12.5.09

ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ: Ρέκβιεμ - Τρεις Επιτάφιοι κι ένας… τέταρτος

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ
(DIES IRAE)

Έχει αποκάμει και τώρα γέρνει μπροστά το κορμί βήχοντας με ανακούφιση σ’ αυτήν την επιτηδευμένη κι ολότελα επινοημένη γυμναστική των πνευμόνων. Που είναι όμως και μια άσκηση από μακρού ενάντια στη σιωπή. Βγάζει τα πρεσβυωπικά γυαλιά και πιάνει στα χέρια του το πακέτο με τα τσιγάρα. Μπροστά του η παμπάλαια γραφομηχανή περιμένει μ’ ολάνοιχτο στόμα να την ταΐσει λέξεις. Μια απαιτητική γριά, σύντροφος στο απλήρωτο μεροδούλι, ακούραστη και υπομονετική στο πνευματικό συσσίτιο. Πιο κει τρία τέσσερα κουτιά με χάπια: Θεοφυλλίνη και τα συναφή εισπνεόμενα διασταλτικά των βρόγχων. Οι γιατροί φρόντισαν για την πληρέστερη εισπνοή αυτής της -στάσιμης, θανατερής και όζουσας μάζας αέρος του υπογείου. Που ποτέ δε θα μοιάζει με τις ριπές από το βουνίσιο αεράκι που φυσά αυτοδίκαια. Και παντοτεινά θα υπάρχει για να διατάζει: Απολέλυσαι της ασθενείας σου!

Σ’ αυτό το κατώγι ζει αγαπητοί μου ένας ποιητής! Η μούχλα ετούτης της πολυκατοικίας που σε πιάνει από τη μύτη την ώρα που διαβαίνεις την πόρτα, μαζί με τη μυρωδιά πετρελαίου από το λεβητοστάσιο, ακολουθεί μέχρι εδώ κάτω τον Νίκο Καρούζο. Σ’ αυτό το είδος άγριας απομόνωσης, στην υγρή φυλακή που ετοιμάστηκε για έναν ακόμα άνθρωπο που θέλησε απλώς «να γράψει τ’ όνομά του πάνω στο νερό»…
Απ’ αυτή τη σιωπή εδώ κάτω προβάλουν οι λέξεις. Χωρίς να αναδύεται καμιά δυστυχία, κανένα μικρόψυχο: «εμείς οι καημένοι». Κι όταν ο Νίκος Καρούζος πιάνει στα χέρια του εκείνο το διαλυμένο πικάπ με το μονοφωνικό ηχείο και το ετοιμάζει, μοιάζει σα να τακτοποιεί στη σκηνή μια εκατονταμελή και βάλε χορωδία, την ορχήστρα καθώς και τον Μπρούνο Βάλτερ στο πόντιουμ .

Για ν’ ακουστεί ξανά -σαν ξάφνιασμα από βέλος που περνά ξυστά στο αυτί- από Τα Κατά Ματθαίον Πάθη η φωνή Erbarme dich Mein Gott («Λυπήσου με Θεέ μου»). Kι η φωνή αυτή εξυψώνεται και μεγεθύνεται και καθώς δε χωρά στο κατώγι εκρήγνυται και βγαίνει μέσ’ από τον ανοιχτό φεγγίτη σκορπίζοντας στα πόδια των περαστικών. Από δω κάτω διακρίνεις μονάχα τα παπούτσια των διερχομένων κι ένα μέρος από τις σουλατσαδόρικες γάμπες τους. Με το καλτσάκι τους τεζαρισμένο, την τσάκιση στο παντελόνι ονειρώδη, τα τακουνάκια τους άψογα και τη ραφή του καλσόν προσεγμένη στο μέσον ακριβώς. Αν είσαι προσεκτικός μπορείς να διαβάσεις μέχρι και τις σόλες των παπουτσιών τους. (Τι έχουν πατήσει όλοι ετούτοι οι άνθρωποι…)

Από τόσο χαμηλά λοιπόν βλέπει ο ποιητής. Και τόσο χαμηλά η πολυπληθής Αθήνα, των αρειμανίων καταναλωτών ευτυχίας και πνευματικώς αργομίσθων, έχει ορίσει να κατοικούν η ποίηση κι η μουσική. Από τόσο χαμηλά υψώνεται κι ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ για να ακμάσει σε λίγο ως «βασιλική δρυς». Νότα τη νότα χτίζεται το μεγαλείο, λέξη τη λέξη ορθοδομούνται οι μεγαλοπρεπείς ναοί των ποιητών:

Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
Χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω από το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης

Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα προχωρημένο. Για να ξεμουδιάσει απόψε και ν’ αναπνεύσει -κι αφού δεν το κατάφερε να βρεθεί στην εκκλησιά - αποφασίζει ν’ ανέβει στο δρόμο για λίγο. Στο ταπεινό εκκλησάκι που συνήθιζε να πηγαίνει όλα τα χρόνια μαζεύονται τελευταία κάμποσοι νεόπλουτοι και ξιπασμένοι αγράμματοι με κινητά που ηχούν διαρκώς ( με μοδάτο ντύσιμο του ενός πιο καλό από του άλλου και πιο λουστρίνι το υπόδημα και πιο τριζάτο). Α! αυτό το γνωρίζει πολύ καλά… Ο υποκάτω τους, αυτός που ζει τόσα χρόνια στο κατώγι: το ξέρει το πολυτελές πατούμενό τους! Μα δεν μισεί τίποτα απ’ όλα αυτά κι ούτε υποφέρει. Απλώς αδιαφορεί. Ρίχνει το σακάκι στον ώμο και βγαίνει στο σούρουπο. Πέφτει απάνω στην ώρα της περιφοράς και συνωθείται μαζί μ’ άλλους δυο στο στενό πεζοδρόμιο Λιτοχώρου με Ιωαννίνων. Παρακολουθούν με συντριβή και ακροώνται σαν σιγανή βροχή τα σερνάμενα μικρά βήματα και την πομπή του Επιταφίου που διέρχεται .

Κλίνει την κεφαλή ο ποιητής των υπογείων:
Κύριε ανήκα στους εχθρούς σου…

Ο ΜΗΤΣΟΣ
(LACRYMOSA)

Τον ακούω από τον φωταγωγό. Η φωνή του ν’ ανεβαίνει
ως μαθητευόμενου ψαλμωδού ένρινη και βαθιά εσπερινή συνήθως, σαν από χωνί περασμένη θαρρείς ηλεκτρονική. Μαζί της αναδύεται σχεδόν πάντοτε μυρωδιά από τηγανητές πατάτες και αυγά μάτια. Προσπαθεί να αγγίξει το λυγμικό Αχ του Καζαντζίδη η να μιμηθεί άλλων λαϊκών αοιδών τις κορώνες. Ένας μοναχικός άνθρωπος είναι ο Μήτσος που μένει από κάτω. Πόσο κάτω; «Στο μείον δύο» λένε. Που σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πιάνει ούτε τη βάση στα κοινωνικά. Δηλονότι στον μείον δύο όροφο έχουμε οκτώ -μη πω δέκα - μέτρα υποκάτω της γης. Πιο κάτω κι από τους πεθαμένους τον Χριστιανικό θάνατο. Ωστόσο στα θετικά της υποθέσεως θα πρέπει να λογίζεται κι εκείνο το παράθυρο που κοιτάζει στο ρέμα , στο χώρο δηλαδή αποβολής ανεπιθύμητων υγρών και σαβούρας πάσης φύσεως από τους χωριάτες που κατοικούν αυτή την πόλη.

Η γυναίκα ποτέ δεν πρέπει να υπήρξε στη ζωή του. Συγγενείς και φίλοι μάκρυναν πια. Δουλεύει από τα χαράματα μέχρι αργά τ’ απόγευμα στη βιοτεχνία κι έρχεται να ζαρώσει στο υπόγειό του. Βγαίνει σπανίως από δω σαν αράχνη ή σαρανταποδαρούσα, μπορεί και σαν ποντικός ή βδελυρή κατσαρίδα. Ένα ενοχλητικό απόβλητο της λαμπρής και αειφόρου κοινωνίας που εξαφανίζεται εδώ κάτω. Εδώ που κρατά μαζί του θαμμένες μιας ζωής τις ματαιώσεις και τα διακυβεύματα- αν πράγματι αυτά ποτέ υπήρξαν.
Τα φυλάγει σαν παλιές φωτογραφίες, δροσερές και στημένες στιγμές του παρελθόντος. Μνήμες τσιτωμένες σαν ρόγες παρθενικές μπροστά στην ηδονή. Κι όταν βρίσκεται την κουζίνα ή το μπάνιο δεν παραλείπει να τραγουδήσει σίγουρος πως όλοι ακούμε το απέραντο παράπονο χωρίς τις αιτίες του.
Στο κάλεσμα του Επιταφίου που περνούσε πώς να μη βγει; Με τόσα θαμμένα και άδοξα παρατημένα εντός του ενθύμια μιας ζωής ολόκληρης ανάμεσα στ’ ανοιξιάτικα νεκρολούλουδα …
Στάθηκε ανύποπτος δίπλα στον Νίκο Καρούζο στο πεζοδρόμιο εκείνο.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
(OFFERTORIUM)

