16/4/18

ΟΔΟΣ: Θέλω ειρήνην, ψυχής γαλήνην, χορούς Ερώτων, Βάκχους και κρότον.


ΟΔΟΣ 12.10.2017 | 905

Η Φρόσω από την Καστοριά, έχει περάσει μέχρι τώρα ολόκληρη την ζωή της, 60 χρόνια πια, σχεδόν εσώκλειστη. Στο σπίτι της. Κάπου στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Αθανασίου στην Καστοριά. Σε γειτονιά με σχετικά παλιές μονοκατοικίες και τις πρώτες πολυκατοικίες από αντιπαροχή.

Η Φρόσω δεν έβγαινε έξω. Πού να πάει άλλωστε; Οι παιδικοί φίλοι της, αγόρια και κορίτσια, παλιά την αγαπούσαν μεν, είχαν όμως όλοι –ή σχεδόν όλοι, πάρει τον δικό τους δρόμο. Είχαν δουλειές, παιδιά και εγγόνια και ΕΝΦΙΑ. Τα δικά τους να σκεφθούν. Και δεν είχαν χρόνο στην διάθεσή τους να ασχοληθούν με δαύτην. Από τους γονείς της πάλι, ο μεν πατέρας της είχε συγχωρεθεί, η δε μητέρα της, ευτυχώς στο πόδι, αλλά κόντευε τα 90. Τον άλλο μήνα κιόλας είχε γενέθλια. Θέλοντας και μη –σπλάχνο της ήταν άλλωστε και δημιούργημά τους– ήταν στο πλευρό της Φρόσως. Μέσα στο σπίτι. Γιατί έξω η Φρόσω, δεν έβγαινε. Ούτε και η μητέρα της. Κάποτε πήγαιναν στην εκκλησία μαζί –ενορία Μητροπόλεως– αλλά ούτε κι’ αυτό το έκαναν πια. Άλλωστε η Φρόσω – πάνω σε μια φασαρία, είχε εκμυστηρευθεί στην μητέρα της, ότι με βάση το πρόβλημά της, είχε κάποιες αμφιβολίες.

Προτιμούσε να κάθεται –η Φρόσω– με τις ώρες στον καναπέ, πίσω από τις λεπτές κουρτίνες του καθημερινού και αγνάντευε. Άλλοτε προς την δύση στην μεριά της Ψαλλίδας. Και άλλοτε προς τον βορρά της λίμνης. Είχε μάλιστα και ακώλυτη θέα. Αγνάντευε τα καράβια των ψαράδων, τα σκάφη των αθλητών του ΝΟΚ και ίσα-ισα που άκουγε τα ρυθμικά συνθήματα των προπονητών. Έβλεπε τα φώτα από τα απέναντι χωριά. Πότε άναβαν και αν έμενε ξάγρυπνη από τον πόλεμο που είχε μέσα της, πότε έκλειναν.

Σαν ήταν καλοκαίρι και τα παράθυρα ανοιχτά, άκουγε και μουσικές από τριγύρω. Από απέναντι. Από παντού. Μέχρι και τις «ντόπιες» μουσικές τις είχε μάθει απ’ έξω. «Λελε», έλεγε και ξανάλεγε με διάθεση χιούμορ. Γνώριζε πότε είχε πανηγύρι το ένα και πότε το άλλο χωριό. Κυλούσε έτσι φιλήσυχα η ζωή της.

Η Φρόσω όμως στην πραγματικότητα δεν είχε ζωή. Βασικά ζούσε μέσα από τις ζωές των άλλων. Μέσα από την ζωή και τα μάτια των αδελφών της κυρίως. Είχε γεννηθεί διαφορετικά απ’ αυτό που αισθανόταν. Η ταυτότητά της, δεν την απηχούσε. Και έτσι γρήγορα απομονώθηκε. Μόλις που έβγαλε το δημοτικό. Με 8 παρακαλώ. Μετά άρχισαν τα σούρτα-φέρτα σε γιατρούς, στην Αθήνα κυρίως –μη πέσουν και σε κανά γνωστό στην Εγνατία. Και το πράμα –με το σχολειό δηλαδή, ξεχάστηκε. Την γλύτωσε. Ξέφυγε από τα πειράγματα, τα μειδιάματα, τις κοροϊδίες. Πίσω, αλλά και μπροστά από την πλάτη της. Άλλωστε κανείς δεν την έψαχνε στ’ αλήθεια. Και έτσι αποφάσισε να κλειστεί μέσα. Να μην προκαλεί κιόλας.




