28.8.13

ΣΟΝΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΟΥ-ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ: Με αφορμή την έκθεση της Μερόπης Σωτηροπούλου-Μάγγελ



 «Στα Κορέστια τα σπίτια φαίνεται σαν να τα γεννάει η γης»

«Τα σπίτια έχουν κι αυτά ψυχή, δεν έχουν μόνο οι άνθρωποι που τα κατοικούν, όπως κακώς νομίζουμε. Είναι οι πιο αδιάψευστοι μάρτυρες της ζωής των ανθρώπων. Οι πιο αδιάψευστοι και ταυτόχρονα οι πιο σιωπηλοί, πράγμα τόσο σπάνιο στους ανθρώπους. Οι τοίχοι τους κι οι σκεπές τους έχουν δει στη διάρκεια της ζωής τους τους ανθρώπους που τα κατοικούν να χαίρονται και να λυπούνται, να γελάνε, να κλαίνε… Να δακρύζουν άλλοτε από χαρά, άλλοτε από λύπη. Οι στέγες τους, σαν απαλές φτερούγες αγγέλων, έχουν σκεπάσει λογής λογής τρυφερά όνειρα. Έχουν τα σπίτια ζήσει αποχαιρετισμούς και καλωσορίσματα κι έχουν ακούσει πολλά: κουβέντες σοβαρές και λιγότερο σοβαρές κι αναστεναγμούς. Αναστεναγμούς μπροστά σε αδιέξοδα, αναστενάγματα κι από καημούς. Έχουν ζήσει και έρωτες. Έρωτες σαν…».

Έτσι αποφορτίστηκα εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου 2009 μόλις επέστρεψα από τον Άνω Κρανιώνα, τον οποίο είχα μόλις επισκεφτεί για πρώτη φορά. Αυτά έγραψα για τα σπίτια, περιγράφοντας το υπέροχο βράδυ που τραγουδούσε στον έρημο Κρανιώνα ο αγαπημένος μου –και πολλών- Γιάννης Χαρούλης. Μα εκεί βρέθηκε και κάποιος άλλος όχι μονάχα εκείνο το βράδυ, μα και πολλές άλλες φορές, πράγμα που κάνει ολοφάνερο το ήδη φανερό πως η Μερόπη ανέβηκε τόσες φορές στον τόπο αυτόν τον εντελώς ιδιαίτερο όχι συγκυριακά, αλλ’ από έρωτα για τον τόπο. Κι είναι αυτός ο έρωτας η αιτία της νέας της έκθεσης. Αυτός και το θέμα του. Μόνο που…

Μόνο που «εγώ τα σπίτια ήθελα να απεικονίσω, αλλά, άθελά μου, τους ανθρώπους τους απεικόνισα», παραδέχεται. Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο, να μπερδέψει κανείς πρόσωπο με άλλο πρόσωπο:

«Εδώ στα παλιά, στενά δρομάκια συναντάς “τα σπίτια με τις ψυχές”, που, σε πείσμα της ερήμωσης, κρατάνε τις μνήμες των ανθρώπων που έζησαν εκεί», γράφει η συγγραφέας Ν. Σακκά-Νικολακοπούλου κι αλλού: «Αυτά τα ρημαγμένα σπίτια έχουν φωνή και σου μιλάνε». Μαρτυρούν συναισθήματα:

«Μα πάνω απ’ όλα ήταν θαρρώ το ευχάριστο συναίσθημα του σπιτιού. Του καλού, του γερού, του προστατευτικού σπιτιού με τους στέρεους τοίχους και την κεραμιδωτή στέγη, που απλώνει τις φαρδιές φτερούγες φιλόστοργα από πάνω μας όταν βρέχει παγωμένο νερό έξω και μπουμπουνίζει οργισμένος ένας ουρανός δίχως άστρα. Γίνεται πολύ βολικός κανόνας σαν είν’ έτσι χορτάτος, ζεστός, χουζουρεμένος κάτου από στέγη» γράφει στο «Κόκκινο βιβλίο» του ο Στράτης Μυριβήλης και σίγουρα το ένιωσε καλύτερα απ’ όλους εμάς τους βολεμένους στα σπίτια μας ο δημοσιογράφος αυτός που θέλησε να ζήσει ως άστεγος για λίγες μέρες, αλλά πέθανε πριν προλάβει να μας πει τα συμπεράσματά του.

