11.4.09

ΑΝΔΡΕΑ ΒΙΤΟΥΛΑ: Μεγάλη Τεσσαρακοστή: επ-αναστατικό οδοιπορικό εξέγερσης

περίσσεια δρόμων
απουσία συνάντησης

(σύνθημα αναρχικών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, τέλη '90)


Τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου, πέραν των αντικρουόμενων αποτιμήσεων, έθεσαν επιτακτικά το ζήτημα της κρίσης της κοινωνίας και των θεσμών της. Στην ακατάσχετη και αδιέξοδη φλυαρία των τετριμμένων σχολίων για τον δεκεμβριανό σπασμό της νοσούσης κοινωνίας, η Εκκλησία εδώ και είκοσι αιώνες καταθέτει ακούραστα και μαρτυρικά τη δική της εξεγερτική πρόταση. Αυτή που συνοψίζεται στη ρήση του Δαυίδ προς τον Θεό: "εξεγέρθητι εις συνάντησίν μου" (Ψ. 58, 5). Ολόκληρο το γεγονός της Εκκλησίας περιέχεται σ’ αυτή την ιλιγγιώδους νοήματος φράση.

Η εξέγερση γίνεται παράκληση στα χείλη του Δαυίδ και καθορίζεται συγχρόνως και ο σκοπός της: η προσωπική του συνάντηση με τον Θεό. Αυτή αποτελεί για την Εκκλησία την κατεξοχήν επαναστατική δράση του ανθρώπου, γιατί τον ανασταίνει από το επίπεδο της αυτάρεσκης εγώκλειστης μονάδας στο πολυεπίπεδο της ερωτικής του αυτοπροσφοράς στον άλλο. Αυτό δεν είναι μια ρομαντική ιδεολογική επιλογή ενός θρησκευτικού θεσμού αλλά ο ίδιος ο τρόπος ύπαρξης του Θεού. "Δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος, έξω εαυτού γίνεται" ο Θεός, τονίζει ο άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης (Περί θείων ονομάτων). Είναι ακριβώς αυτή η υπερβολή, το περίσσεμα του έρωτα, που συνιστά την αιτία της δημιουργίας. Ο κόσμος και ο άνθρωπος υπάρχουν ως το υλικό ξεχείλισμα της αγάπης του Θεού. Αυτή η ερωτική έκρηξη κοινωνικότητας μπορεί να απαντηθεί μόνο με τον ίδιο τρόπο.

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή λοιπόν δεν είναι παρά η εντατικοποίηση αυτού του τρόπου απάντησης στο κάλεσμα του Θεού για προσωπική συνάντηση. Μέχρι τον τελικό σκοπό της επανάστασης είναι ανάγκη να πυροδοτηθούν νωρίτερα εστίες εξέγερσης, που όλες μαζί θα συνθέσουν και θα πραγματοποιήσουν το ψηφιδωτό της τελικής ανατροπής, της νίκης του θανάτου. Γιατί ο θάνατος είναι σχάση που θεραπεύεται μόνο με σχέση-συνάντηση. Στην πορεία αυτή η Εκκλησία έχει θέσει πέντε μεγάλους σταθμούς νοηματοδότησης του αγώνα. Στα έρημα εδάφη της ύπαρξης, όπου και διεξάγεται το αντάρτικο έναντι του θανάτου, οι πέντε Κυριακές της Σαρακοστής είναι καθοριστικά στοιχεία προσανατολισμού.

Την πρώτη Κυριακή τιμάται η αναστήλωση των ιερών εικόνων. Στην εύπεπτη εικονική πραγματικότητα της εποχής μας συχνά οι εικόνες θεωρούνται από πολλούς ένα ξερό σύμβολο ειδωλολατρικής παράχρησης. Όμως η βυζαντινή εικόνα είναι υλική φανέρωση ολόκληρης της αλήθειας για τον κόσμο και τον άνθρωπο, που η διεξοδική της ανάλυση θα γέμιζε τόμους. Εδώ θα αρκεστούμε μόνο στην επιγραμματική διατύπωση της καταξίωσης της ύλης (η άρνησή της είναι αίρεση για την Εκκλησία) και περισσότερο στη σημασία της για τον άνθρωπο.