Αισθανόταν πάντοτε εκτός από μόνη και μοναδική. Δεν γνώριζε αν σαν κι αυτή, υπήρχαν κι άλλοι στην Καστοριά. Πολύ-πολύ σπάνια, αργά την νύχτα, όταν δεν κυκλοφορούσε πια κανείς, πήγαινε κρυφά απ’ όλους στο άγαλμα του ποιητή Αθανασίου Χριστόπουλου. Η διαδρομή πάντα η ίδια: μέσα από τα άλση της περιοχής. Καθόταν στο μπροστινό μέρος, την πρόσοψη δηλαδή του αγάλματος και άγγιζε το μάρμαρο του παππού. Έτσι (παππού της) θεωρούσε τον ποιητή όταν ήταν μικρή. Και όταν γινόταν εκεί η καλοκαιρινή βόλτα. Και ύστερα επέστρεφε. Μέσα. Εσώκλειστη. Άλλες πάλι φορές, σπάνια βέβαια κι’ αυτές, στα καρναβάλια, ντύνονταν μπαμπαρόκος. Σκεπασμένη παντού και στο πρόσωπο, έβγαινε στους δρόμους και χόρευε τον μπερντέ, και όλα τα δημώδη και συναφή. Επιτέλους έκανε και χειρονομίες. Και δέχονταν πάνω από τα ρούχα, ανταπόκριση. Αυτό ήταν όλο: Αγγίγματα.

Δεν ήταν όμως ακριβώς αμόρφωτη. Είχε προλάβει να διαβάσει ποίηση και λογοτεχνία αυτά τα χρόνια. Αν και δεν συνέχισε το σχολείο, τα αδέλφια της, τής έφερναν τα δικά τους βιβλία. Σχολικά και εξωσχολικά. Πολύ τους στοίχιζε ότι η μεσαία αδελφή τους, ήταν διαφορετική. Και γι’ αυτό της έκαναν τα χατίρια. Στην συνέχεια «παραμορφώθηκε» όπως της απαντούσε θυμωμένη η μητέρα της. Διότι μέχρι και άθεη δήλωνε η Φρόσω ότι ήταν. Όταν άκουγε τους κληρικούς να αναφέρονται στις εξαιρέσεις των ανθρώπων και όχι τον κανόνα, στις ιδιαιτερότητες δηλαδή, ακόμη πιο μηδενικό. Μέχρι και μίασμα. Κρυφά-κρυφά όμως, έκανε και καμιά ευχή και προσευχή. Μήπως και γίνει το θαύμα. Το αίμα, νερό δεν γίνεται. Η Φρόσω άντεξε.

Όμως, αυτή την εβδομάδα την πέρασε παρακολουθώντας με προσήλωση τηλεόραση. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί ότι υπήρχαν κι’ άλλοι που είχαν γεννηθεί και υπήρχαν με ίδιο με το δικό της θέμα. Γυναίκες ή άνδρες που δεν ήταν ακριβώς, ούτε ολότελα. Που αισθάνονταν διαφορετική ταυτότητα. Τελικά κατάλαβε ότι ήταν πολλοί και πολλές σαν κι’ αυτή. Πόσοι; Κανείς δεν ήξερε. Αφού στην Ελλάδα όλοι, –έστω σχεδόν όλοι, ειδικά στην επαρχία, ήταν μαντρωμένοι και μαντρωμένες. Οι οικογένειές τους υπέφεραν, όπως και η δική της. Αλλά απ’ όσα κατάλαβε αυτές τις μέρες που άναψε η συζήτηση στην τηλεόραση, το αποτέλεσμα ήταν να απορρίπτονται στον Καιάδα. Όχι μόνο τα ίδια τα «άτομα», αλλά και οι γονείς τους. Καιάδας και άγιος ο Θεός.

Δεν μπορεί, κάποια αμαρτία θα πλήρωναν όλοι αυτοί. Αν και δήλωνε θυμωμένη άθεη, μέσα της το είχε χωνέψει ότι όλα αυτά ήταν σημάδι από το χέρι του Θεού. «Αμαρτίες γονέων τέκνα παιδεύουσι» και τα συναφή. «Δεν μπορεί», αναλογιζόταν. «Δεν μπορεί να είμαι από την φύση μου έτσι». Αλλά «λάθος της φύσης».