Τα σπίτια της ζωής του καθενός μας. Τα σπίτια όπου ζήσαμε, όπου περάσαμε κάποιο διάστημα της ζωής μας και άφησαν το σημάδι τους μέσα μας: «Κουβαλώ το σπίτι μου μέσα μου, όπου κι αν βρεθώ» έγραφε ο ποιητής και, καθώς αναφέρεται σ’ ένα μονάχα σπίτι, αναρωτιέμαι μήπως εννοεί το πατρικό του σπίτι, το σπίτι που νοσταλγούμε ακόμα και στα νυχτερινά μας όνειρα, το σπίτι που κάθε του κόγχη έχει κάτι να μας θυμίζει, κάτι που, και μόνο που προέρχεται από την άγια παιδική μας ηλικία, μας συγκινεί:

Το σπίτι μας,
το πατρικό μας σπίτι
το σπίτι των παιδικών μου χρόνων
δεν υπάρχει πια.
Κάθε νύχτα ανεβαίνω τη σκάλα
«Μάνα» φωνάζω
«Εδώ είμαι παιδί μου»

είναι το ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, που δικαιώνει εντελώς τη δική μας ζωγράφο που «ξέφυγε», που «έμπλεξε» σπίτια και πρόσωπα, πρόσωπα και σπίτια. Γιατί, όταν τα σπίτια ρημάζουν ή έχουν ρημάξει ήδη, η φωνή που μ’ αυτή μιλάνε είναι αυτών που έχουν φύγει, μα ποτέ δεν έχουν φύγει στ’ αλήθεια.
«Μέσα μου ολοζώντανα, υπαρκτά, ξεχωριστά –πέρα από τόπο και χρόνο- στέκονται «τα σπίτια». Τα σπίτια που μεγάλωσα, κάποια σπίτια όπου άφησα τη σκιά μου. Όλων όμως των σπιτιών η ανάσα μένει μέσα μου (…)» γράφει και πάλι η Ν. Σακκά στο τρυφερό της βιβλίο που έφτιαξε με τα σπίτια όπου έζησε, τα σπίτια που «τα βάζει στη σειρά, σαν τους κύβους από τα παιδικά παιχνίδια, και χτίζει τη μικρή πολιτεία μιας ζωής» (από το βιβλίο της συγγραφέα «η μικρή πολιτεία μιας ζωής»).

Κι από το χτες στο καυτό σήμερα και στο πολύ πρόσφατο κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη που τόσα σχόλια προκάλεσε: «(…) Χάσαμε το πρόσωπό μας. Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια… Όπου αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μας γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου να μην τον κλάψουμε, καθόλου να μη μας λείψει. Στον αγύριστο!(…)».

Κι επειδή πολλοί είναι αυτοί που έγραψαν για τα σπίτια, με αφορμή το βιβλίο του Δημήτρη Πετσετίδη «Εν οίκω», έγραφε παλιότερα στην εφ. Καθημερινή η Ελισάβετ Κοτζιά: «Περνάμε όλα μας τα χρόνια μέσα σε δωμάτια και σπίτια. Τόσο αναπόσπαστα, τόσο απαραίτητα, τόσο αναγκαία στη ζωή μας –τι λέω, όσο το ίδιο μας το δέρμα. Μας περιβάλλουν, μας προστατεύουν, μας προσδιορίζουν, μας επιβάλλονται, μας φυλακίζουν. Τόποι διαβίωσης, χώροι ανάπαυσης, εστίες συμβίωσης, έδαφος διαμόρφωσης, ζώνες διασταύρωσης, πεδία σύγκρουσης, φωλιές αναμνήσεων, χώροι ανάρρωσης. Κάτι τόσο αυτονόητο ώστε περνάει απαρατήρητο». Κι από τις δεκαπέντε ιστορίες του «Εν οίκω», τις γραμμένες με αφορμή κάθε λογής δωμάτια, η Ε. Κοτζιά καταλήγει πως: «Όσα έζησε κανείς στα δωμάτια και στα σπίτια της παιδικής ηλικίας είναι ανεπανάληπτα. Ούτε καν η επουράνια ζωή αποζημιώνει. Διότι όπως ειρωνικά παρατηρεί ο αφηγητής:

“Σκέφτομαι ότι μόνο στον Παράδεισο δεν υπάρχουν δωμάτια και όλοι οι κάτοικοί του αιωρούνται μετέωροι, έτσι όπως τους βλέπουμε στις ζωγραφιές. (Γιατί) οι άγγελοι δεν έχουν πια την ανάγκη να ονειρευτούν μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου ούτε ν’ αγναντέψουν απ’ τα παράθυρά του ούτε να ξαπλώσουν στο κρεβάτι του”».

