2/6/09

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Γιατί γράφουμε;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο λόγος της κ. Ουρανίας Μπάγγου που εκφώνησε στην παρουσίαση του βιβλίου της «Γραμμένα Λόγια» (εκδόσεις Αρμός) στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου Καστοριάς

Στην μνήμη του Γιώργου Γκολομπία

Γιατί γράφω; γιατί γράφει ο κάθε άλλος;
Είναι ερωτήματα που εύλογα θα μπορούσαν να μας απασχολήσουν κάποια στιγμή.
Με μια πρώτη ματιά και τα παρακάτω ολιγοβαρή λόγια, καθώς στέκομαι μπροστά σας και νοιώθω ένα απροσδιόριστο μείγμα έκπληξης και σεβασμού, καθώς σε τέτοιες εκδηλώσεις βρίσκομαι συνήθως στο ακροατήριο, θα μπορούσα να πω ότι το γράψιμο είναι ένας δρόμος έκφρασης που ακολούθησε λογικά κι αναπόφευκτα τον προφορικό λόγο, ο οποίος έπεται της σκέψης. Είναι δε τρόπος προσιτός και εύχρηστος σήμερα, εν αντιθέσει με την εργώδη πορεία που απαιτήθηκε για γίνουμε ικανοί για γραφή. Κι είναι περισσότερο διαθέσιμος γιατί χρειάζεται μόνο ένα μολύβι και μια κόλλα χαρτί, τόσο απλό. Μπορείς να γράψεις σ’ οποιονδήποτε χώρο: στο τραπέζι, στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Άσχετα με τις καιρικές συνθήκες. Μπορείς να εκφράσεις και την καλή και την κακή σου διάθεση. Μπορείς να επιτεθείς, να αμυνθείς, να νουθετήσεις, να καυτηριάσεις, να ευχαριστήσεις, να παραπλανήσεις, να ανοίξεις μονοπάτια που οδηγούν σε απρόσμενα ξέφωτα ή στους γύρω από εμάς δρόμους. Μέχρι και έναν μυρμηγκοφάγο μπορείς να ακολουθήσεις βήμα –βήμα και στις εξορμήσεις του και μέσα στην φωλιά του ακόμα.

Ένας συγγραφέας δυνατόν να είναι ένας κεκαλυμμένος γλύπτης ή ζωγράφος˙ ένας δάσκαλος. Ένας μαθητής που αισθάνεται ότι έχει μάθει ή συνεχίζει να ψάχνει το μάθημά του. Άλλος πιθανόν θα ήθελε να είναι η πατρική ή μητρική μορφή για κάποια παιδιά. Κι ένας ακραίος εκατοστός, πιθανόν, θα ήταν δυνατόν να διακατέχεται από αυτό που υπονοεί η λέξη λεξιλαγνεία ή να εμφορείται από την διαστροφική μανία να προβάλει το έργο του στο διηνεκές, πράγμα που συμβαίνει, σχεδόν τελολογικά, σε εξαιρετικές, μόνον, περιπτώσεις.
Σίγουρα, όμως, αυτό που ξεχωρίζει τον συνήθη συγγραφέα από τους μη γράφοντες είναι η αγάπη του για το αντικείμενο της απασχόλησης του, για την γραφή. Και όταν λέω αγάπη εννοώ αγάπη – όχι έρωτα που μας ανεβάζει για λίγο και μετά μας κρημνίζει στα τάρταρα. Μιλάμε για την αγάπη που είναι εκεί, πάντα παρούσα, κι ας αμφιβάλει πότε – πότε για τα εαυτής. Κι είναι η ίδια η αγάπη που ωθεί τον ξυλουργό να οσμίζεται τα πριονίδια- σαν κυνηγόσκυλο- και μόνο από την μυρωδιά, να ξέρει από τι είδους δένδρο και ποιας ηλικίας προήλθαν. Ή του γεωργού που βλέπει το νερό να μπαίνει στο χωράφι του και να λιώνει με δύναμη, σαν μπότα γκεσταπίτη, τους χοντροκομμένους σβώλους και να μαθαίνει έτσι να εκτιμά και να υπολογίζει την δύναμη αυτή. Η εν λόγω αγάπη εμπεριέχει ακόμα και την λαχτάρα και την χαρά που νιώθει όταν βλέπει, κάποιο πρωί, το πρώτο μπουμπουκάκι των φυτών του να βγάζει δειλά- δειλά, το κεφαλάκι του στον ήλιο, μη και τσουριφλιστεί από τις αδίστακτες ακτίνες του. (όπως και το γραπτό πόνημα του συγγραφέα, βέβαια, από σκληρή υποδοχή.) Είναι όμως το μοιράδι του, αυτή η σγουρόφυλλη χαρά, γιατί συμμετέχει στο θαυμαστό παιχνίδι μιας μικρούλας, έστω, δημιουργίας.

