26/6/08

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Ήταν άγιος ο Μαυρίκιος;

Πράξη πρώτη

Ένα νησί στον Ινδικό, καυτό απ΄ το σφιχτό αγκάλιασμα του ήλιου και ιδρωμένο, όχι μόνο στους κόρφους, στις αμασχάλες και στις πεδινές κοιλιές, αλλά παντού. Στάζει, πρωί- πρωί, αχνιστή δροσιά κι αρώματα. Όταν κατέβηκαν εκεί οι Ισπανοί κι οι Ολλανδέζοι οι μυρωδιές ήταν που τους κέντρισαν τη μύτη δυνατά ενώ τα μάτια τους γέμισαν απ’ την εικόνα των ευρύκορμων κι αψηλών δένδρων. Ήσαν οι έβενοι˙ το χρώμα τους ίδιο σκοτεινό με τη μαυριδερή γης που βγήκε λιπασμένη απ’ την κοιλιά του ηφαίστειου.

Καημένοι πρωτοάποικοι! Των αρχηγών και των Βασιλιάδων τη φιλοδοξία τάχτηκαν να υπηρετήσουν. Αυτοί μονάχα ήτανε πεινασμένοι για καινούργια γης γιατί η παλιά, η Ευρωπαϊκή, τους έδιωχνε από καιρό. Τον έναν γιατί έκλεψε, τον άλλον γιατί σκότωσε κι όλους μαζί γιατί ήταν φτωχοί στα υλικά και στο κουμάντο του μυαλού. Κι ήρθαν εδώ και κολύμπησαν σε λάγνες θάλασσες, με πλήθος ψάρια, διακοσμημένες με κοράλλια που μπλέκονταν μεταξύ τους, εκεί, γύρω απ’ τις ακτές κι έκαναν έναν φράχτη μακρύ και στριφογυριστό για να μην φτάνει το μεγάλο κύμα τη στεριά. Οι αυτόχθονες, νησιώτες με μαύρο δέρμα, καλά προφυλαγμένοι από του ήλιου τα φιλιά, τους κοίταζαν με χάζι στην αρχή κι αργότερα με φόβο.
Καημένοι αυτόχθονες! Τους έβαλαν για εκείνους να δουλεύουν κι ένοιωσαν σαν τα δικά μας βόδια στο ζυγό. Κι έμαθαν τι πάει να πει καταπίεση από λευκό και πώς η άχρωμη φυλή συνήθισε να διαφεντεύει τον πλανήτη: με το στανιό ή με την πονηριά˙ στην πονηριά όμως έκαναν οικονομία, την κρατούσαν για τις μεταξύ τους δοσοληψίες, και το στανιό περίσσευε.

Κι έμαθαν να χτίζουν σπίτια για του άχρωμους, να κόβουν δένδρα άχρι τελευταίου, να φτιάχνουν πλοία, σαν τα Ισπανικά, τα Γαλλικά, τα Εγγλέζικα. Τις γυναίκες τους, φουρφουρωτές και μυρωδάτες, σαν μαύρα τριαντάφυλλα, τις έμαθαν να σκάβουν το χώμα, να νοικοκυρεύουν κι όταν τελείωναν με τις δουλειές τις έκλεβαν τον έρωτα. Τους δίδαξαν να μιλούν Γαλλικά κι Εγγλέζικα που εκείνοι για καλύτερα τα ταίριαζαν με τη δική τους γλώσσα. Για χρόνια όμως δεν ξεχώριζαν τι φοβούνταν περισσότερο: τη μπουρού των καραβιών που πλησίαζαν ή την λάβα που βρυχιόταν όταν χύνονταν από την κορφή του μεγάλου βουνού. Είχαν ξεμακρύνει απ’ την δαγκάνα της φύσης και τους γράπωσε η αρπάγη των ανθρώπων. Σ’ όλα όμως συνηθίζει κανείς. Κι έτσι έγινε: πηγαινοέρχονταν ολημερίς, χωρίς χαμόγελο όμως. Αυτό ήταν το τίμημα της δουλείας;

Το βράδυ όμως όλα άλλαζαν κι αναδύονταν φρεσκογεννημένοι μέσα από την αγκαλιά της ημερήσιας ραστώνης. Τραγούδια ακούγονταν και τα ταμ-ταμ, φτιαγμένα από κούφιο ξύλο, έβγαζαν αυτό τον αναθεματισμένο θόρυβο, που έκανε τους ντόπιους να κουνούν τους γοφούς πέρα δώθε, και τους καινουργιοφερμένους να βουλώνουν τ’ αυτιά. Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν από τα γρυλίσματα των άγριων ζώων και δεν ήταν δυνατόν να ξεδιψάσουν πίνοντας από το χλιαρό νερό που έμοιαζε με απονέρι ξεχασμένης ανθοδόχης. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φύγουν.