Μέχρι που ήλθε το θέμα της αλλαγής ταυτότητας φύλου στην Βουλή. Η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ, θα πέρναγε λέει, νόμο, ώστε να αναγνωρίζεται έμπρακτα το δικαίωμα επιλογής άλλης ταυτότητας φύλου από την τεκμαιρόμενη από τα εξωτερικά γνωρίσματά σου. Και η Φρόσω, ως οντότητα, η κάθε Φρόσω, θα μπορούσε αν ήθελε να κάνει τις επιλογές της η ίδια. Σε περίπτωση των ανηλίκων το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν οι γονείς για τα παιδιά τους. Ώστε σιγά-σιγά, ύστερα από μισό αιώνα (τόσο χρειάζεται η Ελλάδα συνήθως), να ενταχθούν στην κοινωνική ζωή. Επρόκειτο για θαύμα! Έτσι σκέφθηκε.

Ποια μνημόνια και ποιες επιτροπείες! Η πρώτη φορά «αριστερά» κυβέρνηση που τόσο αντιπαθούσε η ίδια και η οικογένειά της, καθόσον φανατικά γαλάζιοι είναι όλοι (η φωτογραφία του Κωσταντίνου με την Άννα Μαρία έξω από την Μητρόπολη Καστοριάς υπάρχει ακόμη στο σπιτικό τους), θα έκανε επιτέλους κάτι αληθινά προοδευτικό. Κάτι για την ίδια. Στην Ισπανία –είχε ακούσει– που βασίλισσα μέχρι πρόσφατα ήταν η Σοφία, αδελφή του Κωνσταντίνου, οι όμοιοι και παρόμοιοι της, ήταν απολύτως ελεύθεροι, αξιοπρεπείς και αξιοσέβαστοι.

Έτσι περίμενε απ’ όλους, από την Φώφη την κόρη την Σοσιαλίστρια, την Ντόρα την Κεντρώα, από Κυριάκο που ήταν και στον χώρο της τώρα πια, γνωστός προοδευτικός και εκσυγχρονιστής –έτσι πίστευε η Φρόσω, να κάνουν το αυτονόητο. Το ίδιο περίμενε και από την Μαρία Αντωνίου: στο κάτω-κάτω τι τους έκοφτε τους άλλους αν αισθανόταν η ίδια αλλιώς;

Έλπισε έτσι, πριν 7-10 ημέρες, ότι αφού αναγνωρίσουν την αξία της οντότητας της ίδιας και των ομοίων της, θα μπορούσαν να της εγγυηθούν στην συνέχεια συνθήκες στοιχειώδους σεβασμού και υποτυπώδους ισοπολιτείας. Γιατί όχι; Τους φόρους της τους πλήρωνε η οικογένεια, πατέρας και αδελφός είχαν πάει στον Στρατό, ψήφιζαν Δεξιά από την εποχή του Παπάγου, είχε βαπτισθεί η ίδια χριστιανή. Τι έγινε; Είχε λαθέψει το Άγιο Πνεύμα;

Μέχρι που έκανε τον σταυρό της. Θαύμα της φάνηκε και κάλπασαν τα όνειρά της. Ώσπου έβαλε ένα φρένο. «Εντάξει» δεν θα γινόταν υπουργός. Ούτε την θέση της Μαρίας Αντωνίου θα διεκδικούσε. Δεν θα κοσμούσε κι΄ αυτή, όπως τόσες άλλες, το τοπικό ψηφοδέλτιο.

Ώσπου –την περασμένη εβδομάδα ήταν– άκουσε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος και πάγωσε. Άκουσε τον Πειραιώς και έμεινε σύξυλη που οι απόψεις του τελευταίου, –τον θεωρούσε φανατικό– ήταν γενικευμένες. Έμαθε έτσι ότι η διαρκής Ιερά Σύνοδος, απαίτησε από την Κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο. Ναι, έβαλε βέτο που λέει ο λόγος.