Ο συγγραφέας είναι ένας εργάτης που χρησιμοποιεί αυτό το πολυδουλεμένο υλικό, τις λέξεις, σαν αρχιτέκτονας και χτίστης μαζί. Και η πράξη αυτή είναι από μόνη της γοητευτική και είναι εκφραστής ιδεών και κοινωνός συναισθημάτων, γιατί ζωντανεύει και δίνει υπόσταση στα πράγματα και στις εικόνες που περιγράφει. Θυμάμαι πως μ’ έκανε να νιώσω κάτι σαν νοσταλγία για το νησί της Καλυψώς, η Οδύσσεια του ομήρου, λες και είχα ζήσει χρόνια εκεί.
Η συνάρθρωση των λέξεων κάνει έναν απέραντο τόπο προσιτό και αφαιρεί τις ρωγμές από τον χρόνο, αυτές που άφησαν οι πόλεμοι και οι κάθε μορφής καταστροφές, καθιστώντας τον ομαλότερο και ευκολοπλησίαστο έτσι που να τον διαπερνά η σκέψη σαν το κοκαλένιο χτένι όμορφα μακριά μαλλιά. (Σαν τα μαλλιά της Αλεξάνδρας και της Δήμητρας και των δικών σας κοριτσιών.)

Η αγάπη αυτή διακρίνεται κι από το πώς πιάνεις τα γραμμένα χαρτιά, πώς τα χαϊδεύεις, από τον τρόπο που ακουμπάς το βιβλίο, που μόλις σε συντρόφεψε, δίπλα στο μαξιλάρι, ή κάτω στο πάτωμα. Φαίνεται καθαρά από το πόσο ξεχνιέσαι μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, αν το ευχαριστιέσαι ή και πόσο σου κακοφαίνεται όταν μ’ ένα άλλο έχασες απλώς το χρόνο σου ή η κακή γραφή του σού γέμισε με παράσιτα- ανάλογα των ραδιοφωνικών – το νου. Και η απουσία του, βέβαια, είναι εμφανής: όταν το ξέχασες κάπου, το άφησες μισοτελειωμένο, ή το λέρωσες, ακόμα κι άθελά σου˙ όλα αυτά μοιάζουν σαν αθέτηση υπόσχεσης σε φίλο καλό ή σαν παραμέληση και κακοποίηση παιδιού. Και είναι βέβαιο ότι πολλοί το αισθάνονται αυτό, ακόμα κι αν είναι μόνο αναγνώστες. (Παραδείγματα έδωσα μέχρι τώρα για την αγάπη προς τις λέξεις, την ίδια την φύση της αγάπης να την αναλύσω δεν μπορώ. Όπως δεν ξέρω να εξήγησε πειστικά κανείς την ομορφιά της τέχνης της Σαπφούς ή την χάρη που δημιούργησε την φιλοσοφία του Αριστοτέλη.)