Μα σε μας τους κατοίκους της Καστοριάς έδωσε η Μερόπη, με την έκθεσή της, και πάλι την αφορμή να προβληματιστούμε, να προχωρήσουμε τη σκέψη και το συλλογισμό μας λίγο πιο πέρα, να συγκινηθούμε. Και κάτι ακόμα: μας τράβηξε από την καθημερινότητα της ρουτίνας, από την ισοπεδωτική ρουτίνα της καθημερινότητας, και μας «ανάγκασε» να ρίξουμε τη ματιά μας, που τόσο εύκολα αιχμαλωτίζεται από ασήμαντα που καταφέρνουν να παριστάνουν πως τάχατες έχουν μια κάποια σημασία, σε ζωντανά κομμάτια της ζωής αυτού του τόπου, σε κρυφές κι απόμακρες γωνιές της ιστορίας αυτού του πολύπαθου τόπου, σε κομμάτια και γωνιές όμως που δεν έπεσαν, σε σπίτια που δεν προσκύνησαν, αλλά στέκουν αγέρωχα κι ολόρθα, έστω και με ολάνοιχτα χάσκοντα παράθυρα, και μας μιλάνε. Μας λένε τις δικές τους ιστορίες –ανάμεσά τους και ιστορίες πολέμου και ξενιτιάς-, μας διηγούνται όμως προπαντός τις ιστορίες των ανθρώπων που τα κατοίκησαν και γι’ αυτό τριγυρίζουν εδώ ακριβώς και ψυχές που ίσως να ψάχνουν ακόμα για κάποια μυστικά που δεν έλυσαν όσο ζούσαν εδώ.

Πού εδώ; Μα φυσικά στα μοναδικά κατακόκκινα πλινθόκτιστα στα Κορέστια…


Υ.Γ.: Σε πολύ πρόσφατη ραδιοφωνική εκπομπή η συγγραφέας Μιράντα Σοφιανού έλεγε πως, όταν δόθηκε το πατρικό της σπίτι με αντιπαροχή, η ίδια με τα χέρια της ξήλωσε όλη τη μάντρα του πέτρα πέτρα κι έστησε το μαντρότοιχο στο καινούριο της σπίτι, όχι μόνο για να της θυμίζει ούτε μόνο για να νιώθει, αλλά κυρίως για να μην ξεχάσει τον τρόπο ζωής, τη στάση ζωής και τις αξίες που ζούσε η πατρική της οικογένεια…

Στη Μερόπη, που, καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά της Τέχνης, ανεβάζει ψηλότερα και την αγαπημένη της πόλη, που την παρακολουθεί και της συμπαραστέκεται πάντα…


* * *


Οι μαθητές της δ’ τάξης δημοτικού σχολείου Μαυροχωρίου
Μετά την επιστροφή μας από την έκθεση  μάς ζητήθηκε να συμπληρώσουμε την παρακάτω μισή φράση:

Όταν οι πίνακες της έκθεσης μένουν μόνοι τους,…

…τότε ζωντανεύουν και αρχίζουν να σηκώνονται από τη θέση τους. Αρχίζουν να τρέχουν γύρω από τις καρέκλες της αίθουσας και να χοροπηδούν. Μόλις οι πίνακες βαρεθούν, παίζουν κρυφτό. Κρύβονται σε κρυψώνες όλοι εκτός από έναν, το Χρόνο. Αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος πίνακας, γιατί, όποτε του ‘ρθει, μπορεί να ταξιδέψει στο χρόνο.
Κωνσταντίνα Χαρίτωνος