«Με ποιο δικαίωμα;» αναρωτήθηκε η Φρόσω: Με την χάρη του Θεού και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, και της ορθόδοξης αγάπης απαντούσαν οι διάφοροι στην τηλεόραση. Και έτσι η Φρόσω της Καστοριάς, πέρασε όλες τις επόμενες ημέρες. Την μια πιο εμβρόντητη από την προηγούμενη. Κρεμασμένη πάντως από τα χείλη ιερέων και αρχιερέων η άθεη. Η κανονικότητα, κανόνιζε! Αν είσαι νορμάλ εσύ, τότε δικαιούσαι όλα.

Είδε και άκουσε τον Λεβέντη της Ένωσης Κεντρώων. Να μιλάει για ανωμαλίες και για άνδρες που γεννιούνται άνδρες –και έτσι πρέπει να πεθάνουν, επειδή ο Θεός τους έκανε άνδρες και τις γυναίκες – γυναίκες. Θαύμασε τον πολιτικό ανδρισμό του, λεβέντης –όνομα και πράμα. Αναρωτιόταν βέβαια αν πράγματι αυτή –σε περίπτωση που υπήρχε– την έκανε ένας κατώτερος Θεός και όχι ο ίδιος Θεός με αυτόν του προέδρου Λεβέντη. Στην θωριά του, τρόμαξε είναι αλήθεια. Για να δίνει έμφαση σ’ αυτά που έλεγε σχεδόν του έφευγαν σάλια από το στόμα. Σταγονίδια έστω. Και όμως αυτός το 2017 εκπροσωπούσε το Κέντρο σκέφθηκε. Μέχρι και τον Παπαφλέσσα ανάστησε ο λεβεντάνθρωπος.  «Φαντάσου τι μπορούν να κάνουν τα… άκρα» είπε.

Ύστερα περίμενε να ακούσει τον Μητσοτάκη. Τον αρχηγό του κόμματος της οικογένειάς της. Νέος, ξενοσπουδαγμένος, φιλελεύθερος, εκσυγχρονιστής, έτσι πλασάρονταν άλλωστε. Και γι’ αυτό η Φρόσω παρακαλούσε να γίνουν εκλογές, να κερδίσει η Νέα Δημοκρατία να βγει κάποιος από το ψηφοδέλτιο του κόμματος στην Καστοριά, να σωθεί η πατρίδα.

Αντ’ αυτού όμως είδε και άκουσε τον Γεωργιάδη. Αντιπρόεδρος παρακαλώ, αυτόν με την κάπως τσιριχτή φωνή. Αν και επί παντός επιστητού ο τύπος, σε πολλά συμφωνούσε μαζί του, πράγματι. Ειδικά όταν κατηγορούσε τον ΣυΡιζΑ για διγλωσσία, τριγλωσσία, πολυγλωσσία. Αλλά σαν τον άκουσε στην Βουλή να τοποθετείται, της σηκώθηκε η τρίχα. Είχε φροντίσει να έχει μακριά κώμη, να σουλουπώνει λίγο την ψυχή της. Κατάπιε την γλώσσα της η Φρόσω.

Όχι επειδή η Νέα Δημοκρατία υπαναχώρησε από τις αρχικές της θέσεις για το ίδιο νομοσχέδιο και την... έκανε με ελαφρά πηδηματάκια, όταν αντιλήφθηκε ότι η Δεξιά του Κυρίου Εκκλησία είχε βάλει βέτο. Και με διάφορες δικαιολογίες, παιδαριώδεις είναι αλήθεια, έφερε άλλη πρόταση νόμου, για δικαίωμα σαν του «άρθρου 3», να επιλέγεις ταυτότητα φύλου άπαξ στα 18 και όχι στα 15, και μάλιστα με ιατρική γνωμάτευση και δικαστική απόφαση –λες και ένας ενήλικος μόλις 18 ετών που θα μπορεί να λάβει μόνος του την απόφαση είναι ώριμος και όχι ένας ανήλικος 15 ετών με την απόφαση να παίρνουν οι γονείς του και λες ότι το Δικαστήριο είναι Θεός, που απονέμει φύλα και μπορεί να κρίνει ακόμη και πώς αισθάνεσαι.