Απλώνοντας, συνάμα, μέσω της γραφής, το μελάνι στο χαρτί είναι σαν να βγάζεις ένα μέρος της μελανής σου διάθεσης ή και των προβληματισμών σου προς τα έξω, προς τους άλλους, τους δυνητικούς συνομιλητές σου, κι έτσι η μελανόχρωη διάθεση μικραίνει συνεχώς, τεμαχίζεται και ξανατεμαχίζεται και στο τέλος παίρνει τις σωστές της διαστάσεις, ενώ αρχικά είχε φουσκώσει μέσα σου και σ’ έκανε να ασφυκτιάς, χωρίς, πιθανόν, στέρεο λόγο. Οι δε προβληματισμοί σου συμπληρώνονται, στοιχίζονται κι αναμετριώνται με πλήθος άλλους. Συμμετέχει, δηλαδή η γραφή, στον εσωτερικό διάλογο, σ’ αυτό που λέμε συναισθησία, ή γνωριμία με τον εαυτό μας˙ αυτόν τον άγνωστο που μέσα του κατοικούμε σαν ισοβίτες, αλλά αυτός, ο πολύπλοκος μπαγάσας, όλο μας ξεφεύγει κι όλο τον κυνηγάμε από πίσω, μια για να του περάσουμε χαλινάρι, μια να τον στηρίξουμε να σηκωθεί ή για να τον βάλουμε στην θέση που τού πρέπει μέσα στον πολιτισμικό χώρο που μας περιβάλει.

Ένας εξ ίσου σημαντικός λόγος που σε προτρέπει να γράψεις είναι η εγγενής μας πρόθεση να παραβάλουμε το καλό με το κακό, το ευτελές με το ακριβό, το δέον με το απρεπές, το σίγουρο με το επισφαλές, το τίμιο με το χωρίς τιμή και γενικότερα την δυνητικά αρμονική και λογική όψη της ζωής με την τραχιά και την παράλογη και να επιτύχουμε έτσι όχι μόνο το ευ ζην, αλλά και την συνεπαγωγή του: το ευ θνήσκειν. Κι είναι ένα παιχνίδι αυτό: σα να παίζεις σκάκι με δύο αντιμαχόμενους στρατούς, ή, πιο χαλαρά, το τάβλι, με τα άσπρα και μαύρα πούλια αντιμέτωπα.
Έπειτα είναι και η ομορφιά που έχουν τα γράμματα καθώς στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο, δυό-δυό ή σε παρέες και πώς δημιουργούν τα νοήματα. Μόνο το ο, ( ο άνδρας) και το η, (η γυναίκα) στέκονται μοναχά τους, για να εκφράσουν τους δυό πυλώνες που στηρίζεται η ζωή μας: το αρσενικό και το θηλυκό. Άλλωστε η ρίζα λεγ-(παρμένη από το λόγος ή λέξη) αυτό σημαίνει, νόημα δηλαδή, από την εποχή του Ηράκλειτου ακόμα που έβλεπε την ζωή και το σύμπαν σαν δημιουργική πάλη των αντιθέτων και συνεχείς κύκλους εναλλαγής πυρός και ύλης. Διευκρίνιζε, επιπροσθέτως, ότι και ο λόγος είναι μια ροή ενέργειας στην οποία εισερχόμαστε με τρόπο μοναδικό, αλλά και κοινό, γιατί άνθρωποι είμαστε όλοι και χρησιμοποιούμε την ενέργειά του στις πράξεις μας. Όταν εισπνέουμε ρουφάμε την γνώση από τον λόγο κι όταν εκπνέουμε παραδινόμαστε στην αλήθεια του με την εκφορά της γλώσσας. Στο μεταξύ, το μυαλό μας, αν είναι ξύπνιο και σε εγρήγορση, κοιτάει μέσα από τα παράθυρα της αντίληψης και συγκεντρώνει την δύναμη της λογικής. Αυτή ακριβώς η ενέργεια μάς επιτρέπει να διατηρήσουμε στην μνήμη μας την γνώση που εισπνέουμε και να την εκπνεύσουμε κατόπιν με ευγνωμοσύνη προς το λόγο, που την οδηγεί προς τα έξω. Αυτά τα σπουδαία είπε. Για δε την απαγόρευση του λόγου ή την λογοκρισία, δε θα πω τίποτα. Το απόλυτο κακό δεν χρειάζεται διευκρινίσεις και σίγουρα ποτέ δεν είναι ικανό να εκτιμήσει τα νοήματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις.