Πράξη δεύτερη

Ξέρετε πως είναι τα ταξίδια κάποιων εργαζόμενων: ολημερίς δουλειά και μόλις παρουσιαστεί η ευκαιρία φεύγουνε για άγνωστους και μακρινούς προορισμούς: όπως ο Άγιος Μαυρίκιος. Εκεί όμως δεν είναι όπως στην Ελλάδα με τα ταβερνάκια σκορπισμένα στ’ ακρογιάλια, με τόσα rooms for rent κι από δίπλα να ξεφυτρώνουν χλιδάτες βίλες. Κι όλα σε απόσταση αναπνοής, στα πόδια μας˙ μια άναρχη Ελληνική δημοκρατική συνύπαρξη των πάντων. Εδώ το ξενοδοχειακό συγκρότημα είναι Ελβετικών συμφερόντων, καλά περιφραγμένο και φρουρούμενο νυχθημερόν. Αποτελείται από πολυτελείς καλύβες που διαθέτουν τζακούζι, ιδιαίτερο κήπο και πρόσβαση στη θάλασσα. Συνδέονται μεταξύ τους με γεφυράκια και πλακόστρωτα που μιμούνται επιτυχώς ευρωπαϊκούς κήπους. Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι είναι απλά υπηρέτες και βλέπεις καθαρά στα μάτια τους ότι αισθάνονται σαν τηλεμεταφερόμενοι από άλλον πλανήτη: από τον κόσμο της δικής τους φτώχειας στον πλανήτη της αφθονίας των άλλων. Παραέξω τα σπίτια τους είναι φτιαγμένα με ξασβέστωτες τσιμεντογωνίες, τα παιδιά τους ξυπόλυτα, οι μεγαλύτεροι χωρίς δόντια˙ είναι οι παραμελημένοι μισθοφόροι της εξυπηρέτησης των λευκών. Ανάβουν για χάρη τους φωτιές στις βραδινές παραλίες, παίζουν τα ταμ-ταμ, μαγειρεύουν εξωτικά φαγητά που πιθανόν εφεύραν Ελβετοί σεφ. Το πόσο εύκολα συνηθίζει κανείς στην καλοπέραση δε λέγεται: να σου βάζουν την πετσέτα στα πόδια , το πιρούνι στο χέρι, να σε παρακολουθούν με την ελπίδα να τους αφήσεις να σε περιποιηθούν όπως μόνο αυτοί επιβάλλεται να ξέρουν. Και …τελικά να σε πείθουν να αισθανθείς προνομιούχος, ξεχωριστός. Και συχνά το καταφέρνουν.

Κοιτούσα το ξύλινο περίτεχνο ταβάνι που ήταν ο ουρανός του κρεβατιού μου και χάζευα τα σκαλίσματα που απεικόνιζαν φύλλα βαθύσκιωτων δένδρων και που επαναλαμβάνονταν στα πόδια και στις τάβλες των τραπεζιών. Στο τραπέζι της διπλανής καλύβας φαίνονταν το ομοίωμα παλιού Γαλλικού καραβιού, σα να ήταν έτοιμο ν’ αρμενίσει στον ωκεανό που αγνάντευα από το μπαλκόνι μου και που περιέκλειε το νησί, πότε χαϊδεύοντας το και πότε απειλώντας το. Θρύμματα από κοράλλια μπερδεύονταν ανάμεσα στην πρασινάδα που κατέβαινε ακάθεκτη για να αναμετρηθεί με τ’ αρμυρό νερό. Την βλάστηση εδώ δεν προσπαθούσαν να την συντηρήσουν όπως στον τόπο μας, αλλά όλο την αραίωναν κι όλο της έβαζαν εμπόδια για να μην τα πνίξει όλα. Μου άρεσε πολύ ένας καρπός σαν βελανίδι: σκληρός και περίκλειστος, πιο ραφινάτος όμως, σαν κέντημα της φύσης. Τον έκρυψα στην παλάμη μου κι ύστερα τον έβαλα να στολίζει τα χαρτιά μου. Αυτός ήταν που με συμφιλίωσε μ’ όλα γύρω. Τον διάλεξα, δεν μου τον έδωσε κανείς κι αντικατοπτρίστηκε μεσ’ το μυαλό μου με τα βελανίδια της Ελλαδικής αυλής μου. Κι οι γάτες μου άρεσαν πολύ. Τις είδαμε έξω από έναν Βουδιστικό ναό, δίπλα στη λίμνη που γέμισε με τα νερά της το κενό του ανενεργού ηφαίστειου. Εκεί στο ακρόλιμνο τίναζαν με ενστικτώδη μαστοριά τα πόδια τους και γράπωναν μικρά ψαράκια που τα κατάπιναν ολόκληρα, σα να φοβούνταν μη τους φύγουν απ’ το στόμα.

Και λίγο παρά πέρα είδαμε ένα κομμάτι γης γυμνό από βλάστηση, ντυμένο όμως με χρώματα κυανά , πορφυρά, μενεξελιά. Ήταν οι όψεις των μετάλλων που τα ανάβλυσε το χώμα κι ο χρόνος τα συγκράτησε αναλλοίωτα.
Και μια άλλη, ιδιαίτερα ζουμερή βροχή απολαύσαμε˙ έσταζε ρυθμικά και τα μούσκευε όλα βαθειά, μέχρι το κόκαλο. Τα πλατιά φύλλα των λουλουδιών κρατούσαν για ώρα το νερό, μεθυσμένα από την γαργαλιστική του ρευστότητα, αργοπορώντας, όσο ήταν δυνατόν, την κάθοδό του στο χώμα.
Κι εμείς εκεί, βέβαια: ο καθένας είχε σύρει τον εαυτό του μέχρι τον Ινδικό, με ό,τι καλό και ό,τι κακό είχε αποθηκεύσει επάνω του˙ με ανεβασμένη διάθεση και χωρίς, μ’ ευγενείς κι αγενείς συμπεριφορές και με ανθρώπινο γλυκό πρόσωπο κάποτε. Η περιήγηση, άλλωστε, είναι στο αίμα μας, αφού όλοι περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι κάποιου Οδυσσέα.

Ένα δεν είδαμε: έβενους. Ελπίζω να υπάρχει κρυμμένος στο χώμα ένας τους σπόρος κι όταν ξαναπάμε να έχει βλαστίσει. Κι οι άνθρωποι να είναι αλλιώς: να έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω το χαμόγελό τους.

[δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 29.5.2008]

1 σχόλιο:

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.