…τότε ζωντανεύουν και μιλάνε μεταξύ τους! Μάλλον συζητάνε για τους επισκέπτες που δεν τους έχουν δει. Ειδικά ο Μέγας Αλέξανδρος λέει: «Πολύ λίγα σχολεία με έχουν δει. Δε με εκτιμούν τόσο».
-Γιατί με διάλεξαν εμένα για την πρόσκληση; λέει η γιαγιά χωρίς καρδιά.
-Και εμένα γιατί σήμερα δε με πρόσεξαν, αφού με αγαπούν; σκέφτεται η μεγάλη πεταλούδα.
-Κάποια παιδιά όμως είπαν καλά πράγματα για εμάς, είπε ο Χρόνος.
-Εμένα με πείραζαν πολύ το κλειδί μου. Παραλίγο να μου το βγάλουν, είπε νευριασμένο το πηγάδι.
-Εμένα, την όμορφη Καρυάτιδα, με πρόσεξαν αμέσως και μου είπαν και ένα τραγούδι. Τώρα όμως σταματήστε, γιατί έρχεται η Μερόπη.
 Ιωάννης Παναγιωτίδης

…τότε αυτοί οι λαμπροί και όμορφοι πίνακες ζωντανεύουν και χορεύουν σαν παιδιά. Μετά παίζουν ένα παιχνίδι σαν αστέρια όλοι μαζί κι έπειτα παν να δουν ένα πίνακα που δεν είναι αληθινός ο Χρόνος και του λεν να παίξει κι αυτός μαζί τους. Όταν είδαν πως αυτός δεν τους απαντούσε, αυτοί επέμεναν να του το ζητάνε. Όμως κάποια στιγμή έπρεπε να παν για ύπνο αυτοί οι λαμπροί και όμορφοι πίνακες.
Παναγιώτης Αντωνιάδης

…τότε ζωντανεύουν και όλα τα χρώματα ταξιδεύουν στη μαύρη μηχανή του Χρόνου. Εκεί πετάγονται πάρα πολλά χρώματα και οι ζωγραφιές γαργαλιούνται, τα χρώματα πηγαίνουν σε πολλές παραμυθοχώρες, όπου τα βιβλία δεν έχουν γράμματα, έχουν μόνο τις ζωγραφιές. Στη χώρα αυτή όλες οι ζωγραφιές χορεύουν τσιφτετέλι και το γλεντούνε. Άλλες ζωγραφιές πηγαίνουν σε χώρες ανήκουστες που, όπου κι αν κοιτάξεις, βλέπεις δέντρα που αντί για καρπούς έχουν ζωγραφιές. Εκεί πολλοί ζωγράφοι ζωγραφίζουν πολλές ζωγραφιές κι επειδή στάζει μπογιά από τη χαρά τους γίνονται όλοι μούσκεμα. Στο καλύτερο χωριό με ζωγραφιές ζει ο βασιλιάς όλων των ζωγραφιών. Εκεί δημιουργούνται ένα εκατομμύριο ζωγραφιές στο δευτερόλεπτο. Ο βασιλιάς γιατρεύει τις χώρες όπου κυριαρχούν τα βιβλία με τις άσχημες εικόνες. Τα βιβλία αυτά κάνουν ένα πολύ μεγάλο ταξίδι, αλλά, όταν ο βασιλιάς κάνει τα μαγικά του, τα στέλνει πάλι πίσω στην αρχή του ταξιδιού και το κακό δεν ξανάρχεται. Μετά από πολλά ταξίδια αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, για να βγουν από τη μηχανή του Χρόνου οι ζωγραφιές. Όταν βγαίνουν, χορεύουν ένα χορό και μία μία μπαίνουν στις θέσεις τους. Και τότε ανοίγει η πόρτα της αίθουσας, για να τις θαυμάσουν και πάλι.
Αργύρης Παπαθανασίου

…τότε ζωντανεύουν οι πίνακες και αρχίζουν να κλαίνε γιατί δεν είμαστε μαζί τους στην αίθουσα και δεν τους βλέπουμε πώς μαγεύουν το χώρο.
Γιάννης Μίγας

…τότε οι μορφές ζωντανεύουν, βγαίνουν απ’ τους πίνακες, ενώνονται και γίνονται μια οικογένεια, που αγαπιέται τόσο πολύ!... Κι έτσι δείχνουν τις ωραίες αλλά και τις άσχημες αναμνήσεις, όπως η « Άνοιξη», ένας πολύχρωμος πίνακας, και ο «Άγγελος», που δεν έχει ανοιχτά χρώματα σαν την «Άνοιξη»…
 Αλίκη Νικολαΐδου