Έμεινε όμως εμβρόντητη που ο αντιπρόεδρος, τσίριζε και αποκαλούσε αθέους τους βουλευτές της Αριστεράς και ότι επειδή είναι άθεοι, δεν δικαιούνται δια να ομιλούν ή για να κρίνουν την Εκκλησία. Και ότι μόνο ο ίδιος και η παράταξή του αγαπούσαν την Εκκλησία και μπορούσαν να ομιλούν. Πιο ταπεινό, δεν γίνεται «στα τέσσερα στα τέσσερα» μονολόγησε. Της θύμισε πολύ αυτά που είχε ακούσει εδώ στην Καστοριά, ανήμερα του Σταυρού, ότι «δεν πολιτικολογεί, αλλά αναφέρεται στους εκάστοτε κρατούντες»  και ότι δεν μπορούν «να μας κυβερνούν άθεοι» κ.ο.κ. Και υποψιάστηκε ότι μπορεί να υπάρχει και κάποια κλαδική μέσα στην Βουλή. Εκεί το απέδωσε.

Στην συνέχεια άκουσε και τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Με προσοχή. Στο τέλος δεν ήθελε να πιστέψει ότι τον συμπάθησε. Έστω και για μια, έστω και για πρώτη φορά: «εμείς είμαστε με τις ζέμπρες και όχι τα λιοντάρια» τον άκουσε να λέει. Επιτέλους κάτι προοδευτικό σκέφθηκε! Ύστερα ξανάκουσε να μιλάει ο πτύων Λεβέντης και να λέει διάφορα ακατάληπτα, διάφορα ασυνάρτητα της φάνηκαν, πάλι για ανωμαλίες ο λεβέντης. Άκουσε μέχρι και για «του Χριστού την πίστη την αγία» της Χρυσής Αυγής, από την οποία άλλωστε δεν περίμενε και κάποια διαφορετική στάση. Στην Βουλή εννοείται – μη πάει ο νους σε άλλη (στάση). Την Φώφη μήτε την είδε, μήτε την άκουσε. Είχε γίνει άφαντη κι’ ας την λένε Φωτεινή, το είχε άλλωστε παρατηρήσει: Η κόρη του (Γεννηματά) η Σοσιαλίστρια, παραβίαζε την υποχρέωσή της να ψηφίζει κατά συνείδηση και φανερά, κάθε φορά που υπήρχε ανάλογο θέμα. Καπνός η Φώφη σε κάθε δύσκολη ψηφοφορία στην Βουλή.

Ώσπου άκουσε τον Κυριάκο τον Μητσοτάκη. Τον φιλελεύθερο, τον δικό της πρόεδρο. Να μασάει τα λόγια του. Να κατηγορεί τον κα(η)μένο Πάνο Καμμένο τον γνωστό 4Χ4. Άκουγε τον πρόεδρό της φιλελεύθερης ευρωπαϊκής παράταξης να επικαλείται στο τέλος, ένα παράδειγμα, προβαίνοντας όμως σε γενικεύσεις. Με παιδική αφέλεια αποκάλυψε ότι κάποιος εκμυστηρεύθηκε σε κάποιον άλλον ότι ήθελε να δηλώσει διαφορετικό φύλο, επειδή λέει –ο κ. Μητσοτάκης– του το ζήτησε εξωγήινος!  Στον Υμηττό! Ναι, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας αγόρευε για εξωγήϊνους! Και εμμέσως πλην σαφώς αποκαλούσε την Φρόσω, –που αισθανόταν ή άλλως διαφορετικά– περίπου ψυχασθενή.

Ωραίος φιλελεύθερος –σκέφθηκε. Χρυσή Αυγή, Λεβέντης και Νέα Δημοκρατία, Συμμαχία. Όμως η Φρόσω δεν έκλεισε την tv και παρακολούθησε ως το τέλος την διαδικασία στην Βουλή. Περίμενε να ανακαλέσει την γκάφα, να ζητήσει συγνώμη. Κι όμως δεν το έπραξε. Ο καλός της πρόεδρος την απαρνήθηκε. Πριν αλέκτωρ. Όπως λέμε διγλωσσία.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας βέβαια την χαροποίησε. Πολιτικά δεν συμφωνούσε με τις αναλύσεις ότι βγήκε λέει η κυβερνητική παράταξη λαβωμένη. Το αντίθετο πίστεψε. Χαμένη ήταν η Νέα Δημοκρατία. Της φάνηκε να σέρνεται πίσω από ράσα. Της ήλθαν ασυναίσθητα στο μυαλό, κάτι σεξιστικά που έλεγε η Μαρία η Αντωνίου, για φούστες και παντελόνια. Και όλα αυτά, το θέατρο για την καρέκλα, για την εξουσία, για την κάλπη.




