτο τους πάτωμα τ’ αποτελούν σκέτα ντουβάρια, λες κι έχουν μοναδικό σκοπό να βαστάν τ’ απάνω πάτωμα, το ελαφρύ, το ξύλινο, το γεμάτο παράθυρα. Η γερή αυλόπορτά τους βεβαιώνει την εντύπωση πως οικοδομήθηκαν σ’ εποχή που δεν υπήρχε ασφάλεια και οι νοικοκυραίοι αναγκάζονταν να προστατεύουν μόνοι το χρήμα τους.

Μόλις διαβής την είσοδο βρίσκεσαι στο σκοτεινό βασίλειο της νοικοκυράς με την κουζίνα, τις αποθήκες και το πλυσταριό, απ’ όπου ξύλινη σκάλα οδηγεί στο κατάφωτο λιακωτό του δευτέρου πατώματος, όμοιο με την «εξέδρα» των σπιτιών της Δήλου και της Πομπηίας. Το δωμάτιο της υποδοχής παρουσιάζει ως μόνα έπιπλα τζάκι και ντιβάνια γύρω γύρω στους τοίχους. Όπως οι αρχαίοι, όπως οι Βυζαντινοί, έτσι και οι Μακεδόνες απόφευγαν τα έπιπλα. Για να κοιμηθούν δεν είχαν κρεβάτια παρά άπλωναν τη νύχτα στρώματα καταγής και την ημέρα τα μάζευαν και τα κρύβαν σε μεγάλα χωνευτά ντουλάπια του τοίχου, τα «τοιχαρμάρια» του Μεσαιώνα που τώρα ξαναγίναν της μόδας. Για να δειπνήσουν , το ίδιο κάναν και με το τραπέζι, το στήναν εκείνη τη στιγμή σε τρίποδα και τ’ αναδιπλώναν για να το κρύψουν αμέσως ύστερα.

Αν το εξωτερικό αυτών των σπιτιών είναι άκομψο κι αν διατηρούν το συνήθιο των αρχαίων, εσωτερικά να μην τα στολίζουν μ’ έπιπλα, ωστόσο αφήνουν να ξεσπάση η πολυτέλεια σε διάφορες λεπτομέρειες. Τζάκια υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, μόνο όμως στη Μακεδονία, με το κρύο κλίμα της, παίρνουν διαστάσεις μνημείου∙ τα ταβάνια έχουν διακόσμηση ξυλόγλυπτη από προσθετές λεπτές πήχες επιτήδεια βαλμένες και ζωηρά χρωματισμένες. Έχουν εξέδρες για τ’ απογευματινό ξεκούρασμα∙ αυλές με γλάστρες κι ανθισμένα πεζούλια∙ πόρτες καταστόλιστες από σκαλίσματα∙ τραπεζαρίες με ανάγλυφα φρούτα ή σκηνές από τη διαδικασία του φαγιού∙ δωμάτια με τοιχογραφίες που εικονίζουν άλλοτε συμβολικά λουλούδια έξοχα εργασμένα, άλλοτε πόλεις που τις διασχίζει ποταμός∙ παράθυρα με καταπληκτικά γυάλινα συμπληρώματα προορισμένα να φιλτράρουν στις αίθουσες χρωματιστό φως∙ και τ’ ωραιότερο, κρεμαστούς στον αέρα εξώστες, τα τολμηρά «ξεπεταχτά» τους.

Τα ξώστεγα αυτά ήταν τόσο συνηθισμένα στην αρχαιότητα ώστε το 500 π.Χ. ο Ίππαρχος τα φορολόγησε στην Αθήνα και, όταν ο στρατηγός Ιφικράτης χρειάστηκε πολλά χρήματα για ν’ αναδιοργανώση το στρατό, ψήφισε νόμο να πληρώσουν τα ξώστεγα βαριά αποζημίωση, ειδάλλως να γκρεμίζωνται. Στην αρχή οι Βυζαντινοί τα προστάτευαν, υποχρέωναν μόνο τους ιδιοκτήτες, από φόβο πυρκαϊάς, να χτίζουν τα νέα ξώστεγα τουλάχιστο τρία μέτρα μακρύτερα από τ’ αντικρυνά. Αν ο δρόμος ήταν πολύ στενός, τότε όριζαν να τοποθετούνται «κατά παραλλαγήν» κι όχι απέναντι. Αργότερα εντούτοις πλήθυναν, φαίνεται, τόσο πολύ τα ξεπεταχτά ώστε απαγορεύτηκε ολότελα η κατασκευήτ ους κι αυστηρές διατάξεις τιμωρούσαν τους παραβάτες, δήμευαν το σπίτι υπέρ του Δημοσίου και ξύλιζαν τον εργολάβο και τους μαστόρους που το είχαν φτιάξει.