…τότε συζητάνε οι πίνακες μεταξύ τους ο καθένας για τον εαυτό του.
-«Λίγο λίγο αντίο», τι όμορφος πίνακας που είσαι!
-Ευχαριστώ πολύ, Χρόνε. Κι εσύ όμως δεν πας πίσω.
-«Μαύρο χιόνι», γιατί δε μιλάς καθόλου σήμερα; ρωτάει η «Ανατολή».
-Δε μιλάω γιατί δεν έχω όρεξη.
-Και γιατί δεν έχεις όρεξη; πετάγεται η Πασχαλιά.
-Γιατί είμαι λίγο κουρασμένο.
Νίκη Ζούλα

…τότε ζωντανεύουν και αρχίζουν να μιλάνε για την υπέροχη μέρα που πέρασαν ακούγοντας τις εκπληκτικές απαντήσεις των παιδιών. Έπειτα, όταν τελειώνουν τη συζήτηση, παίζουν και κανένα παιχνιδάκι.
Αντώνης Παπασταύρος

…τότε ζωντανεύουν όλοι οι πίνακες και αρχίζουν να μιλάνε μεταξύ τους. Φαντάζομαι ότι, όταν ζωντανεύουν, φαίνονται πιο όμορφες οι ζωγραφιές.
 Ερίσα Τερνόβα

…τότε ζωντανεύουν, μιλάνε, λέει ο καθένας πώς τον χαρακτήρισαν οι επισκέπτες. Ταξιδεύουν στο χώρο. Ο Μέγας Αλέξανδρος πολεμάει με τους εχθρούς, ο Χρόνος βλέπει το μέλλον, οι πεταλούδες πηγαίνουν στην ψυχή των ανθρώπων, τα παιδιά της Κατοχής πολεμάν την πείνα τους, το φεγγάρι δίνει λάμψη στους πίνακες, η αγάπη τραγουδάει μελωδίες και τα πουλιά της Πασχαλιάς απελευθερώνουν τη Φύση.
Κωνσταντίνος Κυριάζος

…τότε αλλάζουν θέση ο ένας με τον άλλον, δηλαδή ο μπλε πηγαίνει στη θέση του Κόκκινου και αρχίζουν να μιλάνε για τα χρώματα που έχει ο καθένας τους.
 Νικόλας Τσαδήλας

…τότε ζωντανεύουν, εμπνέονται και επικοινωνούν οι πίνακες. Τότε ρωτάει η «Ανατολή» τον «Αλέξανδρο»:
-Αλέξανδρε, ξέρεις μήπως γιατί η κ. Μερόπη διάλεξε να μας ζωγραφίσει;
-Όχι, Ανατολή, δεν ξέρω.
-Αλλά, Ανατολή, η κ. Μερόπη δε ζωγράφισε μόνο εμάς. Ζωγράφισε και άλλους πίνακες.
-Αλέξανδρε, το βράδυ, όταν θα φύγουν όλοι οι επισκέπτες, θα πάμε και θα την παρακολουθήσουμε, για να δούμε τι την έκανε να ζωγραφίσει εμάς και όλους τους υπόλοιπους πίνακες, δηλαδή τους φίλους μας και εμάς!!!
Παναγιώτα Μπάτζιου

Όταν φεύγουν όλοι οι άνθρωποι και μένουν μόνοι τους οι πίνακες, μιλάνε και κλαίνε γιατί δεν πηγαίνουν πολλοί Έλληνες να τους δουν.
Βασίλης Τριανταφύλλου

Όταν οι πίνακες της κ. Μερόπης μένουν μόνοι τους, τότε ζωντανεύουν και συζητάνε μεταξύ τους. Λένε πως χαίρονται πολύ που τους έφτιαξε η κ. Μερόπη και που τους θαυμάζουν οι επισκέπτες. Δεν έχουν κανένα παράπονο. Λένε αστεία, αλλά μιλάνε σιγά, για να μην τους ακούσουν οι άνθρωποι που είναι απ’ έξω. Όταν όμως έρθει η άλλη μέρα, ράβουν το στόμα τους και μένουν ακίνητοι, για να μην καταλάβουν οι επισκέπτες ότι ζούνε.
Σταυρούλα Γαλάνη


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 25 Απριλίου 2013, αρ. φύλλου 689

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΟΔΟΣ σας ευχαριστεί για την συμμετοχή σας στον διάλογο.Το σχόλιό σας θα αποθηκευτεί προσωρινά και θα είναι ορατό στο ιστολόγιο, μετά την έγκριση της ΟΔΟΥ.