Εξάλλου, μέσα στα γράμματα περικλείεται όλο το παρελθόν μας που με τις μεταβολές του συμπαρέσυρε τον κόσμο όλον και την γλώσσα μαζί. Η δική μας από αρχαιοελληνική, με διάφορες κατά τόπους διαλέκτους και ποικίλα δάνεια και μεταμοσχεύσεις, εξελίχτηκε στην Βυζαντινή, στην καθαρεύουσα κατόπιν –που διδάχτηκε η γενιά μου στο σχολείο και χρησίμευσε, κυρίως, στο να συνεννοούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι μεταξύ τους ή στο να εκφωνούνται ακαταλαβίστικα διαγγέλματα - και την καθομιλουμένη σημερινή. Μέσα της υπάρχουν όλοι οι τύποι των ήλων, όλα τα σημάδια δηλαδή, από τις περισσότερο ή λιγότερο βίαιες μεταβολές. Βλέπω μερικά πάνω στα κεφαλάκια των φωνηέντων όπου καρφώναμε φωνητικά εκτός από τις οξείες και τις περισπωμένες. Λείπουν και οι δοτικές που κάποια στιγμή τις θεωρήσαμε εξεζητημένες για τα δήθεν απλά μας γούστα.

Η γλώσσα μας περιλαμβάνει αυτά που μας έλεγε η γιαγιά στο σπίτι, τον ιδιαίτερο τρόπο που μας τραγουδούσε, μας επιτιμούσε όταν κάναμε αταξίες, την γλυκολαλιά που μεταχειρίζονταν για να καταλαγιάσει τον πόνο μας. Μέσα της ζούνε τα ψελίσματα της μικρής μας αδερφής και ο απλός και περιεκτικός τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν οι γέροντες στα καφενεία. Και στις άκρες της εντάσσονται σήμερα οι καινούργιες ή απλά νεοφανείς λέξεις που επινοούν τα νεαρά άτομα στις συντροφιές τους.
Αν βλέπαμε την λέξη ολόκληρη, σ΄όλες τις διαστάσεις της μέσα στον τόπο και τον χρόνο, μέσα στην ιστορία της δηλαδή, ή αν ήμασταν ικανοί να την οραματιστούμε με όλες τις έννοιές της ταυτόχρονα, τότε ίσως μας φαίνονταν σαν ένα αντικείμενο που πλανιέται αενάως στο διάστημα και συνεχώς αλλάζει χρώματα.
Ένα γραπτό, βέβαια, για την δική μας διάσταση τώρα ομιλώ, κάνει τον προφορικό λόγο πράξη, ντοκουμέντο. Γίνεται κάτι που ξεφεύγει από μας και επικοινωνεί, σχεδόν αυτόνομα, με τους άλλους. Και είναι η επικοινωνία η σημαντικότερη ίσως υπόθεση για τον άνθρωπο, γιατί επάνω σ΄αυτήν στηρίχτηκε ο πολιτισμός μας. Το σκέφτομαι άρα υπάρχω θα μπορούσε να αναλυθεί στο επικοινωνώ την σκέψη μου άρα επιζώ κι εκπολιτίζομαι.
(Ο γνωστός, σε αρκετούς, συγγραφέας, Κάρλος Μαρία Ντομίγκες αναφέρει στο μυθιστόρημά του «το χάρτινο σπίτι» ότι πολλές γυναίκες σώθηκαν από την αυτοκτονία κι από ψυχικές διαταραχές χάρη στα βιβλία μαγειρικής). Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε καλά ότι η στέρηση της επικοινωνίας είναι από τις σκληρότερες τιμωρίες που επιβλήθηκαν ποτέ. Από τον μαθητή που κάθεται αμίλητος πίσω από την πόρτα στο σχολειό, μέχρι τα μοναχικά κελιά στις φυλακές. Ή και όταν από δικό μας γινάτι απειλούμε ότι θα κόψουμε σε κάποιον την καλημέρα ξέροντας ότι αυτό πονάει πολύ, και πιθανόν να είναι ισοδύναμο ακόμα και με την στέρηση τροφής. Εξαίρεση αποτελούν οι μοναχοί όλων των θρησκειών που βρήκαν το μεταφυσικό μονοπάτι που επικοινωνεί κατ’ ευθείαν με το Ένα.