Τέτοια ωραία σπίτια βρίσκεις σπαρμένα σ’ όλες τις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας. Έχουν ευρυχωρία, έχουν εκείνη την άνεση που υπερβαίνει το ωφέλιμο και πλησιάζει το περιττό. Ο πλούτος του διακόσμου δείχνει αρχοντιά άγνωστη στη λοιπή Ελλάδα, όπου οι αστοί δε νοιάζονται για την κατοικία τους αφού η ζωή τους περνιέται στο ύπαιθρο ή στο καφενείο. Τους πλούσιους εμπόρους της Μακεδονίας πρέπει αν τους ευγνωμονούμε, τόσο για το χρήμα που διαθέσανε στις μαύρες ώρες της σκλαβιάς όσο και γιατί πρώτοι αυτοί ανύψωσαν το σπίτι σ’ έργο τέχνης. Τα’ αρχοντικά τους δείχνουν πόσο ριζωμένη είναι στη Βόρεια Ελλάδα η ιδέα της διαμονής στη γη την προγονική.

Η προσήλωσή τους στα πάτρια φαίνεται κι από τη μεταχείριση που κάναν στο θηλυκό γένος. Το κρατούσαν κλεισμένο σε γυναικωνίτες, όπως οι αρχαίοι. Τα δωμάτια των γυναικών συχνά γειτονεύουν με την αίθουσα υποδοχής, αλλά πυκνά καφάσια κρύβαν τα κορίτσια από τ’ άπληστα μάτια. Μολονότι οι άρχοντες που κατοικούσαν αυτά τα σπίτια ήταν όλοι πολυταξιδεμένοι, γνώστες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στο ζήτημα των γυναικών μέναν ανατολίτες. Η αυστηρότητα των ηθών φαίνεται άλλωστε και στις τοιχογραφίες που δεν παρουσιάζουν πουθενά μήτε ερωτική σκηνή μήτε προσωπογραφία γυναίκας, έστω και γριάς.

Ίσως να μην είχαν άδικο. Ο βαρκάρης, καθώς σιγολάμνει το μονόξυλο, μου δείχνει ένα ερειπωμένο μοναστήρι που το κλείσαν οι Καστοριανοί επειδή τον ηγούμενό του, ωραίο λεβέντη, τον λάτρευαν σαν πλάσμα ουράνιο οι γυναίκες. Περιφρονούσε τους άντρες κι είχε μανία να κατηχή τις βεργολυγερές, να τους λέη παράξενες θεωρίες περί αμαρτίας. Τόσο λάτρευαν, κορίτσια και παντρεμένες, αυτόν το Ρασπούτιν, ώστε ανάγκασαν τους νοικοκυραίους να τον διώξουν με το ξύλο.

Ο ίδιος ο βαρκάρης μου δείχνει λίγο παρέκει πελώριους πλάτανους που θέλουν πέντε αγκαλιές για να τους ζώσης και κάτι συκιές ζαρωμένες, που δεν κάνουν σύκα, γιατ’ είναι όλες θηλυκές. Δεν υπάρχουν αρσενικές να τις γονιμοποιήσουν και μένουν γεροντοκόρες. Τέτοια μιλώντας με το βαρκάρη, γυρίσαμε κατά τη δύση, αλλά το δείλι προχωρούσε γρηγορώτερα από μας, κι όταν αράξαμε, είχε πια νυχτώσει.

Αν καθόμουν λίγες μέρες στην Καστοριά, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να ξεκολλήσω απ’ αυτή την πόλη που αρνιέται ν’ αλλάξη μορφή και διατηρεί ολοζώντανη την πνοή του Βυζαντίου, περισσότερο κι από το Μυστρά ακόμα.

τέλος


Φωτογραφίες β' μέρους [στην έντυπη έκδοση της ΟΔΟΥ]:

α) Γκρουπ Καστοριέων που πήραν μέρος εφέτος (1958) στο καθιερωμένο από αμνημονεύτων χρόνων Καστοριανό "καρναβάλι", που το γιόρτασαν στις 3 Ιανουαρίου σε ένα από τα μεγαλύτερα εστιατόρια της πόλεως (περ. Αριστοτέλης, Ιαν-Φεβρ 1958)

β) Η ενδεκάχρονη Μακεδονοπούλα από την Καστοριά Αναστασία Παπαλίτσκα, κόρη του Γεν. Γραμματέως του Συλλόγου Καστοριέων "Ομόνοια" κ. Ιωάννου Παπαλίτσκα, ενώ απαγγέλλει με θαυμάσια χάρη ποιήματα κατά την περυσινή σχολική εορτή του Ελληνικού Σχολείου επί τη λήξει των μαθημάτων (περ. Αριστοτέλης, Ιαν-Φεβρ 1958)



  • Ο συγγραφέας(1894-1975), διακεκριμένος αθλητής, Έλληνας βιομήχανος του Πειραιά, πολιτικός, ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ιστορική, εκδίδοντας αξιόλογα βιβλία τα περισσότερα των οποίων επανεκδόθηκαν δύο και τρεις φορές. Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα από τον Ο.Ε.Δ.Β. Ήταν εγγονός του ποιητή Γεωργίου Ζαλοκώστα. 


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 19 Σεπτεμβρίου 2019, αρ. φύλλου 1001


Σχετικά:
ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑ: Δυτική Μακεδονία [Ι]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.