Αισθανόταν η Φρόσω, πιο φοβισμένη απ’ ότι πριν. Αισθανόταν προδομένη. Όχι από το φύλο της – αυτό δεν το είχε ποτέ, αλλά από τον φίλο της τον Κυριάκο. «Αν αύριο κερδίσουμε» –σκέφθηκε– θα τοποθετήσουν κόκκινο τηλέφωνο. Με την Μονή Πετράκη και την Μητρόπολη Πειραιώς. Ο ένας θα ρωτάει τον άλλο. Πρώτα να ρωτούν και μετά να νομοθετούν. «Κι’ αν για ένα θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων» υποχώρησαν τόσο γρήγορα και υποτάχθηκαν, αύριο – μεθαύριο, όταν θα γίνουν Κυβέρνηση, πόσο θα αντέξουν στις πιέσεις της Μέρκελ, του μετά Σόϊμπλε, του Πειραιώς; Έτσι σκεφτόταν η Φρόσω. Πιο υποτελής γίνεται; Φιλελεύθερος και straight φυσικά, χωρίς τα ενοχλητικά ΑΤΙΑ*.

Η Φρόσω διαπίστωσε ότι είχε νυχτώσει. Είχε πάει 11 για την ακρίβεια. Ο ουρανός είχε αρκετά άστρα. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο άγαλμα του παππού της, του Αθανασίου Χριστόπουλου. Πάνω από την “Έλλη”. Κανείς δεν ήταν τριγύρω. Το φεγγάρι είχε αρκετό φως ακόμη και άρχισε να απαγγέλει: «πλούτον δεν θέλω, δόξαν δεν θέλω, ούτ’ εξουσίαν, ποτέ καμμίαν… θέλω ειρήνην, ψυχής γαλήνην, χορούς Ερώτων, Βάκχους και κρότον». 

Η Φρόσω σήκωσε το βλέμμα της στην γενειάδα του αγάλματος προς τον ουρανό. Όταν είδε κάτι αστραφτερό να πέφτει, να μετακινείται. «Εξωγήϊνοι» σκέφθηκε. «Από παντού, μας πολιορκούν» εξωγήϊνοι.  Εξωγήϊνοι, σε Υμηττό, Παρνασσό και Βίτσι. Μειδίασε και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ήταν πια πολύ αργά. Η μέρα (νύχτα για την ακρίβεια) έδειχνε ακόμη 10 Οκτωβρίου 2017.


Υ.Γ. Κάθε συνωνυμία και συσχετισμός με πρόσωπα, αξιώματα και γεγονότα –πλην της πόλης της Καστοριάς– είναι εντελώς συμπτωματική. Άλλωστε, οι πιο πολλοί, ασφαλώς θα πιστεύουν ότι, Φρόσω δεν υπήρξε ποτέ. 



Φωτογραφία: Grant Wood  (1891–1942) American Gothic  (Γκραντ Γουντ, Αμερικανικό Γοτθικό) 1930, Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο, ΗΠΑ.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 12 Οκτωβρίου 2017, αρ. φύλλου 905



(*) ΑΤΙΑ: Αγνώστου Ταυτότητος Ιπτάμενα Αντικείμενα (UFO). 



Σχετικά:

5 σχόλια:

  1. Δημήτρης Ιωαννίδης [facebook]16/4/18

    Όσο λιγότερο σ' ενοχλούν, τόσο πιο ευτυχισμένος είσαι!
    ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Από τα καλύτερα που έχουν γραφεί για το θέμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αναστασία Γιαμπάνη [facebook]16/4/18

    Από τότε που κατάλαβα πραγματικά τους ανθρώπους αγάπησα πολύ την μοναξιά μου. Είναι ένα είδος ελευθερίας. Και ερώτηση ;;;; Τελικά δεν κατάλαβα το πρόβλημα της Φρόσως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος16/4/18

    Τέτοιο κείμενο στο ΚαστορΙΡΑΝ???!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Maryanne Mousiadou [facebook]17/4/18

    Κι εγώ δεν κατάλαβα το πρόβλημα. Γιατί ήταν διαφορετική η Φρόσω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.