Ο Αρχιμήδης έλεγε δώστε μου χώρο να σταθώ και την γη θα κινήσω. «Ο μοχλός», όμως, που προτίθετο να χρησιμοποιήσει, για την πράξη αυτή, ήταν αυτό που περιείχε το «νόημα» η σκέψη δηλαδή, που είχε και έχει για σπίτι της την γλώσσα. Αυτήν την παρακαταθήκη μας άφησε. Γι’ αυτό και δεν θα σταματήσει ποτέ η προσπάθεια μας να συμμετέχουμε δια μέσου των λέξεων στο άπειρο ή, αν θέλετε, δεν θα κορεστεί ποτέ η τάση μας να επικοινωνούμε με τον «καθολικό» Νου.
Το ερώτημα βέβαια «γιατί γράφουμε» δεν καλύφτηκε και δεν φαντάζομαι να το περιμένατε… μια απόπειρα έκανα.
Σας ευχαριστώ.

Επιτρέψτε μου τώρα να αναφερθώ εν ολίγοις και στο πρόσωπό μου: με γέννησε η μάνα μου στο Βογατσικό, σ’ ένα δωμάτιο με τοιχογραφίες γύρω -γύρω που εικόνιζαν δένδρα, πουλιά και καράβια που με προσκαλούσαν μια να κρυφτώ ανάμεσά τους και μια να αρμενίσω σε άγνωστες, υδάτινες ή πνευματικές «θάλασσες». Λίγο αργότερα στα πρώτα σχολικά μου χρόνια είχα την τύχη να ζήσω ανάμεσα στους πόντιους της Κορομηλιάς που μιλούσαν αυτή την εύηχη ποντιακή διάλεκτο που δεν άφηνε κανένα φωνήεν ασυνόδευτο: όλες οι λέξεις τελείωναν με ένα σύμφωνο: το νι ή το σίγμα. Κι αυτό το θεωρούσα πολύ ευγενικό από μέρους τους, σαν αγόρι που θέλει να συνοδεύει το κορίτσι του και να το προσέχει. Εκεί ήταν που το δωμάτιο που χρησιμοποιούσαμε για κουζίνα, σ’ ένα παλιό πλίθινο σπίτι, να μην έχει ταβάνι, παρά μόνο τις γριντιές της σκεπής. Και μια λαμπερή χειμωνιάτικη μέρα είδα τις πρώτες νιφάδες του χιονιού να κατεβαίνουν χορευτικά μέχρι το πάτωμα. Και μαγεύτηκα. Και συμμετείχα στο χορό τους. Με κοίταζε κι η μάνα μου έκπληκτη, γιατί εκείνη την ώρα παιδεύονταν ν’ ανάψει την γκαζιέρα για να ετοιμάσει το μεσημεριανό μας.