Το ότι ο άνθρωπος εικονίζει τον Δημιουργό του αυτό σημαίνει ότι μόνος αυτός διαθέτει σε όλη την κτίση συγγένεια και γι’ αυτό δυνατότητα προσωπικής σχέσης με τον Θεό. Η σχέση συγκεφαλαιώνει τον σκοπό της εξέγερσης, ο οποίος για να πραγματοποιηθεί απαιτεί την ενεργοποίηση συγκεκριμένων δυνατοτήτων. Αυτές είναι οι συνιστώσες του λεγόμενου κατ’ εικόνα και είναι τα ιδιαίτερα Θεόσδοτα χαρίσματα του ανθρώπου με τα οποία θα επιτευχθεί η επανάσταση της συνάντησης. Είναι η λογική, η ελευθερία και η δημιουργικότητα (η δυνατότητα δημιουργίας πολιτισμού) που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από την υπόλοιπη κτίση. Ο εικονιζόμενος Χριστός είναι η πηγή και η καταξίωση των χαρακτηριστικών αυτών. Η λογική, η ελευθερία και η δημιουργικότητά Του εκφράστηκαν με την ενανθρώπησή Του, με το αποκορύφωμα δηλαδή της κοινωνικότητάς Του. Γι’ αυτό εικονίζονται μαζί με τον Χριστό και όλοι όσοι πραγματοποίησαν τη ζωή τους ως άνευ όρων αγαπητική κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους. Αυτοί είναι οι άγιοι, που κατέστησαν τον εαυτό τους διάφανο, ώστε να εικονίζουν τελικά τον εραστή και ερώμενο Θεό και όχι τον εαυτό τους. Οι εικόνες λοιπόν αποτελούν την παντιέρα της εξέγερσης, καθώς συνοψίζουν τον ποθούμενο σκοπό, τη συνάντηση και επίτευξη της προσωπικής σχέσης με τον Θεό και τις, λιγότερο ή περισσότερο, αμαυρωμένες εικόνες Του, τον καθένα ξεχωριστά.

Δεύτερος σταθμός στο σαρακοστιανό οδοιπορικό τίθεται ακριβώς το πρώτο από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά του κατ’ εικόνα, η λογική. Στο πρόσωπο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που τιμάται την ημέρα αυτή, προβάλλεται η προϋπόθεση, η προκαταρκτική αιτία της σχέσης. Η λογική, που εκθείασε και αριστοτεχνικά πραγματεύτηκε στο πλούσιο έργο του ο άγιος Γρηγόριος, δεν διαθέτει την παραμικρή ομοιότητα με την εργαλειακή και ειδωλοποιημένη λογική του στενοκέφαλου ορθολογισμού. Η λογική της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι ο τρόπος ύπαρξης που τίθεται καταφατικά και παρακλητικά έναντι του κατεξοχήν προσώπου, του Χριστού, του Λόγου του Θεού, αλλά και και κάθε προσώπου. Είναι ο όλος άνθρωπος, και όχι μόνο η διανοητική του δυνατότητα. Στο πλαίσιο αυτό γνωρίζουμε όσο σχετιζόμαστε και λογικό είναι μόνο ό,τι διακονεί και προάγει την απρόσκοπτη συνάντηση. Σε αυτή την υπαρξιακή, και όχι στοχαστική, πορεία θέτει κωλύματα η εξουσιαστική φιλαυτία, που αρνείται πεισματικά να κενωθεί, ώστε η αυτομείωση να συνχωρέσει τον άλλο. Γι’ αυτό και η πραγματική λογική αναδύεται στη σταυρική εκθεμελίωση κάθε υπερτροφικής μετάστασης του εαυτού στον πλησίον.

Η ασκητική άρση όλων των παράλογων (και γι’ αυτό αντικοινωνικών) αστοχιών δεν είναι συνεπώς ένα δεδομένο ή ένα συναισθηματικό εγχείρημα. Η αποδέσμευση από τους εξουσιαστικούς εκφυλισμούς του εαυτού, που συνιστά την πραγματική ελευθερία, είναι ανάβαση στον Γολγοθά. Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι τιμωρία ή μαζοχιστικό σύνδρομο αλλά η κορύφωση της ελευθερίας. Αν κάθε σχέση τόσο αληθεύει όσο περιστέλλεται ο εγωικός δεσποτισμός, τότε ο Σταυρός, η εκούσια μαρτυρική αυτοπαραίτηση, αναδεικνύεται ως ο πλέον αυθεντικός τρόπος για να ευδοκιμήσει η κοινωνία. Η συγκλονιστική εμπειρία της εγκατάλειψης που βιώνει ο Χριστός στον Σταυρό μαρτυρά το εξαντλητικό τάνισμα του εαυτού για να συμπεριλάβει τον άλλο. Η εξεγερτική αυτή ελευθερία από τις αγκυλώσεις του συνεσταλμένου στα όριά του εαυτού, προβάλλεται από την Εκκλησία την τρίτη Κυριακή των νηστειών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το μέσο, ο αυτουργός της ελευθερίας Σταυρός, κατέχει την κεντρική θέση χρονικά στην περίοδο της Σαρακοστής.

