13.5.09

ΚΑΡΙΝΕ ΜΠΑΤΑΛΙΑΝ: Πέρα από τον ορίζοντα

Επίλογος

Περνούσαν οι μέρες αργά και δύσκολα, η γυναίκα συνήλθε και έπιασε δουλειά, έπρεπε να φροντίζει μία άρρωστη, ηλικιωμένη κυρία, η οποία αδύναμη καθώς ήταν, μιλούσε με δυσκολία, αλλά μιλούσε έξυπνα.
Σιγά-σιγά συνήθισαν οι δύο γυναίκες η μία την άλλη, η Αρμένισσα και η Ελληνίδα. Τα κοινά συναισθήματα φέρνουν κοντά τους ανθρώπους. Όσο περνούσε ο καιρός η γυναίκα όλο και πιο πολύ δενόταν με την ηλικιωμένη Ελληνίδα. Υπέφερε η μία από τους αγιάτρευτους σωματικούς πόνους, χωρίς να ξέρει γιατί της τα έστειλε όλα αυτά η μοίρα. Υπέφερε και η άλλη δίπλα της από τους ψυχικούς πόνους, από μοναξιά, από επιθυμία να δει τα τρία της παιδιά, που είχε αφήσει μόνα τους και απροστάτευτα. Και αναρωτιόταν κι αυτή με την σειρά της για την αδικία της μοίρας.
Μερικές φορές, όταν οι πόνοι της γιαγιάς ηρεμούσαν, η γυναίκα προσπαθούσε να της μιλήσει με τα λίγα ελληνικά που είχα μάθει. Αλλά η γιαγιά πάντα έδινε την ίδια απάντηση: «Εσύ δεν ξέρεις πολλά, μάθε πρώτα». Γελούσε η Αρμένισσα, δεν θύμωνε. Της άρεσε η ωμή ειλικρίνεια της γιαγιάς. Μια μέρα της είπε η Αρμένισσα: «Ξέρεις γιατί αγαπώ τον μικρό σου γιό; Επειδή ο χαρακτήρας του μοιάζει πολύ με αυτό του Αρμένιου. Σίγουρα με Αρμένιο θα το έχεις κάνει».
-Κι εγώ και ο πατέρας του είμαστε Έλληνες, απάντησε με σοβαρό ύφος η γιαγιά.
Αλλά μετά ξέσπασε στα γέλια. Πρώτη φορά την έβλεπε η Αρμένισσα να γελά. Καημένη γιαγιά, της άρεσε πολύ να γελά, να κάνει πλάκες, είχε όρεξη για ζωή, αλλά ο πόνος δεν την άφηνε.
Περνούσαν οι μήνες. Η γιαγιά δεν έδειχνε καμμία βελτίωση. Αντίθετα, πολλές φορές τρόμαζε τους δικούς της με τις αλλαγές στην υγεία της. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά όπως είναι και κανείς δεν θέλει να την αποχωριστεί έτσι εύκολ.
Μια μέρα η γυναίκα απρόσεχτα έκοψε το δάχτυλό της. Αιμορραγούσε. Πλησίασε στην γιαγιά: Πληγώθηκα. μ’ ακούς; Πρέπει να πάω στον γιατρό. Θα σ’ αφήσω για λίγο.
Καμμία απάντηση. Η γυναίκα υπέθεσε ότι η γιαγιά κοιμάται. Το άλλο πρωΐ, όταν της έφερε το πρωϊνό της, η γιαγιά την ρώτησε: Πονάς; Τι είπε ο γιατρός; Η γυναίκα βούρκωσε και φίλησε το χέρι της γιαγιάς… Πάει καιρός που κανείς δεν την ρώτησε για τους πόνους και τις δυσκολίες της. «Μη κλαις όλα θα περάσουν. Όλα θα πάνε καλά», της είπε.
Πέρασαν άλλα τρία χρόνια, η κατάσταση της γιαγιάς χειροτέρεψε. Η γυναίκα συχνά έκλεγε κρυφά, είχε δεθεί μαζί της. Λίγες ημέρες πριν τον θάνατό της, για πρώτη φορά είχε εκφράσει την επιθυμία της να πεθάνει. «Θέλω να πάω στην κόρη μου». Ένα πρωΐ ακούσθηκε ο ήχος μιας βαθιάς ανάσας και νέα το σπίτι, βυθίστηκε στην σιωπή. Η γιαγιά ελευθερώθηκε από τους πόνους της, ηρέμησε επιτέλους.
Να πας στο καλό. Να είσαι καλά Εκεί που θα πας, δεν θα σε ξεχάσω…
Τελειώνοντας αυτήν την μικρή ιστορία μου «Πέρα από τον Ορίζοντα», θέλω να ευχαριστήσω ην οικογένεια της γιαγιάς, που μ’ έκαναν να νοιώθω σαν μέλος της, όλους αυτούς που στάθηκαν στις πολύ δύσκολες στιγμές μου εδώ, Πέρα από τον Ορίζοντα, στην ξενιτιά, μακριά από την δική μου οικογένεια. Σας αγαπώ όλους και δεν θα σας ξεχάσω ποτέ.

Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 16.4.2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.