Σπούδασε και άσκησε λένε Ψυχανάλυση για μια εικοσαετία στο Παρίσι. Μαθητής της Μαρίας Βοναπάρτη, λίγο έλειψε βασίλισσας της Ελλάδος και άξιας μαθήτριας του Σίγκμουντ Φρόϋντ. Πολυμαθής και βαθιά μορφωμένος , ακέραιος, ικανός, συγγραφέας πολλών βιβλίων και αντεπιστέλλον μέλος όλων σχεδόν των εταιριών της Ψυχαναλυτικής επιστήμης. Είναι ο Ψυχίατρος των… Ψυχιάτρων ! Κι έχει αποστολή και χρέος να θεραπεύει τους γιατρούς.
Είναι η σιδηρά πανοπλία που πάνω της αντανακλάται η εμπάθεια και κόβει δρόμο.
Είναι ο Βελερεφόντης, ο Αη Δημήτρης των κουρσεμένων ιατρικών κάστρων που φανερώνεται έφιππος μέσα στις χορευτικές φωταύγειες του πολικού Σέλαος. Όταν τα όνειρα κι οι σκοτεινές αιχμές του ασύνειδου έχουν πια διαπεράσει τον περήφανο θώρακα των θυμάτων τους...

Τον έχουν πει –προφανώς αστειευόμενοι χυδαία οι αρνητές και οι αντίπαλοί του –«χωματερή των παθών» και «ενεχυροδανειστή των ονείρων». Κάθε βράδυ στην πολυκατοικία όπου ζει και εργάζεται, λίγοι σιωπηλοί άνθρωποι χτυπάνε το κουδούνι της βαριάς και σκοτεινής εισόδου. Ανεβαίνουν βαρύθυμοι τις σκάλες και τον συναντούν στο υποβλητικό του γραφείο που μοιάζει με αίθουσα του θρόνου. Έχουν μπροστά τους πλέον εκείνον που συλλαμβάνει τις σκοτεινές πτυχές των ονείρων. Κι αφού τ’ όνειρο είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας αυτός είναι που αναλαμβάνει να αλυσοδέσει -το λέει όμως καλύτερα εκείνος : «να χειρισθεί»- τις σκοτεινές ψυχικές υποθέσεις ασθενών και γιατρών αντάμα. Σ’ εκείνον λοιπόν τον άνθρωπο μονάχα μπορούν κι εμπιστεύονται οι θεραπευτές να καταθέσουν το αβάσταχτο φορτίο των ψυχικών τους εισπράξεων. Τινάζουν από πάνω τους το μαύρο σκοτάδι των ψυχών σα να ‘ταν σκόνη καθισμένη στα ρούχα ύστερα από οδοιπορία σε δρόμο μακρύ. Εκεί στο σκοτεινό ενεχυροδανειστήριο των ονείρων αφήνουν τα λύματα των λειαντήρων των ψυχών. Ο κύριος Αριστοτέλης στέκει αμίλητος και εγκρατής. Ακούει με προσοχή. Ακάματος αχθοφόρος της σκοτεινής όψης του ήλιου συγκεντρώνει τις εμπάθειες μέρα τη μέρα . Τοκογλύφος μιας ποίησης που γεννά η ψυχική ταραχή και το μέσα σκοτάδι. Οι γιατροί, οι θλιμμένοι θηριοδαμαστές των ψυχών φεύγουν σκυφτοί πληρώνοντας με ανακούφιση …
Σήμερα βγήκε κι αυτός, περιφέροντας τον Επιτάφιο που έκλεινε στο θώρακά του μέσα, και βρέθηκε μαζί με τους άλλους δυο άγνωστους άνδρες στο πεζοδρόμιο τη συγκεκριμένη ώρα.


KAI O… TETAΡΤΟΣ
(AGNUS DEI)

Ο κανονικός Επιτάφιος , με την δολοφονημένη από τους ανθρώπους Αμνό του Θεού, πέρασε όπως κάθε χρόνο συνεπής στο εθιμοτυπικό στις οκτώμιση, γωνία Λιτοχώρου και Ιωαννίνων, ένα δρόμο οπουδήποτε στην Ελλάδα των άστεων. Η ποίηση, ο σπαραγμός και τα ερέβη των ανθρώπινων ψυχών δια των εκπροσώπων τους επί της γης συναντήθηκαν με Τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου.
Η συνάντηση χαιρετήθηκε με το παρόν κείμενο…


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16 Απριλίου 2009



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.