Μετά την προϋπόθεση του γεγονότος της συνάντησης (Β´ Κυριακή) και το μέσο αυτής (Γ´ Κυριακή) επόμενος σταθμός είναι ο χώρος εκδίπλωσής της. Συναντιόμαστε κατά την δημιουργική μας ορμή. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουμε γύρω μας αποτελεί έκφανση της δημιουργικής μας φοράς. Άρα αναλόγως των δημιουργικών μας προτεραιοτήτων είτε ευνοούμε την σχέση είτε την υπονομεύουμε. Κριτήριο αναδεικνύεται το σταυρικό-θυσιαστικό φρόνημα, που δεν αποτελεί ένα ψυχολογικό κεκτημένο αλλά τρόπο πραγμάτωσης της ζωής. Κάθε σκέψη, λόγος και πράξη εμφορείται λιγότερο ή περισσότερο από το φρόνημα αυτό και προσδίδει αναλόγως θετικό ή αρνητικό πρόσημο στην έμφυτη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Η εξέγερση ενάντια σε όλα αυτά τα στοιχεία, που παρεισφρύουν στη δημιουργικότητα (στον τρόπο του βίου) και ευθύνονται για τον εκτροχιασμό της από την κοινωνία στην εγωική ιδιώτευση, πραγματοποιείται με την άσκηση. Η οδός αυτή είναι η πλέον δημιουργική, αφού μάχεται την ιδιοτέλεια, τη χρησιμοθηρία, την επιβολή, την υποκρισία και ό,τι συνήθως μαγαρίζει την τέχνη της ζωής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία προβάλλει την Δ´ Κυριακή των νηστειών έναν ασκητή, τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, συγγραφέα ενός σπουδαίου έργου ασκητικής πείρας, της Κλίμακας. Η δημιουργική ολοκλήρωση για τον άγιο Ιωάννη συνίσταται στο να σκιρτά ο άνθρωπος "δια το πλήθος του έρωτος" (Λόγος Λ´). Αυτή η "μακαρία μανία", όπως αναφέρει στον ίδιο λόγο, είναι ο σκοπός της ύπαρξης και της δημιουργικής της έφεσης.

Ο τελικός σκοπός της συνάντησης και της κοινωνίας των προσώπων, όπως και οι προηγούμενες συνιστώσες της σχέσης, δεν θα μπορούσε να προβάλλεται παρά και πάλι από ένα πρόσωπο. Στον Ε´ σταθμό της Μ. Τεσσαρακοστής τιμάται η οσία Μαρία η Αιγυπτία. Στη βιοτή της συνοψίζεται όχι μόνο ο ποθούμενος σκοπός της σχέσης, η αγαπητική κοινωνία, αλλά και τα τρία προαναφερθέντα χαρακτηριστικά του κατ’ εικόνα. Η λογική, η ελευθερία και η δημιουργικότητα, όσος κόπος και να καταβληθεί για να προαχθούν και να τεθούν στην υπηρεσία του πλησίον, αν δεν στοχεύουν και δεν καταλήγουν στον ακρότατο έρωτα του Θεού, λοξοδρομούν προς την πορνεία. Γιατί πορνεία για την Εκκλησία είναι πρωτίστως η υποκατάσταση του προσώπου του Θεού και της σχέσης μαζί Του από κάθε είδους είδωλα. Αυτό αναφέρει ρητά και πάλι ο Δαυίδ ψέγοντας τους προγόνους του ότι "επόρνευσαν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών". (Ψ. 105, 36-39) Η αυτοθέωση, με άλλα λόγια, είναι η ειδεχθέστερη μορφή πορνείας και ο πλέον ανασταλτικός παράγοντας της συνάντησης. Αυτό ήταν κυρίως που εμπόδισε την πόρνη Μαρία την Αιγυπτία να εισέλθει στο ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα. Ο απύθμενος ναρκισσισμός και ο αυτοσκοπός της ηδονής ναρκοθετούν τη σχέση, μεταχειρίζονται τους άλλους προς ίδια εξυπηρέτηση. Αυτό αντιλαμβάνεται η οσία Μαρία εγκαίρως και ολοκληρωτικά και μεταβαίνει στην έρημο, όπου εκεί ξεθεμελιώνει ματώνοντας την πορνική της αυτολατρία και την μεταμορφώνει σε λατρεία αγάπης του μόνου Θεού. Με τον ιδρώτα της χαράσσει τα όρια στα οποία μπορεί να ευοδωθεί η πραγματική συνάντηση κι αυτά δεν περιορίζουν αλλά περιφρουρούν την αγαπητική λήθη του εαυτού για το ζωντάνεμά του στη διαρκή θύμηση του άλλου.

Η έκβαση των εξεγέρσεων έναντι του καθεστώτος του ειδωλοποιημένου εαυτού (εγώ) θα κρίνει και την επανάσταση της συνάντησης. Πάσχα σημαίνει πέρασμα και η διάβαση από τις στενωπούς της ατομικής αυτάρκειας προς τον άλλο συνιστά άθλημα κοπιώδες. Στην πληθώρα των δρόμων-διαύλων για τη συνάντηση η Εκκλησία προτείνει την εξεγερτική μεταμόρφωση της εγωικής μονάδας σε πρόσωπο. Μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να εικονίσει αυτή τη συναρπαστική για τη ζωή προοπτική:

αυτό το πρόσωπο,
για να δείξει,
θέλει κορνίζα αιμάτινη

Κική Δημουλά
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 26 Μαρτίου 2009.






Σχετικά κείμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.