30/11/09

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Ψυχή βαθιά-ματιά βαθιά

Τρεις μέρες έκλαιγα. Έφερνα στο νου μου τις σκηνές από την ταινία του Βούλγαρη κι έκλαιγα. Για τους νεκρούς μας στον εμφύλιο, για έναν-έναν απ’ αυτούς που έφυγαν, απ’ όποια μεριά κι αν συμμετείχαν σ’ αυτόν τον αδελφοκτόνο πόλεμο.

Οι σκέψεις μου σαν μαυροπούλια, σκιαγμένα από το χαμήλωμα ενός μαύρου- κατάμαυρου σύννεφου, αδυνατούσαν να συνταχτούν σ’ ένα σύνολο. Άφησα το μολύβι και το ξανάπιασα πολλές φορές. Έπρεπε να μειώσω το βαρύ φορτίο τους για να μη σκίσουν το χαρτί, εκεί που θα ακουμπήσουν. Ξέρω ότι η καταγραφή των γεγονότων, όσο οδυνηρά κι αν είναι, μ’ ανακουφίζει. Τα δάκρυα, όμως, αποδείχτηκαν η πρώτη- πρώτη θεραπευτική προσέγγιση.

Τι κάνει ο Βούλγαρης μ’ αυτή του την ταινία; Τι μας έκανε;
Είναι η ματιά ενός προικισμένου σκηνοθέτη σ’ ένα «θέμα» που ακόμα κρατάει κάτι από την φλόγα που το πυρπόλησε; Είναι ένα έργο τέχνης, απλά ή σύνθετα, όπως κάποια άλλα; Τι ήθελε να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος κι έκανε αυτήν την ταινία;

Ξεκίνησε μ’ έναν ουρανό σκοτεινιασμένο και με πόλεμο. Όχι αψιμαχίες, αλλά μάχες κανονικές, άγριες κι αιματηρές. Δεκαπεντάχρονα που ο κυκλώνας του πολέμου τα σήκωσε ψηλά και τα έφερε στο κέντρο του δράματος. Αθέλητοι ήρωες, ψυχές που τις πήρε η τρικυμία, τις έσυρε από δω κι από κει, αφαίρεσε από πάνω τους κάθε τι φθαρτό και τις απόδωσε εξαϋλωμένες εκεί που ανήκαν: στην αιωνιότητα. Ο Βλάσης και η Γιαννούλα, οι φαντάροι μας και του εθνικού και του δημοκρατικού στρατού. Η μάνα που έψηνε τις καλαμπόκιες και συλλογίζονταν φωναχτά τα δυο παιδιά της. Και τα δυό μαζί. Πάντα το ένα μαζί με το άλλο. Πάντα κι αυτή μαζί μ’ αυτά. Γιατί ήξερε ότι δε νογιέται ζωή δική της, χωρίς τους γιούς της. Είδαμε το φόβο να τριγυρνάει στα άδεια σπίτια και στις ερημιές κι από δίπλα τη ζωή που προσπαθούσε να αμυνθεί με λίγο τραγούδι και χορό, σ’ ένα διάλειμμα από τον πόλεμο και τον αφανισμό. Νεκροί, νεκροί, νεκροί, παντού νεκροί. Μια Μακεδονία, μια Ελλάδα αφανισμένη. Το θηρίο του κακού έψαχνε γύρω- γύρω μ’ ανοιχτό το στόμα. Κι ότι δεν το βρήκε η σφαίρα το βρήκαν οι ναπάλμ.

Γεμάτος οδύνη ο γέρο βοσκός μιλάει για τα πρόβατά του, για ό,τι καλό κι ωραίο είχε στη ζωή του και του το στέρησαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Γιατί ο Βούλγαρης έβαλε να υποδυθούν τους ρόλους, κατά πλειονότητα, ερασιτέχνες; Τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών που «συμμετείχαν» στον εμφύλιο; Δεν έβρισκε μήπως κανονικούς ηθοποιούς;
Συνήθως τα μικρά παιδιά παίζουν τα παιχνίδια τους έτσι που να προετοιμάζονται για αυτά που θα ζήσουν αργότερα. Εμείς πρώτα ζήσαμε τον πόλεμο και τώρα με τον Βούλγαρη τον παίξαμε στα ψέματα, τον κάναμε παιχνίδι ψυχικής αγωγής.
Και η πιο βαθιά αλήθεια είναι ότι ο Βούλγαρης δεν είναι ένας ξένος, που βρήκε ένα καλό θέμα, για μια ακόμα ταινία. Αγαπάει την Καστοριά και επικοινώνησε, με δραματικό τρόπο, με τη ζωή που την έφερε μέχρι εδώ. Είμαστε βέβαιοι από καιρό γι’ αυτό. Πώς τόλμησε όμως να βουτήξει το χέρι του σ’ ένα καυτερό, ακόμα, υλικό; Πιστεύω ότι κι αυτό από αγάπη το έκανε. Είναι ένα λιθαράκι στο βωμό της κάθαρσης που στήνεται από όλους μας, πέτρα την πέτρα. Κι αυτός που έχει διορατικό νου, πρόσφερε την πλάτη του για να ακουμπήσουμε, δημιούργησε τις συνθήκες για να συλλογιστούμε, να γλύψουμε κατόπιν τις πληγές μας και να τις αφήσουμε να επουλωθούν.

Για όλα αυτά, μήπως πρέπει να του πούμε ευχαριστώ; Πιστεύω ότι είναι λίγο. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι να μη φύγει από κοντά μας.
Άλλωστε και ονοματολογικά ταιριάζουμε: αυτός Βούλγαρης, εμάς μας λένε κάπου-κάπου Βούλγαρους, προφανώς συγγενεύουμε.

Μια οποιαδήποτε Καστοριανή,
Και για την αντιγραφή Μπάγγου Ουρανία

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.