Δεν θα επεκταθώ πολύ στα κατοπινά˙ θα ιστορίσω μόνο την τρυφερή έως άδικη αυστηρότητα που δέχτηκα από τους καθηγητές μας στο Γυμνάσιο του Άργους, που μας καταπίεζε και μας παρηγορούσε ταυτόχρονα. Δεν ξεχνιούνται ο Λέκας, ο Πολύζος, ο παναγιωτόπουλος, η Ευθυβούλη, ο Δημοσθένης.
-Το μυστικό μου όμως για ότι έχω κάνει μέχρι τώρα είναι ο πατέρας μου: ένας γλυκός και εύστροφος άνθρωπος που η διακριτικότητά του σού άφηνε χώρο να μεγαλώσεις. Και η αγάπη και το χιούμορ του μαζί με την φροντίδα της μάνας μου με συνόδεψαν σε κάθε δύσκολη στιγμή και έκαναν τον χώρο και τον χρόνο που με περιέβαλαν να είναι ελαστικοί και συγχωρητικοί μαζί μου. Κάποτε, όταν δεν πέρασα στις πρώτες μου εξετάσεις στο πανεπιστήμιο εκεί που ήθελα, με αποκάλεσε φοιτήτρια άνευ χαρτοφυλακίου, σήμερα, όμως, έχω να του πω ότι από χαρτιά άλλο τίποτα, μέσα σ΄αυτά είμαι χωμένη. Το κυριότερο, τώρα που το αναλογίζομαι, είναι ότι με μύησε στην λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη του οποίου τα κείμενα είναι φτιαγμένα από «πηχτή ψυχή». Συνέπεσε, κιόλας, μια σχεδόν ονειρική ηρωίδα του, η Πολύμνια, να έχει και δεύτερο όνομα, το Ουρανία. Κι έτσι , μικρό παιδάκι του δημοτικού, ταυτίστηκα, μαζί της πρώτα, κι ύστερα μου άρεσε η Βουγιουκλάκη. Να ‘τανε σύμπτωση ή να ήταν αυτό που έψαχνε η ψυχή μου; όλα είναι πιθανά, όσο κι ωραία. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε, ζω στο Δισπηλιό και γιατρεύω τους ασθενείς μου στο νοσοκομείο. Τι άλλο να πω; Και στο κάτω – κάτω της γραφής τί είναι ο άνθρωπος; ένα πλάσμα που κρατάει στο χέρι του μια χούφτα συλλαβές. Και μπορεί να τις κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και να τις πετάξει˙ πράγμα που σήμερα δεν συνέβη, αφού κι αυτή τη στιγμή σας βλέπω να αρπάζετε μερικές….

Τέλος- τέλος, θέλω να ευχαριστήσω όσους συνέβαλαν με τον τρόπο τους στη δημιουργία αυτού του βιβλίου και στη σημερινή παρουσίαση. Τους συγγενείς και φίλους που με περιέβαλαν με το ενδιαφέρον τους, την Μελίκα την Σανταλίδου που την συμβουλεύτηκα πλειστάκις, όσον αφορά τα φιλολογικά, την Αλέκα την Πάντσιου, την Ελένη τη Σκενδέρη, την Ρούλα την Αποστολίδου, την Αγνή τη Τζήλα. Συνεχίζω: τον Βασίλη τον Καραγιάννη, εκδότη της «Παρέμβασης», έναν άνθρωπο με ανοιχτό μυαλό κι «ακάτσωτο» πνεύμα. Τον Παναγιώτη τον Μπαϊρακτάρη και την καλαίσθητη «οδό» του που φιλοξένησαν τα κείμενά μου. Τον καθηγητή μου, τον Μάκη τον Γκόσδα, που η δική του ετοιμολογία για το «πισνίκι» είναι γραμμένη στο βιβλίο. Τελευταίο άφησα τον Χρυσόστομο τον Τζημάκα, εξαίρετο καθηγητή της ιατρικής, ζωγράφο και λογοτέχνη, που προλόγισε το βιβλίο και το κόσμησε με την ζωγραφιά του και με ενεθάρρυνε, βέβαια, με έναν «χρυσόστομο» τρόπο να συνεχίσω να γράφω. Και βέβαια όλους εσάς που με τιμήσατε με την σημερινή συμμετοχή σας.


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 21.5.2009



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.